Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
(επιμέλεια και σημειώσεις: Σωτήρης Τσέλικας)


Αναδημοσιεύονται εδώ σε παράρτημα τα κείμενα του ποιητή Γ. Εξαρχόπουλου και οι μαρτυρίες γι’ αυτόν που αναφέρονται στο άρθρο μου «Στοιχεία για τον ποιητή Γεώργιο Εξαρχόπουλο» (Μικροφιλολογικά, τχ. 40, Φθινόπωρο 2016), τα οποία λόγω έλλειψης χώρου δεν ήταν δυνατό να αναδημοσιευτούν στο περιοδικό. Στην αναδημοσίευση διατηρήθηκε η ορθογραφία των κειμένων, διορθώθηκαν τυπογραφικές αβλεψίες και ανορθογραφίες, ενώ άλλου είδους επεμβάσεις δηλώνονται στις σημειώσεις.

Α. Ποιήματα και σημειώματα του Γεώργιου Εξαρχόπουλου στην εφ. Η Φήμη
Στην εφημερίδα Η Φήμη δημοσιεύονται για δύο περίπου χρόνια, από τον Νοέμβριο του 1838 έως τον Σεπτέμβριο του 1840, δώδεκα κείμενα του Γ. Εξαρχόπουλου, ποιήματα και πεζά σημειώματα. Τα ποιήματα του Εξαρχόπουλου (αλλά συχνά και ο πεζός λόγος του) δομούνται με μικρές ρυθμικές ενότητες, οι οποίες ανά δύο, τρεις ή περισσότερες ομοιοτελευτούν. Προκειμένου να πετύχει τον ρυθμό και τα ομοιοτέλευτα, ο Εξαρχόπουλος δεν διστάζει να αλλοιώσει τη μορφολογία ή τον τονισμό των λέξεων, να διαταράξει τις συντακτικές δομές, ακόμη και να πλάσει καινοφανείς, συχνά ακατανόητες, λέξεις, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό ένα προσωπικό γλωσσικό και ποιητικό ιδίωμα αρκετά αναγνωρίσιμο. Για παράδειγμα, στο ποίημά του για τον Όθωνα και την Αμαλία, που παρατίθεται παρακάτω, βρίσκουμε την εξής περίοδο: Ἀετὸς κι Ἀετοῦσα ἔφθασαν εἰς τὴν βασιλευούσα, μεγίστην χαρὰν κροτοῦσα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἐπιδοῦσα ἀχόρταστα τοὺς ἐθεωροῦσα. Εδώ πλάθεται για την Αμαλία το θηλυκό «Ἀετοῦσα» και στη συνέχεια για να επιτευχθεί το ομοιοτέλευτο, παρατονίζεται η λέξη «βασιλεύουσα», αντί της μετοχής «ἐπιδόντες» χρησιμοποιείται ο θηλυκός τύπος «ἐπιδοῦσα» και στο ρήμα «ἐθεωροῦσαν» παραλείπεται το τελικό ν.

(α) Η Φήμη 5.11.1838 σ. 4. Αγγελία για την εγγραφή συνδρομητών για την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Το Περιβόλι του Κόσμου, η οποία μάλλον έμεινε τελικά ανέκδοτη. Από την αγγελία πληροφορούμαστε σε γενικές γραμμές και το περιεχόμενο της συλλογής: θα αφορά κυρίως τα κατορθώματα των Ελλήνων, αρχαίων και νεοτέρων,  ενώ θα υπάρχουν και ποιήματα πολιτικά, διπλωματικά, ιερατικά και κάποια ερωτικά. Η συλλογή όμως μάλλον έμεινε τελικά ανέκδοτη.

Κατάλογος συνδρομητῶν
            Εὐγενῶν καὶ καλοδιαθέτων ἀνδρῶν, διὰ διαφόρων εἰδῶν ποιητικά, τῶν Ἑλλήνων προπατόρων μας, ἀρετάς των καὶ ἀξίας, καὶ τῶν νῦν Ἑλλήνων, τὰς ἡρωϊκογενναιομεγαλοψύχους κατορθώσεις τους, ὅσοι ἀνδρείως ἠγωνίσθησαν, εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος των ἐστάθηκαν.
            Πολιτικῆς, διπλωματικῆς, κόντο1 ἱερατείου, καὶ μέρος ἐρωτικῶν, καὶ ἄξια ἀνδρῶν ποιητικά, καὶ ἐπὶ τούτου ὠνομάσθη καὶ τὸ βιβλίον τοῦτο Περιβόλι τοῦ Κόσμου.
            Ἡ πληρωμή του εἶναι μετὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ βιβλίου διὰ μὲν τοὺς συνδρομητὰς δραχ. 6, διὰ τοὺς λοιποὺς 8.
Μένω μὲ τὸ ἀνῆκον σέβας
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ
            Ἐν Ἀθήναις 1838, 2 Νοεμβρίου.

1 Η λέξη είναι ακατανόητη, αλλά η λειτουργία της μάλλον είναι συνδετική· ίσως εννοεί «κοντά» = επιπλέον, επίσης, ακόμη.

(β) Η Φήμη 22.4.1839 σ. 499. Ευχετήριο ποίημα για το Πάσχα.

Ἐκ τῶν τοῦ Κ. Ἐξαρχοπούλου.
»Γέγραπται τὰ γεγραμμένα, εἶναι τὰ προωρημένα,
»καὶ εἰς τὰ προωρημένα δὲν περνοῦν ἀντικειμένα.1
»Πολυετεῖς, πολυετεῖς μὲ δόξαν ἄκραν ἐφετεῖς!2
Χριστός . . . . . ἀνέστη . . . . . πρῶτος ἐναρεστὴς
στὴν . . . . . ἐκαλέσθη . . . . . τὴν ἐδέχθη . . . . .
ἐκ νεκρῶν, νὰ πατήσῃ τὸν ἐχθρόν. Θάνατον πατήσας τοὺς ἐχθροὺς καταπατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, δύναμις ἐνδύμασι. Ζωὴν χαρισάμενος, μεγίστους δόξης εὐφράμενος. Αμήν. Λοιπὸν σᾶς ἐπευχόμεθα.

1 Λέξη δυσανάγνωστη.
2 Οι λέξεις «ἐφετεῖς», «ἐφετόν», «ἐφέτι» επανέρχονται στην ποίηση του Εξαρχόπουλου, αλλά το νόημά τους δεν είναι σαφές. Σχετίζονται με το επίθετο «ἐφετός»: επιθυμητός, ποθούμενος;

(γ) Η Φήμη 13.5.1839 σ. 513. Προτρεπτικό ποίημα για ευνομία και πίστη στον βασιλιά.

Ἡ καλὴ γνῶσις εἰς τοὺς ἀνθρώπους μὲ φρονήματα χρηστά,
καὶ μὲ ζῆλον πίστις ἀγάπης σταθερά.
Εἰς τὸν βασιλέα των καθαρά,
εἶναι λαμπρὰ χαρά.
Καὶ μὲ ἔρωτα τῆς εὐνομίας,
ἀγάπης τε καὶ εἰλικρινείας.
Ἐν τῷ μεταξὺ πάντων ἡμῶν,
τότε χαίρουν εὐδαιμονίαν,
μὲ βουλὴν θείαν.
Σᾶς ἐπεύχομαι λοιπὸν
Ἕλληνες καλὴν φώτισιν·
Σοφίας δύναμις θείας.

ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ
Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

(δ) Η Φήμη 20.5.1839 σ. 522. Πολιτικό ποίημα με θέμα τη σχέση υπηκόων - βασιλιά.

Ὅ,τι βούλεται τινὰς νὰ κάμῃ,
            ὅταν σκέπτεται καλῶς δὲν χάνει·
πάντοτε ἀπολαμβάνει,
            τὰ ποθούμενα δὲν χάνει.
Ὅταν ἀστράπτῃ καὶ βροντᾷ ὁ Ἥλιος θαμπόνει,
            ἡ ἀτμοσφαῖρα φαίνεται τινὰς πῶς τὴν μαλόνει.
Ἔτσι καὶ τὰ βασίλεια ὅταν ἀγριευθοῦσι,
            κατὰ τῶν ὑπηκόων των ἄγρια θεωροῦσι.
Διὰ τοῦτο τὰ ὑπήκοα πρέπει γιὰ νὰ πασχίζουν
            νὰ χαίρωνται οἱ βασιλεῖς νὰ μὴ κακοκαρδίζουν.
Ἡ χαρὰ τῶν βασιλέων,
            εὐτυχία τῶν δικαίων.

ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ
Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ

(ε) Η Φήμη 3.6.1839 σ. 533. Ύμνος στον Όθωνα και την Αμαλία με αφορμή την επιστροφή τους στην Αθήνα. Όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα, περιλαμβανόταν στο Περιβόλι του Κόσμου.

Ὁ Κ. Γ. Ἐξαρχόπουλος μᾶς ἔδωσεν τὸ ἀκόλουθον ποίημα νὰ δημοσιεύσωμεν. Μολονότι ἡ ἐφημερίς μας ἔχει ἄλλα ἀντικείμενα νὰ πραγματευθῇ, μόλα ταῦτα ἐπιθυμοῦντες νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸ κοινὸν καὶ νὰ τοῦ δώσωμεν συγχρόνως ἀτελῆ τινα ἰδέαν τοῦ Περιβολίου τοῦ Κόσμου τὸ δημοσιεύομεν ἀπαράλλακτον ὡς μᾶς ἐδόθη.

            Δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ ὁποῦ1 ἦλθεν ὁ Ἥλιος καὶ Ἀντηλιοῦσα2 εἰς τὸν Θρόνον τους μὲ δόξαν τὴν ποιοῦσαν.
            Δόξα τῇ Κυραλεοῦσᾳ ὁποῦ χαρούμενα τοῖς ἐθεωροῦσαν.
            Σᾶς ἐπεύχομαι διὰ παντὸς ὁποῦ μὲ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην νὰ ἀναχωρίζετε καὶ μὲ λαμπρὰν ἀειθαλείαν, δόξαν καὶ εὐτυχίαν νὰ ἐπιστρέφητε,
            Με πολύτιμον ὑγεία διὰ τοῦ παντάνακτος βοηθεία.
            Ἀετὸς κι Ἀετοῦσα ἔφθασαν εἰς τὴν βασιλευούσα,3 μεγίστην χαρὰν κροτοῦσα, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἐπιδοῦσα ἀχόρταστα τοὺς ἐθεωροῦσα.
            Κι ἔλαμψε ἡ ἀτμοσφαῖρα καὶ ἔγεινε ἡ νύκτα μέρα ἀπὸ τὴν λάμψιν τοῦ Ἡλίου, καὶ συναστραπαὶ σελήνας λάμπει ἡ γῆ εἰς τὰς Ἀθήνας.
            Μέγιστος εἶναι καὶ ἀκριβῶς χαρὰ μεγάλη γενικῶς, ὁ πολύτιμός τους ἐρχομός.
            Ἡ λαμπρὰ ἀπουσία τους ἄφησε λύπη καὶ φρύξη εἰς τὰς Ἀθήνας πλῆξιν.
            Καὶ ὁ πολύτιμός τους ἐρχομὸς εἶναι λαμπρὰ χαρὰ ἀειθαλείας τοῦ λαοῦ καὶ Βασιλείας.
            Εἰς τὸ μέγιστον καὶ ἱλαρὸν πανεύφημον καὶ λαμπερόν, ποῦ εἶναι τὸ ὄνομα τὸ ἱερόν. Ζήτω Ὄθων πρῶτος καὶ Ἀμαλία. Ζήτωσαν μ’ ἀειθαλεία.
            Πλέον μεγίστη λαμπρὰ εὐδαιμονία μὲ ἡδονὴν ψυχῆς καρδίας, ἀειθαλὴς ἀειθαλείας ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Βασιλείας δὲν εἶναι ἄλλο τῆς ἀληθείας.
            Σᾶς ἐπεύχομαι λοιπὸν Βασιλεῦ μὲ φιλανθρωπίαν μὲ δικαιοσύνην θείαν νὰ κρίνῃς τὸν λαόν σου, νὰ ὑψοῦται τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν Οὐρανὸν τὸ θέλημά σου.
            Ὁ ἱερός σου ἴσκιος4 ἔχει ἑλκυστικόν, ἀθανάτου κομῆτος θὰ ἔχει ἀστρικόν, ζήτει λοιπὸν νὰ ἔχῃς φώτισιν θεϊκήν, καὶ ὅπου θελήσῃς πάτει, ἔχεις τὸ Ὀ ἰντάτη.5
            Ἥλιε, Ἥλη,6 Ἥλιε μὴ παύσῃς δυσωποῦσα, τὰ ὅσα σὲ ἱστόρησα μὴν τὰ παραβλεποῦσα καὶ ἐγὼ ἂν δὲν ἐγνώριζα δὲν σοῦ τὰ ἱστοροῦσα.
            1839 Ἰουνίου 2 Ἀθῆναι.
            Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ
            Εὐνόμων7 εὐπειθέστατος μὲ ζῆλον σταθερὸν σαφέστατος Ἡλίου καὶ Σελήνης ὑπήκοος θρένης,8 σᾶς ἐπεύχομαι εὐνοίως τὰ ποθούμενα ἀνδρείως. Ἀμήν.

1 Και εδώ και σε άλλα σημεία το «ὅπου» διορθώθηκε σε «ὁποῦ».
2 Οι όροι Ήλιος και Αντηλιούσα, Αετός και Αετούσα, Ήλιος και Σελήνη αναφέρονται στον Όθωνα και την Αμαλία.
3 Ο όρος αναφέρεται στην Αθήνα ως βασιλεύουσα πόλη της Ελλάδας και όχι στην Κωνσταντινούπολη.
4 Στο πρωτότυπο «ἴσκος».
5 Ακατανόητο. Ίσως αναφορά στο αρχικό γράμμα του ονόματος του Όθωνα;
6 Θηλυκό του «Ἥλιε»;
7 Ίσως εξαρχοπουλικό δημιουργημά με τη σημασία εύνομος, υπάκουος στους νόμους, εκτός αν πρέπει να διορθωθεί σε «εὐνόμως».
8 Λέξη ακατανόητη.

(στ) Η Φήμη 13.9.1839 σ. 641. Σημείωμα του Εξαρχόπουλου που το περιεχόμενό του δεν είναι σαφές. Στην αρχή του σημειώματος ίσως αναφέρεται σε κάποια διόρθωση που επέφερε στο Περιβόλι του Κόσμου σχετικά με μια ζαχαρένια βρύση. Στο τέλος γίνεται αναφορά στον θαυμασμό που προκαλεί το σύγγραμμά του, αλλά και στον φθόνο μερικών, ασφαλώς εκείνων που στήνουν εις βάρος του τις διάφορες φάρσες τις οποίες αναφέρει η εφημερίδα.

            Κυρία φίλτατη Ἑλλάς, ὅπου γράφει1 βρύσι ζαχαρένια2 τοῦ Περιβολίου τοῦ Κόσμου, μὲ συγχωρεῖ ἡ εὐγενὴς Ἑλλάς, ἐπειδὴ ἀντὶ ζαχαρένια, ἔπρεπε νὰ γράψῃ διαμαντένια καὶ τὴν ἀποθήκην τοῦ νεροῦ της ἀπὸ κρύσταλλον τῆς Σαξωνίας πορσελάνια τῆς Γαλλίας, ἐπειδὴ διὰ νὰ κηρύξῃ ἕνας τις Περιβόλιον βιβλίον, φέρει θαυμασμὸν μυρίων, καθὼς καὶ μερικοὶ ὡς μωρὰ παιδία ἐπαρακινήθησαν εἰς φθονερὰν κακίαν, τοὺς ἐρωτῶ λοιπὸν ἡ αἰτία ποία; Μήπως καὶ ἐνόχλησα κανένα!!
            Γ. Ἐξαρχόπουλος.

1 Στο πρωτότυπο «γράφεις». Η διόρθωση έγινε με βάση το επόμενο «γράψῃ».
2 Η ζάχαρη θα πρέπει να είχε σημαντικό ρόλο στο Περιβόλι του Κόσμου· πρβ. και στο άρθρο της Σφήκας παρακάτω την περιγραφή του ποταμού που οι όχθες του «εἶναι μὲ δένδρα ἀπὸ κάντιον καὶ μὲ ζαχαρένιους καρπούς». Δυστυχώς όμως δεν μας σώθηκε κάποια εκτενής περιγραφή αυτού του εξωπραγματικού τοπίου.

(ζ) Η Φήμη 20.4.1840 σ. 884. Ποίημα για το Πάσχα.

Λελαλέφ,      Τὸ κόκκινον, Λερμπαλέρ, τ’ αὐγό,
Λερμπαλέρ,   λαμπρὰν ἀράδα ἔχει αὐτό.
Λελαλέφ,      ἐπειδὴ εἶναι ἐπισήμου λαμπρᾶς,
Λερμπαλέρ,   ἀναστάσεως χαρᾶς,
Λελαλέφ,      τοῦ μονογενοῦς φωστῆρος,
Λερμπαλέρ,   τοῦ υἱοῦ Θεοῦ Σωτῆρος,
Λερμπαλέρ,   ὁποῦ διὰ τὴν ἄπειρον φιλανθρωπίαν
                     ἐκατέβη εἰς τὴν γῆν καὶ ἔλαβε θυσίαν,
Λελαλέφ,      διὰ νὰ γλυτώσῃ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν,
Λερμπαλέρ,   ἀπὸ τὰς μάστιγας τῶν Ἰουδαϊκῶν ζυγῶν,
                     ἔγεινε λοιπὸ τὸ κόκκινο τ’ αὐγό,
Λελαλέφ,      ἐπισήμου ἡμέρας λαμπρό,
Λερμπαλέρ,   διὰ τῆς ἀειθαλείας ἀειθαλές,
Λελαλέφ,      ὁποῦ ἔλαμψεν ὁ ἥλιος τῆς ἀληθείας
                     κόκκινον λοιπὸν αὐγὸ θυσίας.

Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

(η) Η Ταχύπτερος Φήμη 15.5.1840 σ.12. Προτρεπτικό ποίημα που συμβουλεύει τους αναγνώστες να είναι περίεργοι για κάτι που αναμένεται.

Μάστιγα τινὸς ἀνακραυγεῖ,
Ἡμέρας νύκτα καὶ αὐγή,
Νὰ δοῦμεν πλὴν ποῦ θὲ νὰ βγῇ
Αὐτὴ ἡ μέγιστη κραυγή. 1
Μὲ φαίνεται πῶς θὲ νὰ βγῇ
Ἡμέρα ἀπὸ τὴν αὐγή.
Ἐστὲ λοιπὸν περίεργοι,
Διὰ τὸ στὰμ σταφέτι,
Κοντοσύλλαβα ἐφέτι.2
Γαλαρέ ! ! ! Ἐξαρχόπουλος γαλέρ,
Ὑψηλὰ βαλέρ.2

Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

1 Στον τέταρτο στίχο προστέθηκε τελεία, στον πρώτο η τελεία έγινε κόμμα.
2 Ακατανόητες λέξεις που ο Εξαρχόπουλος σχολιάζει με τον δικό του τρόπο σε επόμενο φύλλο.
3 Η εξαρχοπουλική λέξη «βαλέρ» χρησιμοποιήθηκε την ίδια εποχή από τον Θ. Ορφανίδη στο σατιρικό του δίστιχο «Λελαλὲφ καὶ λέρμπαλέρ. / Εἰς τὸν Μεδρεσὲ βαλέρ.». Βλ. Τοξότης, φυλ. Γ’ & Δ’, Μάιος & Ιούνιος 1840, σ. 83.

(θ) Η Ταχύπτερος Φήμη 29.5.1840 σ. 28. Σημείωμα προς τους αναγνώστες για κάποιες ακατανόητες λέξεις του προηγούμενου ποιήματος και νέο ποίημα για την ημέρα της Αναλήψεως. Σε εξαρχοπουλικό πνεύμα ο ποιητής προτείνει στους αναγνώστες που δεν κατανόησαν τις φράσεις «στὰμ σταφέτι» και «κοντοσύλλαβα ἐφέτι» του προηγούμενου ποιήματός του να πλυθούν με ροδόσταγμα και να καπνιστούν με διαφόρων ειδών αρώματα, προκειμένου να αποκτήσουν την διανοητική ικανότητα να τις κατανοήσουν.

            Λελαφὲφ εἰς τοὺς Κυρίους ἀναγνώστας τῆς Κυρίας Φήμης, λερμπαλὲρ ὅσοι δὲν ἐννοοῦσαν τὴν λέξιν, τὸ στὰμ σταφέτι, τί ἐννοοῦσε τὸ κοντοσύλλαβα ἐφέτι.
            Παρακαλοῦνται λοιπὸν εἰς τὸ ἑξῆς διὰ νὰ νίπτωνται μὲ ροδόσταγμα, λερμπαλὲρ καὶ νὰ καπνίζωνται καὶ μὲ διαφόρων εἰδῶν ἀρώματα, καὶ ἑπομένως νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ ἐξετάζουν τοῦ μικροῦ νοὸς1 Γ. Ἐξαρχοπούλου τὰς προμηνυούσας λέξεις, καὶ ἐν ταὐτῷ ἀφοῦ καπνίζονται μὲ ἀρώματα καὶ νίπτονται μὲ ροδόσταγμα, ἀποκτοῦν μίαν χάριν ξεχωριστήν, ὁποῦ εἶναι πολλὰ γνωστή, καὶ ἰντελικατέτζια τῆς ἰντελικατέτζιας.
            Ἕνα τέρας τῆς ἀειθαλείας,
            ἦτον ἡ ἡμέρα τῆς ἀναλήψεως ἐπ’ ἀληθείας.
            Ἔβλεπες τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ,
            εἰς κυματισμοὺς κυματισμούς,
            ὡς λαμπρῶν χειμάρρων κινημούς.
            Μὲ μίαν εὔτακτον ἀειθαλείαν,
            οἱ ἄνθρωποι τῇ ἀληθείᾳ,
            καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγείαν,
            τοὺς ἐπεύχομαι τῇ ἀληθείᾳ.
            Τάξεις τάξεις ἔβλεπες μὲ εὐταξία,
            ὡς νὰ ἤθελεν εἶναι παρὼν καὶ ἡ Βασιλεία.
            Ἐπαινεῖται ὅμως εἰς αὐτὴν ἡ ἄγρυπνος εὐταξία.
            Τῆς χωροφυλακῆς Γ. Ἐξαρχόπουλος εἶναι ὁμολογητής.
           
            Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

1 Περίεργη μετριοφροσύνη (ίσως ειρωνική;) εκ μέρους του ποιητή, ο οποίος συνήθως εμφανίζεται βέβαιος για τη μεγάλη σπουδαιότητα και αξία του έργο του.

(ι) Η Ταχύπτερος Φήμη 1.6.1840 σ. 32. Σημείωμα αρκετά δυσνόητο, με σαφείς όμως προτροπές για δικαιοσύνη, ομόνοια και πίστη στον βασιλιά. Δεν είναι επίσης σαφές προς ποιους απευθύνετε. Στην πρώτη δημοσίευση το κείμενο τυπώνεται ως μία ενιαία παράγραφος, ωστόσο είναι περίεργη η κεφαλαιογράμματη υπογραφή Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ στο κέντρο του κειμένου. Δεν είναι εύκολο να αποφασίσει κανείς αν η υπογραφή τυπώθηκε εκεί εκ παραδρομής ή αν έχουμε να κάνουμε με δύο σημειώματα που κατά λάθος ενώθηκαν.   

            Βλέπω αἱ ἁμαρτίαις τῶν Ἑλλήνων ἐφωτίζοντο ἐκείνων, καὶ νομοθετεῖ ὀρθῶς, καὶ ἐμπορεῖ νὰ γένῃ πρᾶξις ἡ μεταβολή του, τάξις. Πάρτε μέτρα τοῦ λοιπόντος, Κύριοι τοῦ Ξενοφῶντος!! καὶ γνωρίζετε τὰ συμφέροντά μας1 ποῖα εἶναι τὰ καλλίτερά μας· λοιπὸν τὰ καλλίτερά μας εἶναι, τὴν δικαιοσύνην νὰ φιλοῦμεν καὶ τὴν ἀδικίαν νὰ τσαλαπατοῦμεν, τὴν ὁμόνοιαν νὰ ἀσπασθοῦμεν μὲ πίστιν καὶ ἀγάπην σταθερὰ εἰς τὸν Βασιλέα μας καθαρά, ἰδοὺ λοιπὸν ἡ εὐτυχία μας καθαρά, ἔξεσθε2 λοιπὸν τὰ μέλη καὶ φωτίζετε τὰ μέρη Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ τὸ ἐὰν αὐτοὶ πασχίζουν διὰ νὰ εὐταξήσουν ὁποῦ τὴν δικαιοσύνην νὰ αὐξήσουν μὲ σκοπὸν τὰ ἔθνη νὰ εὐχαριστήσουν διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν μὲ ἀκλόνητους κολώνας τὴν ἐξουσίαν τους εἰς τοὺς αἰῶνας· ποῦ μένει λοιπὸν ἡμεῖς λερμπαλὲρ ἐρωτῶ σας νὰ μὲ πῆτε, τί λοιπὸν ἐσεῖς φρονεῖτε· κάμνω παῦσιν διατὶ ἀδημονῶ παρατηρῶντας καὶ βλέποντας πονῶ καὶ θέλει ἐξακολουθήσει τὸ πόνημα αὐτὸ βαθμηδὸν τὴν ὀρθὴν ὁδόν· κατὰ τὸ παρὸν λάβετε ἕως ἐδῶ καὶ τὰ μέλη νὰ ξυπνίσετε ὁποῦ τὰ μέρη νὰ φωτίσετε, εἰ δὲ ἀλλέως,3
Ράμφη !!! Ἰσραμφί !!! Ἄμφη !!!2
            Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

1 Στο πρωτότυπο «σας». Η αντωνυμία διορθώθηκε με βάση τους τύπους που ακολουθούν.
2 Συνηθισμένες εξαρχοπουλικές λέξεις.
3 Αν πρόκειται για δύο σημειώματα, τότε και τα δύο κλείνουν με αναφορές στα «μέλη» και τα «μέρη» που θα πρέπει να φωτιστούν.

(ια) Η Ταχύπτερος Φήμη 5.6.1840 σ. 36. Θυμωμένο σημείωμα εναντίον κάποιου τυπογράφου που παραποίησε την «προκήρυξιν τοῦ συγγράμματός» του.

            Ἐπειδὴ καὶ ἔδωσα εἰς τὸν Κ. Κ. διὰ νὰ τυπώσῃ τὴν προκήρυξιν τοῦ συγγράμματός μου, καὶ αὐτὸς τὴν ἐμασκάρεψε, μένει ἄκυρος, διὰ νὰ τὴν κάμῃ ὁ ἴδιος ὁποῦ τὴν ἐτύπωσε σκορδαλιά, διὰ νὰ παίρνῃ κάθε πουρνὸ καὶ τὸ ἑσπέρας ἀπὸ ἕνα χουλιάρι τῆς σούπας.
           
            Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

(ιβ) Η Ταχύπτερος Φήμη 11.9.1840 σ. 124. Ποίημα με γενικό θέμα τα σφάλματα και τη γνώση.

            Ὅσον θέλει ἂς φωνάζει, ὁ ποιμὴν σὰν δὲν πηγάζει· πόθεν συνίσταται ἡ πηγὴ τῶν ποιησάντων, ὁποῦ μὲ δόξαν καὶ τιμὴν πρέπει τὸ φουσάντο.1
            Εἶναι χνέρι τῶν χνερίων εἰς τὸν βίον, διὰ νὰ ἠξεύρῃ τινάς, ὅπου νὰ μεταχειρίζηται τοὺς τινάς.
            Καὶ διὰ νὰ ἠξεύρῃ πρέπει νὰ μανθάνῃ, πρέπει ὅμως διὰ νὰ ἐγνωρίζῃ καὶ τοὺς τρόπους ὁποῦ μὲ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ τὰ μανθάνῃ, εἰ δὲ ἀλλέως πάντα λανθάνει.
            Καὶ νὰ λανθασθῇ μικρὸν ὡς μικρὸν τσαλαπατεῖται, μὰ τυχαίνει καὶ σφάλλει μεγάλως, καὶ τιμωρεῖται ὡς οὐδεὶς ἄλλος.
            Ἀγρικᾶτε μου καὶ δεῖτε,
            μὴ ψευδὲς νὰ τὸ θεωρεῖτε,
            ἀλλ’ ὡς ἑπταληθέστατον νὰ τὸ θεωρεῖτε.
            Καὶ τί, θαρρεῖτε, εἶναι γνώσεις καὶ γνωσάκια,
            ὁποῦ εἶναι μικρὰ σὰν τὰ λεπτάκια,
            καὶ τὰ λεπτάκια, ὡς παραμικρὰ
            τίποτε δὲν σημαίνουν αὐτά,
            πλὴν τὰ μεγάλα ὡς μεγάλα,
            ἀντικρίζουν τὰ μεγάλα,
            καὶ τὰ κάνουν μέλι καὶ γάλα.
            Ἔξασθε2 λοιπὸν καὶ δεῖτε,
            καὶ ἑπομένως ὁμιλεῖτε.
            Τὸ λαὶρ μπαλὲρ σᾶς ὁμιλεῖ, καὶ μὲ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματός μου θεωρεῖ ξυφυμαλέρ! καρδία ψυχὴ τῆς γενναιομεγαλοψυχίας, καὶ μεγαλοπρεπείας, τὸ ξυφιλμαλὲς εἶναι ἐπ’ ἀληθείας.
            Λὲρ μπαλέρ ! ! !
            Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

1 Ίσως εννοεί το «φουσάτο»;
2 Στο σημείωμα της 1.6.1840 η περίεργη αυτή προστακτική έχει τη μορφή «ἔξεσθε».

Β. Ειδήσεις για τον Γ. Εξαρχόπουλο στην εφ. Η Φήμη.
Την ίδια περίοδο στην Φήμη δημοσιεύονται και αρκετές ειδήσεις, συνήθως κωμικές, για τον Εξαρχόπουλο. Συχνά πρόκειται για φάρσες που στήνονται εις βάρος του ποιητή από τους ανθρώπους του περιβάλλοντος της εφημερίδας, όπως η αναγγελία για την πώληση του συγγράμματός του σε κάποιον μεγαλέμπορο από την Κίνα για 32.000 δίστηλα, η οποία όμως τελικά θα ματαιωθεί εξαιτίας των ραδιουργιών φίλων του· η μετάφραση σημειώματος για τον ποιητή από γαλλική εφημερίδα με τον εξωφρενικό αριθμό φύλλου 125.679 και την εξωπραγματική ημερομηνία 32 Αυγούστου 1859· αλλά και η καταστροφή ενός μέρους του Περιβολιού του Κόσμου.

(α) Η Φήμη 22.6.1838 σ. 1.
            Λέγεται ὅτι Τυπογραφία τις μεταξὺ τῶν ἄλλων κοινωφελῶν συγγραμμάτων ἀνεδέχθη καὶ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν Ἐξαρχοπουλικῶν Ποιημάτων. Ἡ ἔκδοσις θέλει εἶσθαι τῶν λαμπροτέρων καὶ περιεργοτέρων, διότι πρὸς διάκρισιν περισσοτέραν θέλει γείνει μὲ στοιχεῖα τῶν 48 γραμμῶν, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ θέλει τεθῆ ἡ εἰκὼν τοῦ Ποιητοῦ-Σοφραζήπαση.

(β) Η Φήμη 26.11.1838 σ. 4.
            Πληροφορούμεθα ὅτι τὸ σύγγραμμα τοῦ κυρίου Γεωργίου Ἐξαρχοπούλου, τὸ ἐπιγραφόμενον: Περιβόλι τοῦ κόσμου, παρεδόθη εἰς τὰ Πιεστήρια.

(γ) Η Φήμη 27.5.1839 σ. 530.
            Η εφημερίδα αναδημοσιεύει έναν διάλογο σε στίχους «τοὺς ὁποίους δίδομεν εἰς φῶς διὰ νὰ μὴ νομίσῃ ὁ Ποιητὴς Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι δύο δραματοποιοὶ ὅμοιοί του εἰς τὸν σημερινὸν Αἰῶνα».

(δ) Η Φήμη 10.8.1839 σ. 609.
            Ὁ Κύριος Ἐξαρχόπουλος Γεώργιος ἐπώλησε πρός τινα μεγαλέμπορον τῆς Κίνας ὀνομαζόμενον Π. Κουροφούτογλουν τὸ περίφημον ποίημά του, Τὸ περιβόλι τοῦ κόσμου, διὰ δίστηλα 32.000, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει εἰς τὴν ἔκπνευσιν τῆς ἐγχειρισθείσης αὐτῷ συναλλαγματικῆς.
            Συγχαιρόμεθα τὸν Κύριον Ἐξαρχόπουλον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην, καὶ τὸν προτρέπομεν νὰ προλάβῃ τοὺς Κυρ. Τραπεζίτας, συσταίνων αὐτὸς χρηματιστικὴν τράπεζαν. Ἡ Ἑλλὰς θέλει τοῦ στήσῃ ἐν καιρῷ ἀνδριάντα εὐγνωμοσύνης.

(ε) Η Φήμη 17.8.1839 σ. 616.
            Ὁ Κ. Γ. Ἐξαρχόπουλος ὁ ποιητὴς εἶχεν ἐκλέξει ἐκ τῶν τεμαχίων τῶν ποιημάτων του τὸ ἄνθος δηλ. τὰ οὐσιωδέστερα μὲ τὴν θέλησιν νὰ μᾶς τὰ δώσῃ νὰ τὰ δημοσιεύσωμεν εἰς τὴν Φήμην, ἀλλὰ κακῇ τύχῃ μερικοὶ κακότροποι καὶ φθονεροὶ τοῦ τὰ ἔσχισαν· αὐτὸς ὅμως δὲν ἔχει βαρυνθῇ νὰ ξαναποιήσῃ αὐτὰ ἐὰν τὰ ἐνθυμηθῇ.

(στ) Η Φήμη 19.8.1839 σ. 620.
            Ἀκούομεν μὲ λύπην μας ὅτι καὶ ἓν ἄλλο μέρος τοῦ ἀνθοστολίστου Κοσμικοῦ περιβολίου τοῦ Κ. Ποιητοῦ Ἐξαρχοπούλου κατέφαγον οἱ ἐπιζήμιοι ποντικοί· διότι, κατὰ κακὴν τύχην, εἶχε μυρίσει ἀπὸ τὸ φωτίσαν τὰς νυκτερινὰς φαντασίας τοῦ Ποιητοῦ μας εὔοσμον Κηρί τοῦ Γαλατσίου.

(ζ) Η Φήμη 6.9.1839 σ. 633.
            Ὁ Κ. Γεώργιος Ἐξαρχόπουλος ἐζημειώθη μεγάλως, διότι ἡ περὶ πωλήσεως τοῦ συγγράμματός του, τὸ Περιβόλιον τοῦ Κόσμου, διαπραγμάτευσις κατέστη γνωστή, καὶ ἑπομένως οἱ φίλοι του ἔλαβον καιρὸν καὶ ἐραδιούργησαν, πρὶν ὑπογραφῇ ἡ συναλλαγματική.

(η) Η Φήμη 7.10.1839 σ. 669.
            Ἀριθ. 125.679.
            Ἐκ τῆς ἐφημερίδος ἡ Ἐθνική.
            Τῇ 32 Αὐγούστου 1859.
            Μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἀνέγνωσαν οἱ σοφοὶ τῆς Γαλλίας εἰς τὴν Ἐλληνικὴν ἐφημερίδα ἡ Φήμη ὅτι ὅσον τάχος ἐκδίδεται εἰς τὴν νεοελληνικὴν γλῶσσαν τὸ περιβόητον σύγγραμμα τοῦ σοφοῦ ποιητοῦ Κ. Ἐξαρχοπούλου Τὸ Περιβόλιον τοῦ Κόσμου. Ὁ πεφωτισμένος κόσμος ἀνυπομόνως περιμένει τὴν δημοσίευσιν τοιούτου ἀξιολόγου συγγράμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχονται τόσαι ὑψηλαὶ καὶ σοφαὶ ἰδέαι.
            Βεβαίως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θέλει διορίσει τὸν ἐν Ἐλλάδι πρέσβυν της διὰ νὰ τῇ ἐξαποστείλῃ διάφορα ἀντίτυπα τούτου τοῦ σπανιωτάτου συγγράμματος τοῦ σοφοῦ ποιητοῦ Ἐξαρχοπούλου, ἥτις δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι θέλει διορίσει τοὺς πλέον σοφοὺς ἄνδρας τῆς Γαλλίας διὰ νὰ τὸ μεταφράσωσιν εἰς τὸ Γαλλικὸν πρὸς φωτισμὸν τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους.
            Σ.Σ. Κατ’ αἴτησιν τοῦ σοφοῦ Κ. Γ. Ἐξαρχοπούλου δημοσιεύομεν τὴν ἀνωτέρω ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ μετάφρασιν.

(θ) Η Φήμη 14.10.1839 σ. 677.
            Σε είδηση ότι κάποιος χωρικός στην Νάξο βρήκε έναν βόλο καθαρού αργύρου η εφημερίδα σημειώνει: «Ἰδοὺ καιρὸς νὰ ἐκδώσῃ καὶ ὁ Κ. Ἐξαρχόπουλος τὸ Περιβόλι του Κόσμου, τὸ ὁποῖον ποίημα τοῦ σοφοῦ τούτου ποιητοῦ θέλει πραγματεύεσθαι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ περὶ τῶν θέσεων τῶν πολυτίμων μετάλλων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαγωγῆς αὐτῶν!!!»

(ι) Η Φήμη 27.4.1840 σ.881.
            Ἄδεται ὅτι ὁ Κ. Ἐξαρχόπουλος ἀπὸ τὸν ἰδιωτικὸν μεταβαίνει εἰς τὸν πολιτικόν <στίβον>, ὅπου θέλει διαπρέψει.
            Σ.Σ. Παρακαλοῦμεν τὸν δημόσιον κατήγορον νὰ μὴ μᾶς καταδιώξῃ διὰ τὴν τὸν Κ. Ἐξαρχόπουλον ἀφορῶσαν κοινοποίησιν, οὔτε νὰ θεωρήσῃ αὐτήν, ὡς καὶ τὴν περὶ τοῦ Κ. Ζωγράφου, πολιτικήν, διότι ὀμνύομεν ὅτι σκοπὸν πολιτικὸν κανένα διὰ τούτου δὲν ὑποτρέφομεν, ἀλλὰ τὸ ἠκούσαμεν.

(ια) Η Ταχύπτερος Φήμη 3.7.1840 σ. 63.
            Ὁ Μεγαλόνους ποιητὴς Κ. Γ. Ἐξαρχόπουλος ἔχει ἕνα γράμμα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Ταχ. Φήμης καὶ προσκαλεῖται νὰ τὸ λάβῃ.

Γ. Σατιρικό άρθρο στην εφ. Η Σφήκα
Στην εφημερίδα Σφήκα της 9.2.1842 δημοσιεύτηκε σατιρικό άρθρο του συντάκτη της εναντίον του συντάκτη της εφ. Μέλισσα. Το άρθρο της Μέλισσας δεν σώζεται κι έτσι δεν είναι εύκολο να φανταστούμε την αιτία της αντιπαράθεσης των δύο εφημερίδων. Στο άρθρο του ο συντάκτης της Σφήκας προσποιείται ότι δεν μπορεί να κατανοήσει το τελευταίο άρθρο της Μέλισσας και μετά από κάποιες μάταιες προσπάθειες, καταφεύγει στον ποιητή Εξαρχόπουλο για να του το εξηγήσει. Έχουμε έτσι μια αρκετά εκτενή περιγραφή του Εξαρχόπουλου στο προσωπικό του χώρο, στην οποία παρουσιάζεται αγέρωχος και με υπερβολική πεποίθηση στην ποιητική του αξία, αλλά επίσης «ἀγαθὸς καὶ ἄκακος». Εξηγεί διάφορες φράσεις του άρθρου της Μέλισσας με συλλογισμός που βασίζονται σε αρκετά ελεύθερους και παράλογους συνειρμούς, ενώ στο τέλος ως απάντηση στον αντίπαλο συντάκτη απαγγέλλει κι ένα δικό του ποίημα, το οποίο δεν αποκλείεται να είναι αυθεντικό, δεδομένου ότι ο συντάκτης της Σφήκας φαίνεται να είναι εξοικειωμένος με τον Εξαρχόπουλο και θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε κείμενά του. Στην πρώτη δημοσίευση το άρθρο, προφανώς για λόγους εξοικονόμησης χώρου, δημοσιεύεται ως μία ενιαία παράγραφος, ενώ και το ποίημα του Εξαρχόπουλου τυπώνεται σαν πεζό κείμενο· για να διευκολυνθεί η ανάγνωση, το κείμενο χωρίστηκε σε παραγράφους και χρησιμοποιήθηκαν  εισαγωγικά στους διαλόγους, ενώ και το ποίημα του Εξαρχόπουλου έγινε προσπάθεια να χωριστεί σε στίχους.

Ἀπάντησις φιλικὴ πρὸς τὸν Σοφολογιώτατον Συντάκτην τῆς Μελίσσης εἰς τὴν ὁποίαν δὲν νομίζομεν νὰ θυμώσῃ

            Μ’ ἐσήκωσες μὰ τὴν ζωήν μου τὴν ἡσυχίαν, καὶ περιπατῶ ὡσὰν παλαβός· τέσσαρα ἡμερόνυκτα δὲν ἔκλεισα ὀμμάτι ἀπὸ τὴν ἀπορίαν εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἔβαλες· ὁ Διάβολος μ’ ἐφώτισε διὰ νὰ σὲ εἰπῶ ὅτι ἠξεύρεις πολλὰς γλώσσας διὰ νὰ μὲ ξετρελλάνῃς· ἐγὼ ἀδερφὲ δὲν ἐδιάβασα τόσα βαθιὰ ἐλληνικά, ὁ δάσκαλός μου ὁ μακαρίτης Λαυρέντιος ἀφοῦ ἔφθασα εἰς τὸν Αἴσωπον1 μ’ ἔστειλε στὸ σπῆτι μας μὲ καμμία τριανταριὰ παιδιὰ καὶ μὲ ἕνα καλάθι γεμάτον ὀπωρικά, καὶ αὐτὸς καταπόδι ἦλθεν εἰς τοὺς γονεῖς μου καὶ τοὺς εἶπεν ὅτι ἔσωσα τὰ γράμματα, ὥστε καὶ Δεσπότην ἠμποροῦσαν νὰ μὲ κάμουν. Οἱ γονεῖς μου ἔκτοτε μὲ ἐθεωροῦσαν ὡς σοφὸν καὶ τὸν πρῶτον γραμματισμένον τοῦ τόπου μας, καὶ ἐγὼ ἔλεγα τῶν παππάδων πότε ἀρχηνᾷ ἡ μεγάλη τεσσαρακοστὴ καὶ πότε ἔρχεται τὸ Πάσχα. Ἀπὸ τὰ μαθήματά μου λοιπὸν καταλαμβάνεις ὅτι ἐγὼ στὰ βαργιὰ ἑλληνικὰ δὲν ἐπῆγα καὶ μάλιστα στὰ ποιητικά· ποῖος δαίμων ἆρα σὲ ἐφώτισε φίλε μου νὰ μὲ κενώσῃς εἰς τὸ ἄρθρον τὸ εἰς τὸ φύλλον 18 τῆς Μελίσσης σου ὅλας τὰς λέξεις τοῦ Βαρίνου;2 Ἐγὼ ἠμπορῶ εὐσυνειδήτως νὰ σὲ κάμω τὸν σταυρόν μου διὰ νὰ πιστεύσῃς ὅτι δὲν ἐκατάλαβα μήτε σπυρὶ λέξιν. Ἐδοκίμασα νὰ ἐξηγήσω τίποτε, ἔψαξα τὴν μικράν μου βιβλιοθήκην, ἥτις ἔχει θησαυροὺς ψυχαγωγιῶν τοῦ δασκάλου μου ἀπὸ τὸν Χρυσολωρᾶ καὶ τὸν Αἴσωπον,3 ἔβγαλα τὸ λεξικὸν τοῦ Ψύλλα,4 διότι αὐτὸ ἠμπόρεσα νὰ ἀποκτήσω, ἐδανείσθην ἀπὸ ἕνα φίλον μου μαθητὴν καὶ τὸ λεξικὸν τοῦ Βλάχου,5 τὰ ἔστρωσα ὅλα ἐπάνω εἰς τὸ τραπέζι μου, ἐξεφυτίλισα τὸ λυχνάρι μου, ἐμετροφύλλησα ἀπ’ ἐδῶ, ἔψαξα ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ μολονότι τ’ αὐτιά μου ἦσαν ὡς τὰ παγωτὰ τοῦ Σάντου ἀπὸ τὸ κρῦον, ἤρχησα νὰ ἱδρώνω ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν μου· τίποτε τίποτε δὲν ἐννόησα, μάλιστα ὅταν ἦλθα εἰς τὰ φράγκικα ἄραξα καὶ ἀπελπίσθην. Ὑπῆγα εἰς ἕνα γραμματισμένον νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ ἐξηγήσῃ τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ φθονερὸς ἄρχησε νὰ γελᾷ μὲ τόσην ὄρεξιν, καὶ τόσον δυνατά, ὥστε τὸν ἔστειλα στὸ Διάβολο καὶ ἔφυγα. Ἀφοῦ ἐβγῆκα τὴν θύραν τοῦ μισοκάλου τούτου λογιωτάτου, ἐπεκαλέσθην ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μὲ βοηθήσουν· καὶ τῳόντι μὲ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ὁ ἀγαθὸς καὶ ἄκακος ποιητὴς Ἐξαρχόπουλος, καὶ ἀπεφάσισα νὰ προστρέξω εἰς αὐτόν, ὅθεν διευθύνθην εἰς τὴν οἰκίαν του. Μόλις ἔσπρωξα ὀλίγον ἐλαφρὰ τὴν θύραν, καὶ εὑρέθην ἐνώπιόν του·
            «Τί θέλεις ἀκατάστατε τέτοιαν ὥραν εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς ποιητοῦ χωρὶς ἄδειαν; μὲ ἐμπόδισες ἄμυαλε, μὲ ἔχασες ἕνα θησαυρὸν ὁποῦ ἐγὼ τώρα καταγίνομαι καὶ γράφω εἰς τὸν ποταμόν, ὁποῦ ροβολᾷ εἰς τὸ ρεῦμά του μῆλα καὶ ροδάκινα, καὶ ὁποῦ ὅχθαις του εἶναι μὲ δένδρα ἀπὸ κάντιον6 καὶ μὲ ζαχαρένιους καρπούς· φεῦγα νὰ κλείσω τὴν θύραν μου».
            «Διὰ ὄνομα Θεοῦ», τοῦ ἀπεκρίθην, «μὴ μὲ διώχνεις πατέρα μου, διότι εἶμαι χαμένος ἄνθρωπος, ἦλθα νὰ μὲ βοηθήσῃς».
            «Καὶ τί θέλεις ἀπὸ ἐμένα;»
            «Ἦλθα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μὲ ἐξηγήσῃς ἕνα ἄρθρον τῆς Μελίσσης».
            «Τῆς Μελίσσης; φοῦ, μεγάλη δουλειά, στάσου, ἐγὼ ἔχω ἡλιακοὺς θησαυρούς, τώρα νἀνοίξω τὸ μεγάλο μου σύγγραμμα, τὸ περιβόλι τοῦ κόσμου, εἰς τὸ ὁποῖον μἔδωκεν ἀρραβῶνα Κ. Στεφανίδης7 πενῆντα χιλιάδες κολωνάτα νὰ τὸ ἀγοράσῃ, καὶ νὰ σεὕρω μέσα ,τι θέλεις».
            Ἐπλησίασε λοιπὸν μὲ μεγάλην προσοχὴν καὶ σέβας Κ. Ἐξαρχόπουλος εἰς ἕνα ἑρμάριον, τὸ ὁποῖον εἶχε κατασκευάσει προσπάπους τῆς ἑβδόμης γενεᾶς τῆς οἰκοδεσποίνης του, καὶ τὸ ὁποῖον μόλις ἤγγισε, καὶ τὸ φύλλον του εὑρέθη εἰς τοὺς πόδας τοῦ ποιητοῦ. Ἐν τούτοις μὲ φλέγμα ἀπαραδειγμάτιστον νέος τῆς Ἑλλάδος Ὅμηρος ἔφερεν ἕνα ἄπειρον ὄγκον φύλλων ἀρμαθιασμένον εἰς μίαν κλωστὴν καὶ τὰ ἔθεσεν ἐπὶ τῆς τραπέζης του.
            «Ἄρχησε παιδί μου», μὲ λέγει, «νὰ διαβάζῃς ἐσὺ τὴν ἐφημερίδα, διότι ἐγὼ τὴν νύκτα δὲν καλοδιαβάζω, ἐξ αἰτίας ὁποῦ μεγάλη μελέτη καὶ οἱ ἄπειροι κόποι μἐξασθένισαν τὸ φῶς μου».
            Ἤρχησα λοιπὸν νἀναγινώσκω μὲ ἔμφασιν τὸ ἄρθρον τοιούτῳ τρόπῳ, ὥστε ἂν ἔζη Δημοσθένης ἤθελεν ἀπορήσει εἰς τὴν εὐγλωττίαν μου· ἀφοῦ ἦλθα εἰς τὴν λέξιν Γεφυρισμός”,8
            «, στάσου τώρα νὰ σὲ εἰπῶ τί λέγει· παραπονεῖται ὅτι ἐνῷ ἐσὺ ἠξεύρεις νὰ κατασκευάζῃς γεφύρας μόνον, λέγεις τὸν συντάκτην τῆς Μελίσσης Ραββῖνον, δηλαδή, Χαχάμην».
            «Μὰ ἔχει ἄδικον κ. Συντάκτης» τὸν εἶπα «νὰ ὑποθέτῃ ὅτι λέξις τόσον ἱερὰ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ἠμπορεῖ νὰ θεωρῆται ὡς ὑβριστική».
            «Ἄφες αὐτὰ καὶ διάβαζε παρακάτω».
            Ἤλθαμεν εἰς τὴν λέξινκνώδαλακαὶ πάλιν μὲ διέταξε νὰ σταθῶ ἐκεῖ· «τοῦτο» τὸν εἶπον «τὸ ἐκατάλαβα, αὐτοὶ κνώδαλα ὀνομάζουσι ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ εἴπωσι τιποτένιους»· ἐδῶ ἄναψε ἀπὸ θυμὸν κ. Ἐξαρχόπουλος, «λοιπὸν ἄμυαλε», μὲ φωνάζει ἐγειρόμενος μὲ ὁρμήν, «ἦλθες νὰ μὲ δείξῃς ὅτι εἶσαι φιλόσοφος; ἐσὺ μόνον νὰ διαβάζῃς, καὶ νὰ μὴ λαλῇς»· τί νὰ κάμω, ἤρχησα πάλιν νὰ ἀναγινώσκω· «, στάσου τώρα, ἐδῶ εἶναι δουλειά», μὲ λέγει, «εἶσαι ξόανον, τίποτε δὲν νιώθειςροδιακὴν τρύγα,9 τρύγα, τρύγα”»· ἐδῶ ἔπιασε ζάλη τὰ φύλλα τοῦ περιβολίου τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἁρμάτωσε τὸν μῦτόν του μὲ ἕνα ζευγάρι μυτογιάλια, τὰ ὁποῖα ἔχει κληρονομίαν ἀπὸ τὴν μακαρίτισσαν μάμμην του, ἐμετροφυλλοῦσε μὲ τόσην ὁρμήν, ὥστε σἐφαίνετο ὅτι ἔπεσεν εἰς τὴν πνοὴν τοῦ βιαιοτέρου ἀνέμου· ἀρκετὴν ὥραν ἠσχολήθη εἰς τοῦτο τὸ ἔργον, ἐνῷ ἐγὼ ἀφἑτέρου ἐπαρατήρουν τὰς ψυχαγωγίας τοῦ Χρυσολωρᾶ καὶ τοῦ Αἰσώπου καὶ ἀγάλια ἀγάλια ἐγύριζα τὰ φύλλα τῶν λεξικῶν.
            «Τοῦτο θέλει νοῦν» φωνάζει Ποιητής, «ἐδῶ θέλει ἡλιακὰ φρονήματα νὰ τὰ καταλάβῃ κανείς, δὲν ὠφελοῦσι τὰ λεξικά· τώρα ἐνθυμήθην τί ἐννοεῖ Συντάκτηςροδιακὴν τρύγα· ἐγὼ ὅταν ἐκαθόμην εἰς τὸ Ροδακιὸ10 εἰς τῆς Κυρὰ Μπίλιος τὸ σπῆτι ἐπαρατήρησα ὅτι αὐτὴ εἶχεν ἕνα μεγάλον ληνόν, καὶ ὅσοι γείτονες ἐτρύγουν τὰ σταφύλια των τὰ ἐπατοῦσαν ἐκεῖ· ἐκατάλαβες ἀνόητε; “ροδιακὴν τρύγαὀνομάζει Συντάκτης, τῆς κυράτζα Μπίλιος τὸν ληνόν, τὄβραμε και αὐτό· παρακάτω».
            «Ἀμὴ τὰ φράγκικα Κύριε Ἐξαρχόπουλε».
            «Ἐγὼ φράγκικα δὲν ἠξεύρω, λοιπὸν μὴ μὲ ζαλίζῃς· λέγε παρακάτω».
            ὑπομονή μου Κύριε Συντάκτα ἦτον ἀξία βραβείου· ἤρχησα πάλιν τὴν ἀνάγνωσιν· ὅταν κατευοδόθην μετὰ τοσαῦτα ναυάγια τῆς γλώσσης μου μεταξὺ τῶν περιπλοκῶν τῶν ἑλληνικῶν Σας περιόδων εἰς τὴν φράσινβαθεῖαν ἄλοκα”,11 σοφὸς ἑρμηνεύς μου μἐσταμάτησε μὲ ἕνα πλατύτατον γέλωτα.
            «Ἔχομεν καὶ ἀπὸ τέτοια· λάθος τυπογραφικόν, ἤθελε νὰ γράψῃβαθιὰ ἄλογα· λέγει διὰ τὰ μαῦρα ἄλογα τοῦ γέρο Χρόνη ἀπὸ τὰ Σκοῦρτα·12 τὸ ἐκατάλαβες
            «Καθὼς ὁρίζεις δάσκαλε» τὸν ἀπεκρίθην· ὅταν ὅμως Κύριε Συντάκτα ἤλθαμεν εἰς τὰ σῦκα, τόση ὄρεξις ἦλθεν εἰς τὸν Κύριον Ἐξαρχόπουλον ἐνθυμηθέντα τότε τὰ σῦκα μιᾶς γιγαντιαίας συκιᾶς τοῦ θείου του Ρουχάλα, ὥστε ἀνεβοκατεβάζων ταῖς μόσχαις13 του μὲ τόσην ταχύτητα ἐφοβήθην τῇ ἀληθείᾳ νὰ μὴ μὲ χάψῃ διὰ σῦκον.
            «Ἂχ νὰ εἶχα ἕνα καλάθι, ὅλα τὰ ἔτρωγα» μἔλεγε· «δὲν ἠξεύρεις τί γλυκὰ εἶναι, καὶ τί μεγάλα ὡσὰν γρόνθος».
            Ἀπαυδήσας νἀναγινώσκω ἐπαρακάλεσα τελευταῖον τὸν Κύριον Ἐξαρχόπουλον νἀφήσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν ὡς περιττὴν καὶ διότι εἰς πᾶσαν περίοδον ἐσκόνταπτα, καὶ νὰ ἐξηγήσωμεν μόνο λέξεις, μολονότι ἀνάθεμά με ἂν ἐκατάλαβα κανένα νόημα. Ὁ καλὸς Ἐξαρχόπουλος εὐχαριστήθη εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην.
            «Τί θὰ εἰπῇ ἀγαπητὲ “κυτταρίοις κινούμενοι”;»14
            «Αυτὸ δὰ τὸ ἠξεύρει καὶ ἕνα μικρὸ παιδί, “κυτταρίοιςθὰ εἰπῇ ἐκεῖ ὁποῦ κυττάζουν15 ὄρνιθες, ἐκεῖ νὰ ἔμβῃς σοῦ λέγει καὶ νὰ κινιέσαι σὰν κότα, ἤγουν ἀπὸ τὰς ψείρας· αὐτὴ εἶναι κατάρα».
            « τὸν εὐλογημένον· καὶ ποῦ νὰ καταλάβω ἐγὼ Κύριε Ἐξαρχόπουλε τέτοια βαθιὰ γλῶσσα
            «, παιδί μου, αὐτὰ εἶναι βαριὰ Ἐλληνικά, τί θαρρεῖς σὰν τὰ ἐδικά σου τὰ μυξοβάρβαρα; αὐτὸς γράφει νὰ τὰ καταλάβουν οἱ δάσκαλοι τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὄχι οἱ χαμάληδες, οἱ ὁποῖοι μόνον τὴν ἐδικήν σου γλῶσσαν καταλαμβάνουν· ποῖος ἐννοεῖ τὸ ξιφὶλ μαλέρ, ἒρ μπαλέρ; αὐτὰ εἶναι νοήματα ἡλιακὰ καὶ θέλουσι πνεῦμα καὶ σοφίαν ὑψηλὴν τῇ ἀληθείᾳ· νὰ σοῦ εἰπῶ καὶ ἄλλο ἕνα φίλε μου, ἐγὼ κρυόνω καὶ νυστάζω κιόλα, λοιπὸν ὅσαις λέξεις θέλεις νὰ μἐρωτήσῃς εἰπέμετας ὅλας ὁμοῦ».
            «Ἰδοὺ Σὲ τὰς λέγω μεγάλε Ποιητὰ τῆς Ἑλλάδος ἄκουσον. “Πάσσαλοι, τοὺς ὀξυθύμους καὶ δικαίους καὶ βλέποντας κάρδαμα·16 παρακάτω εἶναι ποιητικά, νὰ σὲ εἰπῶ καὶ ἀπὸ αὐτά
            «Ὄχι αὐτὰ θὰ τὰ ἀναγνώσω μόνος μου μὲ τόνον ποιητικόν. “Πάσσαλοι…” καὶ αὐτὸ εἶναι λάθος τυπογραφικόν, θέλει νὰ σὲ εἰπῇ Πασσαλῆ, σασκὶν17 Πασσαλῆ διότι βλέπεις ἀπὸ κάτω ἔχει τούρκικα λόγια· “κάρδαμα…” αὐτὸ δὰ δὲν τὸ ἠξεύρεις; ἀμὴ τί ἠξεύρεις; δὲν μὲ λέγεις ὅτι εἶσαι ἀναλφάβητος, μόνον ἤθελες νὰ σε κάμουν καὶ δεσπότην, μήτε καντηλανάπτης δὲν σὲ πρέπει· κάρδαμα σαλάτα ποῦ καίει σὲ λέγει, ὅτι εἶσαι ὀξύθυμος καὶ καίεις ὡσὰν τὰ κάρδαμα· δός με τώρα ν’ ἀναγνώσω τοὺς ποιητικοὺς στίχους».
            «Αὐτοὶ Κύριε Ἐξαρχόπουλε, μὲ εἶπεν ἕνας λογιώτατος, ὁποῦ τοῦ ἐπῆγα, πρὶν ἔλθω εἰς ἐσέ, τὴν ἐφημερίδα καὶ τὴν ἀνέγνωσεν, ὅτι εἶναι στίχοι τοῦ παλαιοῦ Ἀθηναίου Θεοφάνη, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, ἕνα τέτοιον ὄνομα μὲ εἶπε».
            «Ξεχασμένε, ἐγὼ ἂς μὴν τοὺς διάβασα κιόλα συναναστραφεὶς πολλοὺς χρόνους μὲ ποιητὰς ἠξεύρω ὅλων τὰ ὀνόματα, θὰ σὲ εἶπεν Ἀριστοφάνη».
            «Καὶ τί διαφορὰ εἶναι ἀπὸ Θεοφάνη ἕως Ἀριστοφάνη· κοντὰ εἶναι καὶ τὰ δύω».
            Μόλις ἐτελείωσα τὴν τελευταίαν συλλαβὴν καὶ Κ. Ἐξαρχόπουλος ἥρπασεν ὡς ἱέραξ τὴν ἐφημερίδα ἀπὸ τὰς χεῖράς μου, ἔβηξε τρὶς διὰ νὰ τονίσῃ τὸν φθόγγον τῆς φωνῆς του, ἴσασε τὰ μυτογιάλια του καὶ ἤρχησε νἀναγινώσκῃ μὲ τόσην ἔμφασιν καὶ μὲ τόσας μεγάλας φωνάς, ὥστε μἐξεκούφανε, χεῖρά του ἀνεβοκατέβαινεν ὡς οἱ ράβδοι οἱ κοπανίζοντες τὰ ἀστάχυα, ἐγρονθοκόπα συνεχῶς τὴν τράπεζαν, καὶ ἀναγκάσθηκα νὰ ἀπομακρυνθῶ ὀλίγον, διὰ νὰ μὴ φάγω καμμία κατακέφαλα, καὶ μοῦ φανῇ οὐρανὸς σφονδῆλι.
            «Βρέ τεἶναι αὐτά, βρέ τεἶναι αὐτά· ἐγὼ δὲ σἔχω χάριν18 νὰ κλέπτῃς στίχους καὶ τέτοιους δά, μεγάλη δουλειά· τώρα νὰ κάμω ἐγὼ εὐθὺς τὴν ἀπάντησιν μὲ στίχους ἡλιακούς, γράφε γλήγορα».
            Ὑπακούσας δὲ διὰ νὰ μὴν ἀνάψω περισσότερον τὸν ποιητικόν του οἶστρον καὶ μἔλθει καμμία εὐλογία κατακέφαλα, ἄρχησα νὰ γράφω τοὺς ἀκολούθους στίχους.
            «Ὅποιος θέλει νὰ λέγηται ἀληθινὸς καὶ σοφός,
            πρέπει νὰ ἔχῃ γνώσεις ἡλιακὰς καὶ λαμπρὰς τορνευτικάς·
            πρέπει νὰ μετράῃ καὶ νὰ μὴ λογομαχάῃ,
            διότι χάνει τὰ ντάνα19 καὶ γίνεται βοργιὰς καὶ τραμοντάνα·
            ξιφὴλ μαλὲρ νὰ ἔχῃ ὡσὰν διαμάντι τὸν νοῦν του,
            ἒρ μπαλὲρ καὶ τὴν γνῶσιν τοῦ κορμιοῦ του·
            διότι γίνεται τιποτένιος καὶ ὅλοι περιγελοῦσι
            καὶ τὸν βλέπουσι καὶ γελοῦσι·
            ὅποιος μὲ νογάει, τὰ ἡλιακὰ φρονήματά μου μετράει,
            καὶ δὲν ἀναποδογυρνάει, καὶ τὴν ἀλήθειαν γελάει.
            ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω,
            καλὰ καταλαμβανέτω,
            μέσα στὸν νοῦν του βαζέτω,20
            ξιφίλ μπαλὲρ ροὺμ ρὶμ
            ἐσὺ δὰ σοφολογιώτατε ἄφεριμ».
            Συμπάθησέ με φίλε, συντάκτα τῆς Μελίσσης, ἐὰν ἐξ ἀμαθείας δὲν ἐκατάλαβα τὸ ἄρθρον σου, καὶ θεὸς νὰ σὲ ἐλεήσῃ διὰ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ἔγινες ἀφορμὴ νὰ ὑποφέρω.21

1 Υπονοεί ότι απέκτησε μόνο στοιχειώδεις γνώσεις της αρχαίας ελληνικής· βλ. και σημ. 3.
2 «Βερίνου» στην πρώτη δημοσίευση, αλλά προφανώς πρόκειται για το Λεξικόν Βαρίνου Φαβωρίνου Καμήρτος του της Νουκαιρίας επισκόπου, το μέγα και πάνυ ωφέλιμον, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1523 στη Ρώμη και επανεκδόθηκε πολλές φορές.
3 Ο Κωνσταντίνος Γ. Ζησίου (Διδάσκαλοι του Γένους, Αθήνα, 1915, σ. 75) αναφέρει για τη διδασκαλία των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, επί τουρκοκρατίας, στα «ανώτερα σχολεία», όπως η Πατραρχική Σχολή της Κων/πολης, η Ευαγγελική της Σμύρνης κ.ά.: «η δ’ ερμηνεία είχε πλην της εξηγήσεως και την λεγομένην ψυχαγωγίαν, την επισώρευσιν δι’ εκάστην των λέξεων συνωνύμων ερμηνειών. Είχον δε προς ερμηνείαν πρώτον μεν την συλλογήν γνωμών εμμέτρων την γενομένην υπό Χρυσολωρά, είτα δε τους αισωπείους μύθους.». Οι «ψυχαγωγίες» γράφονταν από τους μαθητές ανάμεσα στις γραμμές του αρχαίου κειμένου ή στα περιθώρια του βιβλίου.
4 Γ. Ψύλλας, Επιτομή λεξικού της παλαιάς ελληνικής γλώσσης εις την σημερινήν, Αθήνα, 1836.
5 Εννοεί το λεξικό του Γεράσιμου Βλάχου, Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος, με ερμηνεύματα στα ελληνικά, λατινικά, ιταλικά και γαλλικά, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1659 στη Βενετία και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις.
6 κάντιο: κρυσταλλική ζάχαρη που παράγεται από χυμό ζαχαροκάλαμου.
7 Ίσως πρόκειται για τον αρκετά ιδιόρρυθμο δικηγόρο και βουλευτή Νικόλαο Στεφανίδη, για τον οποίο βλ. Θ. Βελλιανίτης, «Φυσιογνωμίαι και Τύποι», στο λήμμα «Αθήναι» της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Π. Δανδράκη, τόμ. Β’, Αθήνα, 1927, σσ. 272-3. Η πρόταση για αγορά του έργου του θα πρέπει να ήταν μια αρκετά συνηθισμένη και επαναλαμβανόμενη φάρσα εις βάρος του Εξαρχόπουλου. Όπως είδαμε η Φήμη, ανήγγειλε την πώληση του Περιβολιού του Κόσμου σε κάποιον μεγαλέμπορο της Κίνας ονόματι Π. Κουροφούτογλου, ενώ ο Μπάμπης Άννινος (Ο Σύλλογος των Εισαγγελέων και άλλα ευθυμογραφήματα, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1925, σ. 39) μας πληροφορεί πως «ότε ο Θεόδωρος Ορφανίδης και δύο τρεις άλλοι αστείοι της εποχής ενεφανίσθησαν εις αυτόν ως περιηγηταί λόρδοι πολυτάλαντοι, επιθυμούντες τάχα ν’ αγοράσουν τα ποιήματά του, και του προσέφερον προς τούτο τιμήν τριών όλων εκατομμυρίων δραχμών, ο ποιητής απέρριψεν τας προτάσεις των».
8 γεφυρισμοί: αστεϊσμοί και σκώμματα που αντάλλασσαν οι μύστες των ελευσινίων μυστηρίων πάνω στη γέφυρα του Κηφισού κατά την πομπή τους από την Αθήνα στην Ελευσίνα· κατ’ επέκταση αστεϊσμοί, σκώμματα, ύβρεις.
9 Την πρώτη φορά γράφεται «ροδακήν», τις δύο επόμενες «ροδιακήν». Δεν έχουμε το άρθρο της Μέλισσας, για να αποσαφηνίσουμε τη σημασία της έκφρασης,ούτε μπόρεσα να βρω κάποια ανάλογη έκφραση στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Ενδέχεται όμως η φράση «ροδιακὴ τρύξ» να υποδηλώνει το ροδιακό κρασί («τρύξ» είναι και το νέο κρασί, ο μούστος), το οποίο στην αρχαιότητα θεωρούνταν κακής ποιότητας και ευτελές (Αθήναιος 1.59). Αν ισχύει αυτό τότε η φράση θα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε ως σκωπτικός χαρακτηρισμός. 
10 Παλιά συνοικία της Αθήνας που κάλυπτε περίπου την σημερινή περιοχή μεταξύ Συντάγματος και Μητρόπολης.
11 «βαθεῖα ἄλοξ» είναι το βαθύ αυλάκι που σχηματίζεται κατά το όργωμα. Ασφαλώς όμως ο συντάκτης της Μέλισσας θα παρέπεμπε στον γνωστό στίχο του Αισχύλου από τους Επτά επί Θήβας 593 «βαθεῖαν ἄλοκα διὰ φρενὸς καρπούμενος», ο οποίος χαρακτηρίζει τον μάντη Αμφιάραο υποδηλώνοντας το βάθος της σκέψης του.
12 Χωριό της Βοιωτίας κοντά στην Τανάγρα.
13 Η λέξη μάλλον δηλώνει τα σαγόνια, αλλά δεν μπόρεσα να την εντοπίσω σε κάποιο λεξικό.
14 Αριστοφάνης, Σφήκες 1111, ὥσπερ οἱ σκώληκες ἐν τοῖς κυττάροις κινούμενοι. Οι δικαστές που κάθονται στριμωγμένοι στο δικαστήριο για να δικάσουν παρομοιάζονται με τις προνύμφες των σφηκών που κινούνται στα κελιά της σφηκοφωλιάς. Ίσως ο συντάκτης της Μέλισσας χρησιμοποίησε την αριστοφανική παρομοίωση εναντίον του συντάκτη της Σφήκας.
15 Το ρήμα κυττάζω/κοιτάζω, για ζώα και πουλιά, με τη σημασία «έχω τη φωλιά μου».
16 Ο συντάκτης της Μέλισσας χρησιμοποιεί ξανά στίχους από τους Σφήκες (455) του Αριστοφάνη, όπου ο Χορός ισχυρίζεται ότι έχει τον χαρακτήρα ανδρών «ὀξυθύμων καὶ δικαίων καὶ βλεπόντων κάρδαμα», δηλ. είναι «τιμωροί κι αψιοί και με όψη καυτερή σαν πιπεριά» (μτφ. Θρ. Σταύρου). Ίσως και αυτοί οι χαρακτηρισμοί χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του συντάκτη της Σφήκας. Δεν είναι σαφές σε τι παραπέμπει ο όρος «πάσσαλοι»· ωστόσο στον Αριστοφάνη το χώσιμο πασσάλου στο στόμα χρησιμοποιείται ως απειλή για να σιωπήσει κάποιος, βλ. Αριστοφ. Θεσμ. 222-3 ἐμβαλῶ σοι πάτταλον, ἢν μὴ σιωπᾷς.
17 σασκίν (τούρκ.): ανόητος, βλάκας.
18 Η έκφραση «σ’ έχω χάριν να…» δεν καταγράφεται στα λεξικά της νέας ελληνικής, σχολιάζεται όμως από τον Αδ. Κοραή στο έργο του Συνέκδημος Ιερατικός (Παρίσι, 1831, σ. 87) στα σχόλιά του στην Α’ προς Τιμόθεον επιστολή: «Σώζεται καὶ εἰς τὴν κοινὴν γλῶσσαν ἡ φράσις (ενν. χάριν ἔχω), ἀλλὰ μὲ κάποιαν διαφορὰν εἰς τὴν χρῆσιν. Σημαίνοντες κατευθείαν τὴν πρὸς τὸν εὐεργέτην εὐγνωμοσύνην, λέγομεν, Σοῦ γνωρίζω χάριν, ἢ Σ’ εὐχαριστῶ· θέλοντες δὲ νὰ τὸν παρακινήσωμεν εἰς πρᾶξιν, ἢ καὶ νὰ τὸν κεντήσωμεν ὡς ἀνίκανον εἰς αὐτήν, λέγομεν, Σ’ ἔχω (ἢ σὲ εἶχα) χάριν νὰ λέγῃς ἢ νὰ πράσσῃς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἤγουν ἤθελα σὲ γνωρίζειν χάριν, ἂν ἔλεγες ἢ ἔπρασσες κτλ.». Στο ίδιο πνεύμα ο Ηπίτης στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν (λ. χάρις ) ερμηνεύειτην έκφραση ως εξής: σου έχω χάριν να, seriez-vous capable (auriez-vous le courage) de? je vous défie de. Ένα παράδειγμα χρήσης της φράσης έχουμε από τον ίδιο τον Κοραή σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου (Επιστολαί Αδαμαντίου Κοραή, επιμ. Ν.Μ. Δαμαλάς, τόμ. Β’, Αθήνα, 1885, σ. 740): «Τοὺς εἶχα χάριν νὰ προβάλωσι τοῦτο τὸ μόνον ἐπιτυχὲς τοῦ σκοποῦ μέσον, καὶ ὄχι tous ces petits moyens dignes des petits esprits», δηλ. είναι ικανοί να ...; / τους προκαλώ να … / θα τους παραδεχόμουν αν ... Στη Σφήκα η φράση συνοδεύεται και από άρνηση, θα πρέπει όμως να έχει τη σημασία: δεν το περίμενα να κλέβεις στίχους.
19 Μάλλον μια ακόμη εξαρχοπουλική ακατανόητη λέξη.
20 Στην πρώτη δημοσίευση «ἀκουέτο, ... καταλάμβανέ το, ... βαζέτο».
21 Στο τέλος του άρθρου υπάρχει η ένδειξη: (ἀκολουθεῖ). Ωστόσο, μετά το συγκεκριμένο φύλλο με αριθμό 15 της 9.2.1842, η Σφήκα σταμάτησε την κυκλοφορία της. Ένα ακόμη έκτακτο φύλλο, με τον τίτλο Η Οξύκεντρος Σφήκα και με διπλό αριθμό φύλλου 1 και 16, κυκλοφόρησε στις 6.4.1842, αλλά η κυκλοφορία τηςμάλλον δεν συνεχίστηκε.






Δεν υπάρχουν σχόλια: