Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Ένα μυθιστόρημα - σταθμός

Η Ανατολική Μεσόγειος  της Ήβης Μελεάγρου


H Ανατολική Μεσόγειος (1969) της Ήβης Μελεάγρου μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη σημαντική κορύφωση, ένα μεγάλο άλμα τόσο στο πεζογραφικό της έργο όσο και στο μυθιστόρημα που γράφεται στην Κύπρο κατά τον 20ό αιώνα. Πειραματικό, αποσπασματικό και συχνά δύσβατο, με διδάγματα από την ευρωπαϊκή παράδοση του μοντερνισμού και του γαλλικού Νέου Μυθιστορήματος (τη λεγόμενη «Σχολή του βλέμματος»), με αφηγηματική γλώσσα πολύμορφη, συνήθως υπαινικτική και μεταφορική, λέει λιγότερα και κρύβει περισσότερα. Με την αξιοποίηση της πολυεστιακής αφήγησης η συγγραφέας επιχειρεί να δείξει πολυπρισματικά τα πράγματα και να χωνεύσει στον ερωτικό καμβά της μυθοπλασίας στοιχεία από το κυπριακό ιστορικό πλαίσιο των χρόνων γύρω στο 1960.
Όσο και αν η θεματική και η αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος κατατεμαχίζονται και διαχέονται με μοντερνιστικούς ρητορικούς τρόπους, πολλά στοιχεία παραπέμπουν ευδιάκριτα ή πιο καλυμμένα σε στιγμές της πιο πρόσφατης κυπριακής ιστορίας: Ο απελευθερωτικός και ενωτικός αγώνας μνημειώνεται κυρίως με τις σελίδες που γράφει ο νεαρός Κορνάρος στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, προτού απαγχονιστεί από τους βρετανούς αποικιοκράτες. Άλλα περιστατικά, όπως οι πρώτες αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους το καλοκαίρι του 1958, συσσωρεύονται επαναληπτικά, με υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις, και επανέρχονται επίμονα και βασανιστικά στον μονόλογο και στις ανομολόγητες ενδοσκοπήσεις της κεντρικής ηρωίδας, που αποτυπώνονται συχνά με καφέ τυπογραφικά στοιχεία, ή ακόμα και σε λογής μεταδιηγήσεις, όπως τη διήγηση της Ανθούσας. Επίσης, ιδίως σε πολιτικές συζητήσεις δυο δικηγόρων του μυθιστορήματος, του Ίωνα και του Γιώργου, περνούν οι προβληματικές συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, με τις οποίες προβλεπόταν η ίδρυση μιας δήθεν ανεξάρτητης αλλά στην ουσία εξαρτημένης και κολοβής Κυπριακής Δημοκρατίας, το αίσθημα της διάψευσης που επικρατούσε στο δυσλειτουργικό κυπριακό κράτος, οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Μακαρίου για τροποποίηση του Συντάγματος με τα λεγόμενα δεκατρία σημεία, με αποκορύφωμα την έκρηξη των διακοινοτικών συγκρούσεων παραμονές Χριστουγέννων του 1963. Παράλληλα ενσωματώνονται και διηγήσεις, βιώματα, μνήμες, υπαινιγμοί που παραπέμπουν σε παλιότερες εποχές· λ.χ. σε μορφές της αρχαίας κυπριακής ιστορίας (Κινύρας, Ευαγόρας, Ονήσιλος), στο μαρτύριο του Βραγαδίνου κατά την άλωση της Αμμοχώστου από τους Τούρκους το 1571, στον απαγχονισμό του «δεσπότη», δηλ. του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, κατά τα αιματηρά γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821, κτλ. Όλα αυτά υποτυπώνονται και συνυφαίνονται με ποικίλους ρητορικούς τρόπους στον αφηγηματικό ιστό του μυθιστορήματος, καλά συγχωνευμένα με τη μυθοπλασία.
Η συγγραφέας επιλέγει να φωτίσει τα πράγματα κυρίως από τη σκοπιά της Μαργαρίτας και κατά δεύτερο λόγο με το βλέμμα του θείου Ίωνα. Η εστίαση εκχωρείται περισσότερο φευγαλέα στον Νικήτα, στη Φρύνη και στον Κορνάρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση είναι εστιασμένη στο πρόσωπο της Μαργαρίτας, η οποία κινείται με το αμάξι της στον χώρο – κυρίως στην περίκλειστη από τα ενετικά τείχη παλιά πόλη της Λευκωσίας και κατεξοχήν στη βορινή πλευρά της – και φωτογραφίζει με το βλέμμα της αναγνωρίσιμα μνημεία και κτίσματα (ενετικά τείχη, τάφρος, Φραγκοεκκλησιά, Πύλη Κερύνειας, άγαλμα του Ατατούρκ, Πλατεία Σεραγίου, μεσαιωνική εκκλησία Αγίας Σοφίας, τέμενος Μπαϊραχτάρη, Πύλη Πάφου κτλ.), και ταυτόχρονα επιχειρεί διαρκείς καταδύσεις και αναδιπλώσεις στον χρόνο, για να φέρει στην επιφάνεια γεγονότα και συμβάντα που σημάδεψαν την πολιτική ζωή του τόπου (και τη δική της): Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος δίνονται κομματιαστά και αρκετά συγκαλυμμένα οι σφαγές ομάδας Ελληνοκυπρίων από φανατισμένους Τουρκοκύπριους, οι οποίες έγιναν με την υποκίνηση και τη συμβολή βρετανών αποικιοκρατών τον Ιούνιο του 1958 ανάμεσα στα χωριά Κιόνελι και Κοντεμένος. Πρόκειται για εύγλωττο παράδειγμα της αποικιοκρατικής πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε» («divide et impera»). Καθώς η Μαργαρίτα διασχίζει τον κάμπο από τη Λευκωσία προς την Κερύνεια, αναπλάθει νοερά την αγωνιώδη προσπάθεια των αθώων ελληνοκύπριων πολιτών να γλιτώσουν τη σφαγή τρέχοντας μέσα στα αθέριστα σπαρτά και στο γυμνό τοπίο, που δεν τους παρέχει καμιά κάλυψη και προστασία. Σε τέτοιες σκηνές εσωτερικής αναδίπλωσης, η Μαργαρίτα στρέφεται στον εαυτό της και συνδιαλέγεται με το διχασμένο εγώ της, την Ελένη. Υιοθετώντας ανάλογες τεχνικές συγγραφέων του μοντερνισμού και του γαλλικού Νέου Μυθιστορήματος (λ.χ. του Κλοντ Σιμόν και του Σάμιουελ Μπέκετ), η Μελεάγρου φρόντισε να εκτυπώσει με σκουροκόκκινο χρώμα τέτοια χωρία ενδοσκόπησης και αναμέτρησης με το άλλο εγώ, που λειτουργούν ως βαλβίδας ασφαλείας για να διοχετευτούν φόβοι, εμμονές, παιδικά τραύματα και ανομολόγητοι πόθοι.
Δεν έχει άδικο ο Σεφέρης όταν γράφει στις 25 Ιουνίου 1970 σε επιστολή του προς τη Μελεάγρου: «Εσείς όμως έχετε μιαν άμεση αίσθηση της γης, που δεν το βρίσκει κανείς εύκολα». Αυτή η άμεση αίσθηση της γης επιτυγχάνεται μέσω της Μαργαρίτας, που εισπνέει και εγκλωβίζει με όλες τις αισθήσεις της τον χώρο που την περιβάλλει, την πόλη με τα τείχη και τα μνημεία της, την άνυδρη γη του κάμπου, τα βουνά, τη θάλασσα. Μάλιστα η ηρωίδα επιδιώκει να ζωγραφίσει τοπιογραφίες, όσο και αν η ζωγραφική είναι απλώς μια διέξοδος, μια αφορμή για να ξεφεύγει από τα προβλήματά της. Το κείμενο αρχίζει (και τελειώνει) με αποσιωπητικά, με μικρό αρχικό γράμμα, για να υποδηλωθεί ότι δεν έχει αρχή ούτε τέλος, όπως ταιριάζει με την πεζογραφία του μοντερνισμού.
Η ερωτική (και πολιτική) μορφή της Μαργαρίτας έλκει γύρω της (σαν συγκολλητικός ιστός αράχνης) πρόσωπα και καταστάσεις, όπως το πρόσωπο του θείου Ίωνα και, χωρίς να το ξέρει, τη μορφή του ετοιμοθάνατου νεαρού αγωνιστή Κορνάρου. Ο εξ αγχιστείας θείος Ίων, καλός δικηγόρος και κατεξοχήν ιδεολόγος, είναι το πλέον πολιτικό αφηγηματικό πρόσωπο του μυθιστορήματος (το όνομά του ενδέχεται να παραπέμπει στον ιδεολόγο Ίωνα Δραγούμη και συνειρμικά στον έρωτά του για την Π. Δέλτα). Ο Ίων αναπλάθει νοερά εικόνες από τον αγώνα της ΕΟΚΑ και βιώνει έντονα την ιδεολογική διάψευση που επισφράγισε την έκβασή του, με τις συνθήκες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την προοπτική του αφηγηματικού παρόντος (Δεκέμβριος 1963) ο θείος Ίων ανακαλεί στη μνήμη του τις τελευταίες στιγμές και την εκτέλεση του Κορνάρου (που είχε γίνει το 1958, μετά την πρώτη έκρηξη των διακοινοτικών συγκρούσεων), διαβάζοντας και το ημερολόγιο που άφησε ο τελευταίος. Ο ίδιος αξιολογεί ως υπερβολικά τα προνόμια που δόθηκαν στους Τουρκοκύπριους με τις συνθήκες εγκαθίδρυσης και θεωρεί ότι η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος σε «δεκατρία σημεία» δεν πρόκειται να επιφέρει «τομήν εις την κατάργησιν των πανάθλιων Συμφωνιών».
Ο έφηβος Κορνάρος συνοψίζει στο πρόσωπό του νεαρούς αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, όπως τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον Μιχαλάκη Καραολή αλλά και τον Μάρκο Δράκο, που ζήτησε να ακούσει την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν προτού οδηγηθεί στην αγχόνη. Οι υποτιθέμενες ημερολογιακές σημειώσεις του Κορνάρου, που εκτυπώνονται με πένθιμο μοβ χρώμα, αποτελούν μιαν από τις πιο γοητευτικές σελίδες που γράφτηκαν για τον κυπριακό αγώνα του 1955-1959: Εδώ ο αφηγηματικός χρόνος διαστέλλεται για να χωρέσει ένας καταιγισμός σκέψεων της ύστατης στιγμής, όταν ο νέος συνωθεί σε ημερολογιακές σημειώσεις, που καταλήγουν σε παραληρηματικό μονόλογο, μνήμες από τον αγώνα και τους συναγωνιστές του, οράματα και ιδανικά, την αγάπη για τη ζωή και τον φόβο του θανάτου, ενώ η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν ηχεί στα αυτιά του ως πένθιμο εμβατήριο για τον επικείμενο απαγχονισμό του. Αρχικά ο δεκαοχτάχρονος ήρωας προσπαθεί να πιαστεί από τη ζωή, συνομιλώντας νοερά με τον συναγωνιστή του Βασίλη, που έχει ήδη εκτελεστεί, και με την ερωτική μορφή της Μαργαρίτας. Στο τέλος, όμως, στρέφεται στον εαυτό του, ξεπερνά τον φόβο του θανάτου και αναγνωρίζει το μεγαλείο της ψυχής του· είναι έτοιμος πια να αντιμετωπίσει την αγχόνη των βρετανών αποικιοκρατών για χάρη της πατρίδας του.
Ο Σεφέρης, εκτός από την «άμεση αίσθηση της γης», πρόσεξε και επιδοκίμασε στην Ανατολική Μεσόγειο και την παρουσία του «τυφλού ποιητάρη», του επαγγελματία ριμαδόρου που τύπωσε σε φυλλάδα ένα τραγούδι του στην κυπριακή διάλεκτο, στο οποίο αποτυπώνονται οι διακοινοτικές συγκρούσεις και ο φόνος ενός παλικαριού. Ασφαλώς ο Σεφέρης γοητεύεται από την εμφάνιση ενός λαϊκού στιχοπλόκου, ο οποίος μεταφέρει σε στίχους την επικαιρότητα. Η σκηνή με τον τυφλό ποιητάρη, που δίνεται από τη σκοπιά της Μαργαρίτας, προφανώς αποδίδει το λαϊκό αίσθημα και την κοινή αντίληψη για την έξαρση των διακοινοτικών συγκρούσεων και την αυξανόμενη εχθρότητα ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Οι ποιητάρικοι στίχοι, που γράφτηκαν από την ίδια τη Μελεάγρου με πρότυπο τις ποιητάρκες φυλλάδες, λειτουργούν ως μεταδιήγηση και αποδίδουν μανιχαϊστικά, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη, τις βλέψεις και τις διεκδικήσεις των Τουρκοκυπρίων.
Η Ανατολική Μεσόγειος αλλά και η πιο σύνθετη Προτελευταία εποχή προϋποθέτουν την πεζογραφία του μοντερνισμού (λ.χ. J. Joyce, Οδυσσέας, 1922· W. Faulkner, H βουή και το πάθος, 1929, Καθώς ψυχορραγώ, 1930), το ευρωπαϊκό ιδεολογικοπολιτικό μυθιστόρημα (λ.χ., του J.-P. Sartre), σε κάποιο βαθμό και τις εξελίξεις στο γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα, αλλά και τις Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965) του Στρ. Τσίρκα. Η τεχνική του ματιού, η πολυεστίαση (ή πολλαπλή εσωτερική εστίαση), οι ενδοσκοπικές αφηγηματικές τεχνικές (εσωτερικός μονόλογος, ροή της συνείδησης, ψυχοαφήγηση, αφηγημένος ή μνημονικός μονόλογος) είναι από τις νεότροπες αφηγηματικές στρατηγικές που επιστρατεύονται για να έρθουν στην επιφάνεια και να αρθρωθούν οι διεργασίες που συντελούνται στο ασυνείδητο αλλά και στη σκέψη των βασικών αφηγηματικών χαρακτήρων, για να ρηματοποιηθούν οι ανομολόγητες και καταπιεσμένες επιθυμίες τους, οι σκέψεις της στιγμής και οι βασανιστικοί διαλογισμοί, οι υπαρξιακές, ερωτικές ή άλλες ανησυχίες τους, το άγχος και ο πανικός που τους διακατέχουν για την αβέβαιη πολιτική κατάσταση του τόπου τους, που προδιαγράφεται ζοφερή και επικίνδυνη. Η τεχνική της πολυεστίασης, καλά δοκιμασμένη στα παραπάνω μυθιστορήματα του Joyce, του Faulkner, του Στρ. Τσίρκα, αλλά και στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο (1957-1960) του L. Durrell, βοηθά και τη Μελεάγρου να δείξει τα πράγματα πολυπρισματικά, μέσα από διαφορετικές και συμπληρωματικές σκοπιές· λ.χ. μέσα από την ξεχωριστή ευαισθησία, τις σκέψεις, τις εμμονές και το ιδιόλεκτο της Μαργαρίτας, ή μέσα από την πολιτική σκέψη του Ίωνα και την οπτική γωνία άλλων, δευτερευόντων αφηγηματικών προσώπων.
Παράλληλα, θα ήταν χρήσιμη η ένταξη της Ανατολικής Μεσογείου και στα συμφραζόμενα της κυπριακής ή άλλης πεζογραφίας της εποχής, για να διαπιστωθεί ότι είναι το πρώτο αξιόλογο μυθιστόρημα που γράφεται στην Κύπρο, ύστερα από τα συνθετικά πεζογραφήματα που γράφτηκαν από Κυπρίους που έζησαν εκτός Κύπρου (όπως ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Λουκής Ακρίτας). Όταν ο L. Durrell εξέδωσε το προπαγανδιστικό μυθιστορηματικό χρονικό Πικρολέμονα (1957), στο οποίο παρουσιάζει από καθαρά βρετανική σκοπιά τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων ως τρομοκρατική ενέργεια, πλαισιώνοντας τις πολιτικές του θέσεις με ειδυλλιακές ταξιδιωτικές περιγραφές μερικών περιοχών του νησιού (ιδίως στην επαρχία της Κερύνειας), ένας διπλωμάτης και συγγραφέας, ο Ρόδης Ρούφος, αναλαμβάνει να ανασκευάσει με το μυθιστόρημά του Η χάλκινη εποχή (1960) τις αποικιακές στρατηγικές του προηγουμένου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Κώστας Μόντης επιλέγει να γράψει ένα αφήγημα (Κλειστές πόρτες, 1964), χρησιμοποιώντας κυρίως τη γλώσσα της ποίησης και της καρδιάς, για να δώσει τη δική του εκδοχή για τον κυπριακό αγώνα και για να απαντήσει στα Πικρολέμονα του Durrell και, πιο έμμεσα, στις μετα-αποικιακές στρατηγικές τις οποίες χρησιμοποιεί συνειδητά ο Ρούφος στη Χάλκινη εποχή του. Η Μελεάγρου δεν έχει ως προτεραιότητά της στην Ανατολική Μεσόγειο να απαντήσει στα Πικρολέμονα. Πάνω απ’ όλα επιδιώκει (και επιτυγχάνει) να μεταποιήσει την ιστορία σε μυθοπλασία, να μεταπλάσει σε ένα μυθιστόρημα-ποταμό τις πολιτικές περιπέτειες της Κύπρου κατά τα τελευταία χρόνια της βρετανοκρατίας και στα εντελώς πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, οι σελίδες του μυθιστορήματος που αναφέρονται στον κυπριακό αγώνα (κυρίως οι ημερολογιακές αναφορές του Κορνάρου, ενταγμένες σε ανάλογες πολιτικές σκέψεις και τοποθετήσεις του Ίωνα), αλλά και οι επανειλημμένες υπομνήσεις ότι οι βρετανοί αποικιοκράτες υποκινούσαν διασπαστικές τάσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους – όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν έμμεση και πειστική, αποστομωτική απάντηση στις προπαγανδιστικές θέσεις των Πικρολέμονων. Άλλωστε, τον δρόμο τον είχε δείξει ο Σεφέρης (παλιός φίλος του δήθεν φιλέλληνα Durrell, γνωστός του Ρούφου και όψιμη γνωριμία της Μελεάγρου) με την ώριμη ποιητική συλλογή του ...Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν... ή Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ (1955), στην οποία κατόρθωσε να μνημειώσει με θαυμαστική-μοντερνιστική ματιά αλλά και με ρεαλιστική τόλμη τον κόσμο της Κύπρου, τις αρχέγονες καταβολές του και τα πολιτικά του προβλήματα, χωρίς να τον ψευτίζει και χωρίς να καταφεύγει σε προπαγανδιστικά δεκανίκια· πέτυχε να τον αποδώσει αυθεντικά, όπως τον απέδωσε με τον ζωγραφικό του χρωστήρα ο Διαμαντής. Έχω την αίσθηση ότι κάτι ανάλογο επιχείρησε να πετύχει και η Μελεάγρου στην Ανατολική Μεσόγειο· να συλλάβει με εξαιρετική αισθαντικότητα την αύρα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να δείξει αφαιρετικά και νεοτερικά τον κόσμο της Κύπρου του 1960, που εξαιτίας των πολιτικών πραγμάτων (της αποικιακής πολιτικής των Βρετανών, των στρατηγικών βλέψεων της Τουρκίας, της «εθνικοφροσύνης» ορισμένων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και της εχθρικής στάσης των ελλαδιτών συνταγματαρχών απέναντι στην κυβέρνηση Μακαρίου) παρασυρόταν στον διχασμό και στη ρήξη, γεγονός που οδήγησε στη συμφορά του 1974 και στα γνωστά τραγικά αποτελέσματά της.
Η Ανατολική Μεσόγειος φαίνεται πως διαψεύδει την αρχικά υπερβολική άρνηση της κριτικής· όσο πειραματικό και δύσβατο και αν είναι το μυθιστόρημα αυτό, όσο και αν δύσκολα ελκύει τον μέσο αναγνώστη, που μάταια θα αναζητήσει σ’ αυτό μια κανονική πλοκή και ιστορία, με αρχή μέση και τέλος· όσο και αν ένας υπομονετικός και υποψιασμένος αναγνώστης θα πρέπει να εργαστεί εντατικά για να βάλει σε τάξη τις άφθονες λεπτομέρειες και τους παραληρηματικούς μονόλογους, τα χάσματα της αφήγησης και το χάος μιας αέναης ψυχολογικής ρευστότητας, τις εναλλαγές της εστίασης και τις διαρκείς χρονικές παλινδρομήσεις ή να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει τις φευγαλέες αναφορές, τις αποσιωπήσεις, τους σκοτεινούς υπαινιγμούς και τις αμφισημίες, τελικά η Ανατολική Μεσόγειος φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα με τον χρόνο και να μας προσκαλεί σε νέες αναγνώσεις. Πάντως, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να διδάξει πολλά σε νέους συγγραφείς, που πειραματίζονται με τη μυθοπλασία.
   
    Λευτέρης Παπαλεοντίου

Αποσπάσματα από την Εισαγωγή στην έκδοση: Ήβης Μελεάγρου, Ανατολική Μεσόγειος, επιμ. Λ. Παπαλεοντίου, Λευκωσία, Αρμίδα, 2011. Ο τόμος παρουσιάζεται απο τους Γιάννη Ιωάννου και Μυρτώ Αζίνα σε εκδήλωση την οποία διοργανώνει η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου (Πολιτιστικό Κέντρο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Λευκωσία, 2 Μαΐου 2012).

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Αφήστε τους ροκόλους, βρε... τάδε... μανιχούς τους
τσι’ όπως τα σύκα, έτσι έννα ψηθεί τσι’ ο νους τους.

Π. Λιασίδης

Διάβασα με προσοχή την απάντηση του κ. Γ. Ξενή (Φιλελεύθερος, ημ. 8.4.2012) στο κείμενό μου «Περί της κυπριακής διαλέκτου» και τον ευχαριστώ που τελικά αποφάσισε να τεκμηριώσει (;), ως του υποδείχτηκε, μια από τις περίεργες απόψεις που διατύπωσε στο κείμενό του «Κυπριακή διάλεκτος: χρήση και νεοκυπριακή παράχρηση» («Φιλελεύθερος», ημ. 25.3.2012).
Θέμα της δικής μου παρέμβασης δεν ήταν βασικά η καταγωγή της λεγόμενης Κοινής Νεοελληνικής (άλλως Νέας αθηναϊκής διαλέκτου κ.ά.),¹ ούτε καν οι όποιες απόψεις του για το θέμα της Κυπριακής διαλέκτου, με τις οποίες διαφωνώ: δεν είναι δυνατόν η κυπριακή διάλεκτος να εξελιχθεί, ως ο φόβος του κ. Ξενή, σε γλώσσα, επειδή «η Νεοελληνική Κοινή ξεκίνησε ως πελοποννησιακή - επτανησιακή διάλεκτος»!
Η παρέμβασή μου οφειλόταν στον απαξιωτικό και ειρωνικό τρόπο με τον οποίο αναφερόταν συλλήβδην στους μελετητές της Κυπριακής διαλέκτου, από τους οποίους κανένα δεν κατονομάζει. Ως πνευματικό άνθρωπο δηλ. δε με ενόχλησαν τόσο οι απόψεις του επί του θέματος αυτού, όσο το ύφος και το ήθος που χρησιμοποίησε για να τον προσέξουμε («Le style c'est l'homme meme»). Επί του σημείου, λοιπόν, αυτού θ’ ανέμενα κάποια εξήγηση από τον κ. Ξενή, που, δυστυχώς, επανέρχεται και αναμασά όσα αράδιασε στο κείμενό του ημ. 25.3.2012, χωρίς να επικεντρώνεται σε όσα τον εκθέτουν.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο κ. Ξενής (όχι ως κοινός θνητός, αλλ’ ως αριστούχος και πρωτεύσας μεταξύ 300 φοιτητών, ως ο ίδιος αναφέρει στο C.V. του, και ως πανεπιστημιακός) οφείλει να δώσει εξηγήσεις, που εναγώνια αναμένει η κυπριακή κοινή γνώμη, οι μελετητές της Κυπριακής διαλέκτου, ζώντες και μη, ακόμα και οι φοιτητές του, επί των αναπάντητων και εκκρεμούντων ερωτημάτων που ανακύπτουν αυτόματα από το κείμενό του:
α) Γιατί καταφέρεται εναντίον της ορθής ορθογραφικής και φωνητικής απόδοσης της Κυπριακής διαλέκτου και του αλφαβήτου της;
    «Ας γίνει κατανοητό», γράφει, «και το εξής: όταν λέμε επίσημο σύστημα γραφής δεν εννοούμε μια εσωτερική, και καθόλου θεμιτή, διαδικασία κάποιου ιδρύματος ή κάποιου εκδοτικού οίκου, αλλά το σύστημα εκείνο που καθιερώνεται στις επίσημες λειτουργίες του κράτους, λ.χ. στην Εκπαίδευση…»
Αγνοεί ο κ. Ξενής ότι εισηγητής του καταρτισμού αυτού του αλφαβήτου ήταν η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση (1962), που δεν ήταν, βέβαια, κάποιο ίδρυμα ή κάποιος εκδοτικός οίκος (ως η εσφαλμένη άποψή του), αλλά θεσμός κατοχυρωμένος συνταγματικά. Τα Πρακτικά των αποφάσεων περί του αλφαβήτου της κυπριακής διαλέκτου είναι δημοσιευμένα και όφειλε να τα έχει υπόψη του.
β) Γιατί ειρωνεύεται τον καταρτισμό ερμηνευτικών και ετυμολογικών λεξικών της Κυπριακής διαλέκτου, ενώ από την άλλη, αντιφάσκοντας, γράφει ότι σέβεται και τιμά τους ερευνητές της Κυπριακής διαλέκτου; Ποιοι «συντάσσουν λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη τυποποίηση κανόνων και να διευκολυνθεί η γραφή και διδασκαλία της κυπριακής;» Αν μη τι άλλο, ο κ. Ξενής όφειλε να τιμά τη μνήμη του Κυρ. Χατζηιωάννου, ο οποίος το 1999 εξέδωσε «Γραμματική της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου» για να υπηρετήσει την έρευνα και την επιστήμη του και όχι για να «υπάρξει μεγαλύτερη τυποποίηση κανόνων και να διευκολυνθεί η γραφή και διδασκαλία της γραμματικής», ως mutatis mutandis τού καταλογίζει ο κ. Ξενής.
γ) Πού στηρίζει την περίεργη άποψή του ότι οι σπάνιες λέξεις της Κυπριακής διαλέκτου (λέξεις άπαξ κ.ά.) ή αυτές που περιέπεσαν σε αχρηστία, θα πρέπει να απορριφθούν άπαξ διά παντός; Έτσι εργάστηκαν οι λεξικογράφοι της Αρχαίας, της Μεσαιωνικής και της Νεότερης Ελληνικής Γλώσσας;
Σε ό,τι αφορά τον «ανώνυμο» που έγραψε (χωρίς να υπογράφει) σε ηλεκτρονική μορφή την «Απάντηση στον κ. Γιαγκουλλή για τις παρατηρήσεις του στο άρθρο του κ. Ξενή που δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο της 25ης Μαρτίου 2012», επιθυμώ να σχολιάσω δυο μόνο σημεία από το κείμενό του, παρ’ όλο ότι οι «ανώνυμοι» δε λαμβάνονται από κανένα υπόψη:
α) «Ο κ. Γιαγκουλλής (…) διεγείρει θυμηδία το ότι «διορθώνει» τον Καθ. κ. Ξενή».
β) «Αλγεινή εντύπωση προξενεί και το ότι ο κ. Γιαγκουλλής διαστρεβλώνει το παράθεμα από τον Ανδριώτη».
Απολογούμαι στον «ανώνυμο» γιατί τόλμησα να «διορθώσω» τον Καθ. κ. Ξενή. Δε γνώριζα ότι η τόλμη μου αυτή «διεγείρει θυμηδία», αφού ο κ. Ξενής ως πανεπιστημιακός μένει στο απυρόβλητο, αν και … «αδιόρθωτος»!
Ουδεμία διαστρέβλωση (= παρουσίαση με ψευδή ή αλλοιωμένη μορφή) εκ μέρους μου δεν έγινε στο παράθεμα του Ανδριώτη. Απλώς από ένα μακροσκελές και συνεχές κείμενό του παρέθεσα δυο αυτούσια χωρία. Για το μέρος εκείνο μεταξύ των δύο χωρίων που παραλείπω σημειώνω το σύμβολο (…), που στους επαρκείς αναγνώστες δηλώνει τμήμα κειμένου που συνειδητά έχει παραλειφθεί, κυρίως για λόγους συντομίας. Κατά τα άλλα καμιά πρόθεση δεν είχα να προκαλέσω οποιοδήποτε ψυχικό πόνο ή, έστω, έντονη δυσαρέσκεια σε οποιοδήποτε σχετικό ή άσχετο αναγνώστη μου.
Η αναφορά του «ανώνυμου» στους G. Horrocks και Ε. Πετρούνιας για την Κοινή Νεοελληνική και η διευκρίνισή του για τις απόψεις του Ανδριώτη για το ίδιο θέμα μιλούν από μόνες τους και αποκαλύπτουν πολλά. Η κυπριακή παροιμία «Η αλουπού εχώννετουν τσι’ ο νούρος της εφαίνετουν» βρίσκει εδώ την πλήρη της έκφραση.
Επί όλων των άλλων σιωπώ ευγλώττως και δεν τηρώ αιδήμονα σιωπή. Η Ελληνική μας γλώσσα καλά κρατεί στην Κύπρο. Το ίδιο και η διάλεκτός μας. Ως επιστήμονας δεν κινδυνολογώ, δεν εκτρέπομαι και δεν παίζω το παιχνίδι κανενός, προπάντων, όμως, δεν παίζω τον έξυπνο!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Μετά το Νόμο 309/1976 ο όρος Κοινή έχει περισσότερο ιστορική αξία· δεν δηλώνει μια κατάσταση που μπορεί να έχει νόημα έξω από την εμπειρία του γλωσσικού ζητήματος και, επομένως, δεν προσθέτει τίποτε. Ο όρος Νέα Ελληνική ή Νεοελληνική είναι σήμερα ο επικοινωνιακά περισσότερο λειτουργικός όρος δήλωσης της σύγχρονης (και νεότερης γενικά) μορφής της γλώσσας μας (Γ. Μπαμπινιώτης) (Εφ. Το Βήμα, ημ. 5.12.1999).


Κ. Γ. Γιαγκουλλής
9.4.2012


Τουλούπα


Τουλούπα: Ἡ ἀνάγκη υἱοθέτησης ἀπό τόν ἑλληνισμό ἑνός νέου, οἱονεί «ἀνανεωτερικοῦ», πολιτισμικοῦ «παραδείγματος»

Κανονικά ἡ ἀναγωγή τῆς νεοελληνικῆς λέξης τουλούπα  (= σφαιροειδής μᾶζα μαλλιοῦ ἕτοιμου γιά γνέσιμο) στό ἀρχ. ἑλλ. τολύπη (= κατειργασμένον ἔριον σχηματισθέν εἰς ὄγκον καί ἕτοιμον πρός νῆσιν, κοινῶς «τουλοῦπα»|| ὄγκος σφαιροειδής ἐξ οἱουδήποτε πράγματος κ.λπ.) θά ἀρκοῦσε στούς ἀσχολουμένους μέ τήν ἐτυμολογία τῶν νεοελληνικῶν λέξεων, οἱ ὁποῖοι, δέσμιοι μιᾶς στενῆς ἀντίληψης γιά τά ὅρια τῆς ἑλληνικῆς καί τοῦ ἑλληνισμοῦ, δέν διανοοῦνται ὅτι μπορεῖ νά συμβαίνῃ αὐτό πού εἶχε διαβλέψει ὁ Κοραῆς, δηλ. ἡ νέα ἑλληνική νά συντηρῇ στοιχεῖα παλαιότερα τῶν ἀρχαίων. Ἐν τούτοις, ἡ ἁπλῆ σκέψη ὅτι τό μωρέ ἐξακολουθεῖ νά συνυπάρχῃ μέ τά ἐξ αὐτοῦ προελθόντα μπρέ, βρέ, ὠρέ, ρέ κ.λπ., ὅπως καί τό θέλω νά μέ τό θά, εἶναι ἱκανή νά δείξῃ τήν στενότητα τῆς κρατούσας ἀντίληψης γιά τήν γλωσσική ἐξέλιξη.
Ἀπό τήν ἴδια στενότητα ἀντίληψης πάσχουν καί οἱ ξένοι ἐπιστήμονες, καί εἶναι πιά καιρός οἱ νεοέλληνες νά ἀναλάβουν, λόγῳ ἱστορικῆς, κυρίως,  ἰδιοπροσωπίας, τό δύσκολο ἀλλά τιμητικό ἔργο κατεδάφισης τῶν παγκόσμιων προλήψεων. Γιά παράδειγμα, ὁ Robert Beekes, στό Ἐτυμολογικό του Λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς (ἐννοεῖ τήν ἀρχαία ἑλληνική), ἐκδ. Brill, Leiden, Boston, 2010, ἀναφερόμενος στήν ἀ.ἑ. «τολύπη» (σ. xv – xvi τῆς εἰσαγωγῆς ὑπό τόν τίτλο «Προελληνικές δάνειες λέξεις στήν ἑλληνική»), γράφει: «Ἡ λέξη σχετίζεται σαφῶς μέ τό λουβικό καί χεττιτικό taluppa/i-  “σγρομπόλι, σβῶλος χώματος”. Ἡ ἑλληνική λέξη εἶναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προελληνικῆς λέξης: ἡ δομή ΣaΣ-up- (μέ o ἀντί a πρό τοῦ u) καί ἡ ἀπουσία κάποιας ἰνδοευρωπαϊκῆς ἐτυμολογίας (ἡ ἐτυμολογία τοῦ Melchert στό Orpheus 8 (1998): 47-51 δέν εἶναι πειστική) ὑποβάλλουν τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ λέξη εἶναι προελληνική ἤ προανατολική. Ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, ἡ «τουλούπα» δέν εἶναι μιά λέξη πού θά ἔκανε εὔκολα ἕνα ὑπερπόντιο ταξίδι· εἶναι μιά λέξη τῆς καθημερινῆς ζωῆς καί οἱ ὁμιλητές τῆς ἑλληνικῆς ἤ τῶν ἀνατολικῶν γλωσσῶν θά πρέπῃ νά τήν παρέλαβαν ἀπό μιά κοντινή τους περιοχή. Συμφωνῶ ἀπολύτως μέ τήν ἄποψη τοῦ Furnée (3533) πώς ἡ λέξη μεταφέρθηκε στήν Ἑλλάδα ἀπό ἐποίκους προερχόμενους ἀπό τήν Ἀνατολή, οἱ ὁποῖοι μιλοῦσαν τήν γλῶσσα πού ἀλλιῶς ὀνομάζουμε προελληνική. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ τολύπη εἶναι δάνειο ἀπό μιά ἀνατολική γλῶσσα, ἀλλά αὐτή ἡ -πιθανόν μή ἰνδοευρωπαϊκή- γλῶσσα ἦταν εὐρέως διαδεδομένη στόν ἑλλαδικό χῶρο προτοῦ οἱ Ἕλληνες (πού μιλοῦσαν μιά ἰνδοευρωπαϊκή γλῶσσα) ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ.»
Ἄς μή βιαστοῦμε νά καγχάσουμε μέ τήν ἰδέα ὅτι ἡ ταπεινή «τουλούπα» τῆς κυρα-Κατίνας χρησιμοποιεῖται σ’ αὐτόν τόν τόπο παραπάνω ἀπό 4.000 χρόνια, γιατί ἐδῶ ὁ Beekes πιθανώτατα ἔχει δίκιο [τά 3.000 εἶναι σίγουρα, ἄν κρίνουμε ἀπό τό ὁμηρικό «ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω» (= μηχανεύομαι, Ὀδ. τ 137) πού λέγεται γιά τόν ἱστό τῆς Πηνελόπης].
Ἐκεῖ ὅμως πού μποροῦμε νά διασκεδάσουμε εἶναι μέ τήν σιγουριά τοῦ Beekes ὅτι ἡ ἑλληνική λέξη εἶναι λουβικῆς – χεττιτικῆς προέλευσης, ἑπομένως «προελληνικό» δάνειο. Τί μᾶς κάνει νά εἴμαστε τόσο βέβαιοι ὅτι ὅλα αὐτά τά «τολυπεύματα» τῆς δυτικῆς ἐπιστήμης δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τήν ζωντανή πραγματικότητα;
Κατ’ ἀρχάς ἡ διάδοση τῆς λέξης καί στίς πιό ἀπόμακρες γωνιές τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας, ὑπό ποικίλες μορφές, κάτι πού εἶναι χαρακτηριστικό καί τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς»:
τουλούπα, τουλούπ-πα, τουλούπφα, dουλούbα, τ’λούπα, d’λούπα, στουλούπα, στουλούππα, ἀστουλούπα, λουλούπα, ταλούπα, κλούπα, τούπα.
Ἐνδεικτική ἐπίσης τῆς τεράστιας σημασίας τῶν νεοελληνικῶν μαρτυριῶν γιά τήν διερεύνηση τοῦ γλωσσικοῦ παρελθόντος, ἑλληνικοῦ καί εὐρωπαϊκοῦ (ἄν μή πανανθρώπινου), εἶναι ἡ ποικιλία σημασιῶν τῆς λέξης πού δέν ἀπαντοῦν ὅλες στήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία: ἐκτός ἀπό τήν βασική σημασία «σφαιροειδής μᾶζα μαλλιοῦ ἕτοιμου γιά γνέσιμο» ἡ τουλούπα στήν νεοελληνική χρησιμοποιεῖται γιά νά ὑποδηλώσῃ τίς νιφάδες τοῦ χιονιοῦ, τά ἄσπρα μαλλιά καί συνακόλουθα τήν γήρανση, τίς τολύπες καπνοῦ, τίς τοῦφες τῶν ἀνθρώπινων μαλλιῶν, τά ἀχτένιστα ἤ ἀνακατεμένα μαλλιά, τοῦφες χόρτου ἤ ἀχύρου, σωρούς πραγμάτων (πρβλ. μιά dουλούbα πέτρες Κύζικος), τήν πυκνότητα εἴτε τῆς τριχοφυΐας εἴτε τῆς χιονόπτωσης, καί τέλος τήν παχύτητα / στρογγυλότητα, ἴσως λόγῳ τοῦ στρογγύλου σχήματος τῆς τουλούπας.
Ἀλλά ἄν συνδυάσουμε τό νῆμα τῶν παλαιῶν συνειρμῶν στούς ὁποίους ἔχουν προβῆ οἱ ὁμιλητές τῆς ἑλληνικῆς μέ τίς ἐπίσης παλαιές φωνητικές τροπές πού ἔχουν λάβει χώραν στό ἐσωτερικό τῆς ἑλληνικῆς, τότε βλέπουμε νά ξανοίγεται μπρός στά μάτια μας ἕνας ὁλόκληρος κόσμος τοῦ ὁποίου τήν ὕπαρξη δέν εἴχαμε ὑποπτευθῆ, ἕνα πολύβουο ὑπόγειο ἐργαστήρι, ὅπου μέ ἀργές διολισθήσεις ἤ φαινομενικά αἰφνίδια σκιρτήματα σφυρηλατεῖται ὁ κορμός τῆς γλώσσας μας τῆς ἑλληνικῆς, τῆς γλώσσας μας τῆς ἀνθρώπινης.
Στόν συγγενῆ πρός τήν τουλούπα χῶρο τῆς ὕφανσης ἀνήκει ἡ λέξη τρούbα (βασική σημασία: κυλινδρικό τόπι ὑφάσματος), τήν ὁποία, μαζί μέ τούς ποικίλους ἐναλλακτικούς της τύπους καί τίς συμπαρομαρτοῦσες λεξιλογικές συμφύσεις, εἶναι εὔλογο νά συμπεριλάβουμε στόν εὐρύ κύκλο τῆς τουλούπας:

τρούbα, τρούbλα, θρούbα, θλούbα, ρούbα (μεταξύ ἄλλων: τόπι ὑφάσματος, χιονόμπαλλα, ἡ κλωστή πού, καθώς ξετυλίγεται ἀπό τό κουβάρι, μαζεύεται κατά μῆκος τοῦ βραχίονα)
τρουbιάζω, τρουbλιάζω (= ἀναδιπλώνω, μαζεύω τό πανί σέ ρολό)
στρούbα (= τό τυλιγμένο σέ ρολό ὕφασμα, τό δεμάτι τοῦ λιναριοῦ, τό ἡμικατεργασμένο λινάρι, τό ὁποῖο σφιχτοδένουν ὅταν τό κοπανίζουν, τό «ξανοιμένο» βαμβάκι, τό δεμάτι, ἡ «κούκλα» ἀπό διάφορες πρῶτες ὕλες ἤ ὑφάσματα)
στρουbί, τρουπί (μεταξύ ἄλλων: τό δεμάτι, ἡ τουλούπα ἀπό ροῦχα, ὑφάσματα κ.λπ.)
στρουbιάζω, στρουbιάζου (= διπλώνω τό ὕφασμα σέ ρολό)
στρόπος (= τό «κομπόδιασμα», τό κουλούριασμα διαφόρων πραγμάτων, π.χ. τῶν ρούχων)
στρούbλα (= δέσμη, τό τόπι νήματος ἤ ὑφάσματος)
στρουbλί (= δέσμη κατεργασμένου λιναριοῦ, τόπι ὑφάσματος)
στρουbλοκόπανος (= κόπανος, ξύλο μέ τό ὁποῖο κοπανίζουν τά στρουμπλιά τοῦ λιναριοῦ)
στροῦbος (= μεταξύ ἄλλων: κουβάρι, κόμπος, κότσος)
στρουbούλι (= τό μαζεμένο πανί)
στρουbουλιάζω (= περιτυλίγω, περιδέω)
στρουbλούτσι (= τό ἄγαρμπο, τό ἀκανόνιστο, τό ἀσύμμετρο, μτφρ. ἀπό τό ἀκατέργαστο λινάρι)
στρούπα [= οἱ κοπανισμένοι κλῶνοι τοῦ λιναριοῦ, φρ. τόν ἔκανε στρούπα (= τόν ἔσπασε στό ξύλο), πρβλ. τόν ἔκανε σούπα στό ξύλο]
στροφός (= δέσμη νημάτων πού χρησιμοποιοῦνται στήν ὑφαντική)
τουλούπι, τουλούπ-πιν, τουλούπ-πι, τολούπι, στουλούπι, τ’λούπ’, ζουλούπ’  (= τολύπη ἀπό βαμβάκι, μαλλί κ.ἄ., νιφάδα χιονιοῦ, τό σπάργανο, τό σύνολο τῶν μαλλιῶν ἑνός προβάτου ὅταν κουρευτῇ, ἡ λεύκανση τῆς κόμης, ὁ σωρός τῶν μαζεμένων ρούχων)
τουλουπιάζω, τουλουπκιάζ-ζω, τουλουπιάζου, τ’λουπιάζου (= τολυπεύω, κάνω τουλοῦπες μαλλιῶν ἤ βαμβακιοῦ, περιτυλίγω, ἀποκτῶ ἄσπρα μαλλιά)
τουλουπίδα, τουd-dιπίdα, τουd-dουπίτα, στουλπίδα, στουπουλίδα, στουπαλίδα (= νιφάδα χιονιοῦ, ψιλό καί πυκνό χιόνι, τολύπη μαλλιοῦ, «ὁ ὑπό τόν ἀργαλειόν χυνόμενος χνοῦς»)
τσουλούφι. Μέ τσιτακισμό τοῦ ἀρκτικοῦ τ τοῦ τουλούπι ἤ τουλούπ-πι (: τουλούπφι) σχηματίζεται τό γνωστό πάγκοινο τσουλούφι τό ὁποῖο μᾶλλον βιαστήκαμε νά ἀποδώσουμε στήν τουρκική, εἴτε ὡς δάνειο εἴτε ὡς ἀντιδάνειο, άφοῦ εἶναι φανερό ὅτι τό τουρκικό zülüf προῆλθε ἀπό τούς μικρασιάτες Ἕλληνες [πρβλ. καππαδοκικό ζουλούπ’ καί τουλούπ’ (= τουλούπα), μεσσηνιακό τσουλούφι (= μαλλί γιά γνέσιμο), καρπαθιακό τσουλούπι (= ἑκάστη ἐκ τῶν δύο κλωστῶν πού δένονται γιά νά κρατοῦν κλειστό τό πουκάμισο), κρητικό τσολόφι (= εἶδος ὑφαντικῆς: Τσί ζῶνες τσί ‘φαίνουνε τσολόφι), χιώτικο τσούλουφο (= ξερό χόρτο) κ.λπ.]. Ἀλλά καί ἡ εὐρύτατη φωνητική ποικιλία καί πολυτυπία πού παρουσιάζει ἡ λέξη εἶναι στοιχεῖο ἐνισχυτικό τῆς ὑπόθεσης ὅτι ἀνάγεται σ’ ἕνα ἀφανές, ὑπόγειο παρελθόν:
τσουλούφι, τσουλούφ’, τσ΄ιουλούφ’, τσ’λούφ’, dζουλούφι, dζουλούφ’, ζουλούφι, ζ-ζουλούφι, σουλούφι, σσουλdούφι, τσουλούπι, τσουρούφλι, τσουλούφλι, τσουρλούφι, τσουρούφλ’, τσ’λούφρ’, dζουλούφρι, ζουλίφι, τσολόφι, τσουλόφ’ dζολόφιν, τσιλούφι, τσιρούφλ’, «ντζουλάφι», «ντζαλάφι», dζούφι Πληθ. dζουλούφä, ζουλούφια, ζουλούφκια, ζ-ζουλούφκ΄ια, ζουλούφχια, τσουρούφια, τσουρούφä, τσερούφλια, τσουούφια, dζουούφια.
Στήν ἴδια εὐρεῖα οἰκογένεια τῆς τουλούπας –στήν ὁποία ἀνήκουν ἡ στουλούπα, ἡ στρούbα καί ἡ στρούπα- φαίνεται ὅτι πρέπει νά συμπεριληφθῇ καί ἡ στούπα, στούπ-πα (= κυρίως, νιφάδα χιονιοῦ).
Ἡ βασική σημασία τῆς λ. στούπα «νιφάδα χιονιοῦ» ἀλλά καί σημασίες ὅπως «τά μαλλιά τοῦ ἀραβοσίτου» Ἰων. (Βουρλ.), «τά ἄχρηστα πού βγάζουν ἀπ’ τό λινάρι» Νάξ. (Ἀπείρανθ.), «στουπί» στήν φρ. ἐνάτε στούπα (= ἔγινε στουπί, μέθυσε) Τσακων., δικαιώνουν τό ἀπαράμιλλο γλωσσικό ἔνστικτο τοῦ Κοραῆ πού εἶχε διαβλέψει τήν σχέση τοῦ μαλλιοῦ καί τῆς χιονόπτωσης ἤδη στόν Α΄ τόμο τῶν Ἀτάκτων, σ. 50: «Τὸ Στυπίον εἶναι ὑποκοριστικὸν τοῦ θηλυκοῦ ὀνόματος Στύπη [...] τὸ Στοῦπα τῆς κοινῆς ἡμῶν γλώσσης, καὶ τὸ ἀπὸ τούτου ῥῆμα Στουπόνω [...], ἤγουν φράσσω μὲ στουπίον· καὶ προσέτι τὸ ἀπρόσωπον Στουπίζει, ἤγουν χιονίζει, ὅτε δηλαδὴ τὰ χιόνια καταβαίνουν ὡς στουπία, ἢ ὡς μαλλία, καθὼς λέγει ὁ Δαυὶδ (Ψαλμ. 147) “Διδόντος χιόνα ὡσεὶ ἔριον”».
Ἐδῶ ὅμως ἔχουμε φθάσει σέ ἕνα κομβικό σημεῖο, ὅπου θά πρέπῃ νά ἀποφασίσουμε ἄν θά ἀκολουθήσουμε τούς νέους δρόμους πού φαίνεται νά διανοίγῃ ἡ ἐνδοσυγκριτική μελέτη τῆς ἑλληνικῆς, καί δή τῆς γραικικῆς, ἤ θά ὀπισθοχωρήσουμε τρομαγμένοι ἀπό τίς συνέπειες τῶν παραδοχῶν μας. Γιατί ἡ συσχέτιση τῶν τουλούπα, στουλούπα, στρούbα, στρούπα, στούπα φαίνεται νά ὁδηγῇ ἀφ’ ἑαυτῆς στό συμπέρασμα ὅτι τά ἀρχαῖα τολύπη καί στύππη (= στυππεῖον, στουππί) εἶναι ἐναλλακτικοί τύποι τῆς ἴδιας λέξης, κάτι πού ἐναργέστερα ἀποδεικνύει ἡ ἐνδοσυγκριτική ἐξέταση τῶν νεοελληνικῶν στουλούπα καί στούπα. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ἀλλά καί ἐπιπροσθέτως ὅτι τά ν.ἑ. στούπα, στουπί, στου(μ)πίζω, στου(μ)πώνω, στροῦμπος, στοῦμπος, στρουμπλοκόπανος κ.λπ. δέν ἀποτελοῦν ἀντιδάνεια προερχόμενα ἀπό τό –συγγενές- λατ. stup(p)a ἤ τό μεσν. λατ. stuppare (βλ. A. Maidhof, Neugriechische Rückwanderer aus den romanischen Sprachen, σ. 68) ἀλλά παραπέμπουν σέ αὐθιγενεῖς, πρωτογονικές πρακτικές στουμπίσματος φυτικῶν κλάδων, καί δή λιναριοῦ, γιά τήν παραγωγή μαλλιοῦ, πού ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ποικίλα ἴχνη τους στό σῶμα τῆς γλώσσας μας.

Ὡρισμένα πρῶτα συμπεράσματα
Ἐννοεῖται πώς ἡ ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς λέξης τουλούπα δέν σταματάει ἐδῶ (καί μόνο ἡ ἀναφορά σέ λέξεις ὅπως στρουμπουλός ἤ τουλουπίζω / τουλουπώνω θά ἀπαιτοῦσε σελίδες ἐπί σελίδων).  Ἡ μικρή, ὡστόσο, αὐτή περιήγηση στά ὑπόγεια ρεύματα τῆς γλώσσας μας  εἶναι σέ θέση νά δείξῃ -ἤ, προκειμένου περί πιό δύσπιστων,  νά προϊδεάσῃ- πώς διαθέτουμε τό μοναδικό προνόμιο νά μιλᾶμε καί νά γράφουμε μιά ἱστορική γλῶσσα, ἡ ὁποία συνοψίζει καί μνημειώνει μέ τρόπο ἀνεπανάληπτο στό ἐσωτερικό τῆς ἀχανοῦς γραπτῆς καί προφορικῆς της παράδοσης ὅλα τά στάδια ἐξέλιξής της. Αὐτό μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά σταθοῦμε ὡς ἔθνος στά δικά μας πόδια ἀπέναντι στούς ξένους, πού μᾶς κουνᾶνε τό δάχτυλο καί μᾶς δασκαλεύουν γιά τό τί ἦταν ὁ «προελληνικός», ὁ ἀρχαῖος, ὁ μεσαιωνικός  ἤ ὁ νεώτερος ἑλληνικός πολιτισμός, καί νά τούς ποῦμε, μέ τήν αὐτοπεποίθηση πού παρέχει ἡ γνώση ἀπό πρῶτο χέρι, καί χωρίς ἴχνος συμπλεγματικῶν ἀναστολῶν, ὅτι λυπούμαστε πολύ, ἀλλά ἐδῶ καί πάρα πολλά χρόνια μᾶς ἔχουν φλομώσει μέ τίς πιό ἀπίστευτες σαχλαμάρες.
Καί τίς λένε αὐτές τίς σαχλαμάρες ὄχι ἐπειδή εἶναι ἀνόητοι, ἀλλά ἐπειδή ἔχουν πάθει αὐτό πού ἔχουν πάθει καί πολλοί δικοί μας ἐδῶ καί πολλά χρόνια: περιφρονοῦν ἀφάνταστα τήν κυρα Κατίνα καί τόν μπαρμπα Μῆτσο, κι ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν πίσω ἀπό τά ταπεινά, καθημερινά τους λόγια, ἔργα καί ἤθη ἕναν ἰλιγγιώδη πολιτισμό, πού, σύν τοῖς ἄλλοις, εἶναι σέ θέση, λόγῳ τῆς ἱστορικῆς του ἰδιοδρομίας, νά παράσχῃ στόν κόσμο αὐτό πού πάντοτε παρεῖχε ὁ ἑλληνισμός: περισσότερη αὐτοσυνειδησία.
Ἐνδέχεται, βέβαια, ἡ κρατοῦσα ἀντίληψη στόν χῶρο τῶν ἱστορικοσυγκριτικῶν γλωσσολογικῶν σπουδῶν, ἀδυνατῶντας στό μέλλον νά ἀρνηθῇ τίς εὐρεῖες καί πολυποίκιλες σχέσεις τῆς νέας ἑλληνικῆς μέ τήν λεγόμενη «προελληνική», νά ἀναδιπλωθῇ ἐν μέρει, ἐξακολουθῶντας ὅμως νά ὑποστηρίζῃ ὅτι ἡ φωνολογική / φωνητική ποικιλία, πού κάνει τήν ἐμφάνισή της τόσο στήν «προελληνική» ὅσο καί στήν νέα ἑλληνική, εἶναι χαρακτηριστικό μιᾶς μή ἑλληνικῆς καί μή ἰνδοευρωπαϊκῆς γλώσσας. Ὁπότε θά χρειασθῇ μιά σύντονη καί ἐργώδης προσπάθεια, προκειμένου νά ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια πού, κατά τήν γνώμη μας, ἤδη θαμποχαράζει πίσω ἀπό τήν ὁμίχλη τῆς ἐπιστημονικῆς πλάνης αἰώνων: ὅτι ἡ πολυδιάσπαση καί φωνητική ποικιλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό ὅλων τῶν γλωσσῶν, τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν, βεβαίως, μή ἐξαιρουμένων, εἰδικά κατά τά πρῶτα στάδια ἐξέλιξής τους.
Στήν ὑπόθεση τῆς διεύρυνσης τῆς ἀνθρώπινης αὐτοσυνειδησίας ὁ ρόλος τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσας καί τῆς νεοελληνικῆς ἐπιστήμης εἶναι καίριος, κάτι πού συνεπάγεται καί ἀνάλογες εὐθύνες, εἰδικά μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού ἕνα μέρος τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ (προ)ἡσιοδείου ἀρότρου ἀργοσβήνει, ὑπακούοντας στούς νόμους τῆς παντοδύναμης ἀνάγκης.
Ἐνῷ ὅμως ἡ πορεία αὐτή μοιάζει ἀναπόφευκτη, δέν εἶναι καθόλου ἀναπόφευκτο τό ἐνδεχόμενο οἱ τελευταῖοι αὐθεντικοί ἐκφραστές αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ νά ἐγκαταλείψουν τά ἐγκόσμια χωρίς νά μνημειωθῇ τό γλωσσικό καί πολιτισμικό τους ἦθος.
Μάλιστα, σήμερα, λόγῳ τῆς τεχνολογικῆς προόδου, ἔχουμε τήν δυνατότητα, σέ ἀντίθεση μέ τούς λόγιους τοῦ 19ου καί τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα, νά μνημειώνουμε τόν ἰδιωματικό / διαλεκτικό λόγο ὄχι μόνο σέ γραπτή ἀλλά καί σέ προφορική ἤ καί ὀπτικοακουστική μορφή, κάτι πού θά ἀποδειχθῇ ἰδιαίτερα διαφωτιστικό γιά ὅσους θά σκύψουν πάλι πάνω στό καθημαγμένο σῶμα τοῦ γλωσσικοῦ μας πολιτισμοῦ.
Τό ἔργο τῆς περαιτέρω μνημείωσης τοῦ πολύτιμου γλωσσικοῦ μας θησαυροῦ, καθώς καί τῆς μελέτης του ὑπό τό φῶς τῶν νέων δεδομένων πού κομίζει ἡ ἔρευνα τῆς καλουμένης «προελληνικῆς», δέν μπορεῖ νά ξεκινήσῃ μετά ἀπό πέντε ἤ δέκα χρόνια, ἀλλά ἀπό αὔριο κιόλας. Ὅταν ἀποκαλυφθῇ σέ ὅλες τίς διαστάσεις ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ πολιτισμός τῶν παππούδων καί τῶν γιαγιάδων μας κρατάει ἐδῶ καί πέντε, τοὐλάχιστον, χιλιάδες χρόνια, καί ἡ ἀνθρωπότητα μᾶς ζητήσῃ εὐθύνες γιά τό πῶς ἀντιμετωπίσαμε τούς τελευταίους ἐν ζωῇ ἀντιπροσώπους του, ρωτῶντας μας εὐθέως: «καί σεῖς τότε τί κάνατε;», νά ἔχουμε νά ἀπαντήσουμε πώς αὐτόν τόν πολιτισμό τόν ἀγκαλιάσαμε καί τόν μνημειώσαμε μέ ἀγάπη, φροντίδα, σεβασμό καί γνώση, κι ὄχι πώς ἐκείνη τήν ἐποχή καταγινόμαστε μέ τήν διδασκαλία στά παιδιά μας τῆς ἀγγλικῆς ἀπό τήν πρώτη Δημοτικοῦ.

Χρῖστος Δάλκος

Κοκκώνα


Ἡ κοκκώνα, ἡ κοτσιώνα, ἡ κοσώνα καί ἡ κ’σώνα

Στό γλωσσάρι τῆς πολύ καλῆς –καί σέ πολλά πρωτότυπης- ἐργασίας Τοπικό ιδίωμα, Λαογραφικά της Βόρειας Εύβοιας, πού ἐξέδωσε τό 2006 ἡ Ὁμάδα Περιβαλλοντικῆς Ἐκπαίδευσης τοῦ Γυμνασίου Ἱστιαίας (ὑπεύθυνοι καθηγητές: Τρίγκα Μαρία, Παρούσης Γιώργος, Στεργίου Βασίλης), παρατίθεται, μεταξύ ἄλλων, ἡ ίδιωματική λέξη «κσώνα» (κανονικά: κ’σώνα) μέ τό ἀκόλουθο ἑρμήνευμα: «χριστουγεννιάτικη κουλούρα με κουκόσα, δώρο απ’ τη νονά στο αδεξίμι. Αλλά και λαμπριάτικη κουλούρα με κόκκινο αυγό, χάρισμα από τη νονά στο αδεξίμι· το Πάσχα χάριζαν κσώνες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια ή οι θειάδες στα ανήψια.»
Γράφουμε τήν λέξη «κ’σώνα» καί ὄχι «κσώνα», γιατί φαίνεται νά προῆλθε ἀπό τόν τύπο κοσώνα, *κουσώνα (= κούκλα)  μέ συγκοπή τοῦ μεσοσυμφωνικοῦ o ἤ u, κάτι πού παρατηρεῖται καί στόν σκυριανό τύπο κ’σούνα, ξούνα (= κούκλα), ὁ ὁποῖος φανερά προέκυψε ἐκ τοῦ κουτσούνα > *κ’τσούνα > κ’σούνα > ξούνα, μέ ἐπί πλέον ἐξέλιξη τοῦ τσ σέ σ. Τό Ἀρχεῖο τοῦ Κέντρου Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καί Ἰδιωμάτων –ΙΛΝΕ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν ὀρθά ἐντάσσει στό λῆμμα «κουτσούνα ἡ,» τήν κοσώνα -ὁ τύπος κ’σώνα δέν ἔχει καταγραφῆ-, γιατί συμπίπτουν σχεδόν φωνητικά καί ἀπολύτως ἀπό σημασιολογική ἄποψη.
Τό ὅτι ἡ κ’σώνα ἀντιπροσώπευε κάποτε ἕνα εἶδος κούκλας / ὁμοιώματος ἀνθρώπου (γυναίκας ὡς ἐπί τό πλεῖστον), πού πλαθόταν μέ ζυμάρι, φαίνεται ἀπό τήν σημασία τῆς λέξης κουτσούνα, κουσούνα, κ’σούνα πού δέν σημαίνει μόνο τήν κούκλα, τό μικρό κορίτσι κ.λπ., ἀλλά, σέ ὡρισμένες περιοχές, καί τήν (ἑορταστική, ὡς ἐπί τό πλεῖστον,) κουλούρα: κουτσούνα (= εἶδος ἄρτου ἐπιμήκους) Ἄνδρ. (Γαύρ.) κουτσούνα (= λαμπριάτικη κουλούρα) Ἀντίπαρ.  τήν πλάσσει (τήν ζύμην) καί κάνει τρεῖς κουτσοῦνες σάν κοπέλλες ὡραῖες Θήρ. κουτσούνα (= κούκλα || κουλούρα τοῦ Πάσχα εἰς σχῆμα κούκλας) Κρήτ. (Ράμν.) κουτσούνα (= κούκλα || ἡμιανθρωπόμορφη κουλούρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου) Νάξ. (Ἀπείρανθ.) κουτσούνα (= τά μετά ὠοῦ ἀρτίδια τοῦ Πάσχα καί τά πρός τέρψιν τῶν παίδων ὁμοιώματα) Πάρ. κουτσούνα [= εἶδος ἐδέσματος πού φτειάχνονταν μέ ἀσκοπαΐδα (: συκομαγίδα), ρίγανη καί ἁλάτι] Πελοπν. (Καρβελ.) ἔπλασα καμμιά δεκαριά κουτσοῦνες (λαμπριάτικες κουλοῦρες) γιά νά τίς στείλω στ’ ἀναδεξίμια μου Πελοπν. (Κορών.) ζαχαρένια κουτσούνα Πελοπν. (Μανιάκ.) κουτσούνα τῆς Λαμπρῆς (= κούκλα ἐκ ζύμης) Σῦρ. κουτσούνα, κουτσούνιζα (= μικρό χριστόψωμο μέ στρογγυλό χεράκι, φιλοδώρημα γιά τά παιδιά καί γιά τούς φιλιότσους) Ὕδρ. αὐτή κάνει μιά ζύμη καί τήν πλάθει κουσούνα καί τήν ντύνει μέ ροῦχα ὡραῖα Ἄνδρ. κουσούνα (= πασχαλιάτικο τσουρέκι) Ψαρ. κουσούνα (= ψωμί σέ μορφή γυναίκας, μέ ζάχαρη καί βούτυρο) Ψαρ. κ’σούνα (= μικρό κουλλουράκι προχείρως συνήθως παρασκευαζόμενον διά μικρά παιδιά, σχήματος γάμμα) Μακεδ. (Χαλκιδ.) «Κλόρες κατασκευάζουν πρό πάντων τά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα. Εἰς αὐτάς δίδουν ἤ τό σύνηθες στρογγύλον σχῆμα ἤ κάμνουν εἰς σχῆμα κ’σούνας (= κούκλας) μέ χεῖρας καί πόδας ἡνωμένους» Σκῦρ. ξοῦνες (= κοῦκλες ἀπό ‘φτάζυμο πού κάνουν γιά τά παιδιά σέ κάθε ἑορτή – Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστο) Σκῦρ.
Ἑπόμενο εἶναι νά συνδέσουμε τήν εὐβοϊκή κ’σώνα ὄχι μόνο μέ τήν σκυριανή κ΄σούνα < κουτσούνα ἀλλά καί μέ τίς παπαδιαμάντειες κοκκῶνες (πρβλ. «Ἐν συνόλῳ ἐχρειάζετο ἑβδομήκοντα καὶ πλέον κοκκῶνες, δηλ. παιδικὰς κουλούρας, διὰ τοὺς βαπτιστικούς, διὰ τοὺς ἐγγόνους καὶ τὰ δισέγγονα.», «Ἡ Τελευταία βαπτιστική», Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ἅπαντα, Δόμος, κριτικὴ ἔκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τ. 2, σ. 90).
Μάλιστα οἱ σκιαθίτικες κοκκῶνες (κανονικά: κουκκών΄ις), εἴτε χριστουγεννιάτικες εἴτε ἁγιοβασιλιάτικες εἴτε λαμπριάτικες εἶναι αὐτές, ἦσαν πάντα ὁμοιώματα ἀνθρώπων. Τήν σχέση τῆς σκιαθίτικης κο(υ)κκώνας μέ τήν εὐβοϊκή κ’σώνα –τῆς ὁποίας, σημειωτέον, τό ἀνθρωπόμορφο παρελθόν ἔχει λησμονηθῆ στήν Ἱστιαία- ἀποδεικνύει ἡ ὁμοιότητα στήν κατασκευή καί στήν χρήση τους: «Οἱ λαbριάτ’κις κουκόν΄ις εἶναι ὅμοιες καὶ κατασκευάζονται ὅμοια μὲ τὶς ἁγιοβασιλιάτικες. Τώρα ὅμως στὸ κεφάλι τους τοποθετοῦν ἕνα αὐγὸ κόκκινο καὶ ὄχι μύγδαλο ἢ καρύδι [...] Καὶ τώρα κάθε νουνός ἔχει ὑποχρέωση νὰ φιλέψη τὸ ἀναδεξίμι του μιὰ κοκόνα μὲ κόκκινο αὐγὸ στὸ κεφάλι της καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴ καὶ μιὰ λαμπάδα...» (Γ. Ρήγα, Σκιάθου λαϊκὸς πολιτισμός, τ. Δ΄, σ. 42).
Ἀνάγκη λοιπόν εἶναι νά ἀποδεχθοῦμε ὅτι ἡ κ’σώνα προῆλθε ἀπ’ τό κοκκώνα / κουκκώνα μέ συγκοπή τοῦ μεσοσυμφωνικοῦ u καί τσιτακισμό τοῦ δεύτερου κ, παραδόξως πρό τοῦ ο, ἤτοι κουκκώνα > *κ’τσώνα > κ’σώνα. Ἀνάγκη ἐπίσης μέ παρεμφερῆ τρόπο νά ἀναγάγουμε τό κουτσούνα σέ τύπο κουκκούνα (ἐκ τοῦ κοκκώνα), ἀπ’ τόν ὁποῖο μέ τσιτακισμό τοῦ δεύτερου κ πρό τοῦ u προέκυψε ἡ λέξη γιά τήν κούκλα, τό μικρό κορίτσι κ.λπ.
Βέβαια, ἡ ἄποψη αὐτή προσκρούει στίς ἀγκυλώσεις τῆς ἀκαδημαϊκῆς γλωσσολογίας, ἡ ὁποία δέν εἶναι διατεθειμένη νά ἀποδεχθῇ, παρ’ ὅλο πού ἡ πραγματικότητα βοᾷ γιά τό ἀντίθετο, ὅτι εἶναι δυνατόν, σέ ὡρισμένες περιπτώσεις βεβαίως, τό κ νά τραπῇ σέ τσ πρό τοῦ o, κι ὄχι μόνο πρό τῶν e καί i [πρβλ. κοτσιόνα (= κοπέλλα ὄμορφη, βεργολυγερή) Πελοπν. (Γεράκ.), προφανῶς ἐκ τοῦ κοκκώνα].

Ἡ κοκκώνα καί ἡ γοργόνα
Γιά μιά τέτοια «παράδοξη» τροπή κο > τσο ἔχει μιλήσει ἤδη ὁ Δ. Οἰκονομίδης, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος στό φαινόμενο τοῦ τσιτακισμοῦ στήν ποντιακή διάλεκτο (βλ. Γραμματικὴ τῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου τοῦ Πόντου, 1958, σ. 90-91), τολμᾷ νά ὑπερβῇ τά ἐσκαμμένα καί νά ἐντοπίσῃ τήν μεταβολή κ > τσ ὄχι μόνο πρό τῶν i καί e, ἀλλά καί πρό τῶν a, o καί u: «τσαμμώνω (Χαλδ. κ.ἀ.) < καμμώνω (=  καμμύω) Ὄφ., τσοῦβον (Χαλδ. κ.ἀ.) < κοῦφον, τσάντσαρος (Χαλδ.) < κάγκαρος (Ἐσρ.) ἡ ἀράχνη, τσούνα ἡ < κύνα (= κύαινα), [...] τσουφόπονος ἐπίθ. (Ἄν. Ἀμ.) < κουφόπονος ὁ μὴ ἀντέχων μηδ’ εἰς τὸν ἐλάχιστον πόνον [...] τσαντζαρεύω < καγκαρεύω (Ἐσρ.) παρὰ τὸ τσάντσαρος < κάγκαρος (Ἐσρ.), ἀγουρίτσος (ὑποκ. τοῦ ἄγουρος) < ἀγουρίκος ἀντὶ ἀγουρίσκος, ἀνθρωπίτσος < ἀνθρωπίκος, βροθακίτσος < βροθακίκος (παρὰ τὸ βροθάκα = βάτραχος) [...] ἀδελφίτσα < ἀδελφίκα = ἀδελφούλλα, θειίτσα < θειίκα ὑποκ. τοῦ θεία, [...] μαννίτσα < μαννίκα (παρ’ ὃ καὶ μαννάκα) = μαννούλλα, [...] Ἀννίτσα < Ἀννίκα [...] Μαρίτσα καὶ Μαρίκα [...] τσαραφίζω (Χαλδ. κ.ἀ.) < σκαριφίζω (ἀρχ.) [...] ἀγαπειτσοῦμαι < ἀγαπεισκοῦμαι (Τραπ. Χαλδ. κ.ἀ.) ἥφτετσα < ἥφτεσκα παρατ. τοῦ ἅφτω (= ἀνάπτω), ἰνέτσουμαι < γινέσκουμαι (= γίνομαι), εὑρίτσω < εὑρίσκω [...] ‘γειανέτσω < ‘γειανέσκω τ.ἔ. ὑγειανίσκω (= ὑγιαίνω), ψαλλίτσω < ψαλλίσκω (= ἠμπορῶ νὰ ψάλλω)...» κ.λπ.
Ἀλλά ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπόθεσης ὅτι στήν συγκεκριμένη λέξη πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπεσυνέβη ἡ τροπή αὐτή μᾶς ἔρχεται καί ἀπό ἄλλες πλευρές: στήν Σίφνο τό «ξύλινον ὁμοίωμα τό τιθέμενον πρό τῆς πρώρας τῶν πλοίων» ὀνομάζεται «κοκκώνα», καί εἶναι, βέβαια, ὅ,τι καί τό ζακυνθινό «κουτσούνα» (= «γλυπτική παράστασις ἐν τῇ πρώρᾳ τῶν πλοίων»). Τό ἴδιο φαινόμενο παρατηρεῖται καί σέ μιά λέξη ἴσως συγγενῆ ἐτυμολογικά πρός τό κοκκώνα (= κυρία, κοπέλα, κ.τ.τ.), τήν λέξη κοκώνα (= ἀνδρικό μόριο) Κρήτ. Νάξ. (Γαλανᾶδ.) Πελοπν. (Βλαχοκερ. Δημητσάν.), ἡ ὁποία ἐμφανίζεται καί ὑπό τούς τύπους κουκούνα Εὔβ. (Στρόπον.) Στερελλ. (Κολάκ.) κοκώνι Πελοπν. (Βλαχοκερ.) κοκονάκι Κρήτ. (Χαν.). Εἶναι φανερό ὅτι πρόκειται γιά τήν πάγκοινη τσουτσούνα (καί τσουτσοῦ, οὐδ. τσουτσούνι), πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι, ἐπιπροσθέτως, ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν ἕνα ἀκόμα παράδειγμα οἱονεί «συναμφετεροίωσης», ἤτοι τῆς ἴδιας φωνητικῆς τροπῆς καί στά δύο σκέλη τῆς ἀναδιπλασιασμένης ρίζας, ὁπότε δέν μπορεῖ μᾶλλον κανείς νά λύσῃ τό συναφές ἀκανθῶδες πρόβλημα τῆς τροπῆς    κο > τσο προσφεύγοντας στήν «βολική» λύση τῆς  ἀνομοίωσης (τ.ἔ. κ – κ > κ – τσ).
Ἐν τούτοις, παρ’ ὅλο πού πολλοί θά ἦταν διατεθειμένοι νά ἀποδεχθοῦν τήν σχέση κοκκώνας, κοτσώνας, κουτσούνας, κ’σούνας, κοσώνας, κ’σώνας κ.λπ., ὡς πρός τήν ἐτυμολογική προέλευση τῆς λέξης θά κατέφευγαν στίς παλαιές, «δοκιμασμένες» λύσεις: «κοκκώνα, ἡ, ἀπὸ τὸ ρουμ. cocoăna· θυγάτηρ πρίγκηπος· κυρία εὐγενής· κυρία, κοκώνα. Ν. Π. Ἀνδριώτη, ΕΛ, σ. 163. Ἕκτ. Σαραφίδου, σ. 114. DLR [σ.σ. Dicţionarul Limbii Române], τ. 12, σ. 618, 620-622. Ἡ ρουμανικὴ λ. εἶναι θηλυκὸ τοῦ cocόn = υἱὸς εὐγενοῦς ἢ αὐθέντου· νέος εὐγενής· νέος κύριος.» (Κώστα Καραποτόσογλου, Ἐτυμολογικὸ γλωσσάρι στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδ. Δόμος, 1988).
Ἐκτιμῶ ἀπεριόριστα τόν κ. Κ. Καραποτόσογλου, αὐτόν τόν σοφό, σεμνό καί ἀκάματο ἐργάτη τοῦ πνεύματος –μπροστά στόν ὁποῖο, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δέν πιάνουν χαρτωσιά οἱ ποικίλοι ἀναμασητές τῆς εἰσαγόμενης γλωσσολογικῆς σοφίας-, ἀλλά ἐν προκειμένῳ διεκδικῶ τό δικαίωμα στό ἑλληνικὴν ἐξ ἑλληνικῆς σαφηνίζειν, εὐελπιστῶντας ὅτι ἐνδέχεται νά πείσω καί τόν ἴδιο τόν κ. Καραποτόσογλου γιά τό βάσιμο μιᾶς τέτοιας «ἐνδοσυγκριτικῆς» πρακτικῆς.
Ἐννοεῖται ὅτι δέν ἀμφισβητῶ τήν -ἀδιευκρινίστου ἱστορικοῦ βάθους- σχέση τοῦ ν.ἑ. κοκκώνα, κουτσούνα, κ’σώνα κ.λπ. πρός τό ρουμ. cocoăna, ἀλλά θεωρῶ ὅτι, τόσο ἡ εὐρεῖα διάδοση καί φωνοσημασιολογική ποικιλία τῆς λέξης, ὅσο καί μιά ἀρχετυπική, μαγική αἴσθηση τοῦ κόσμου πού ἀποπνέει τό ἔθιμο τῆς κοκκώνας, μᾶς παραπέμπουν σέ ἕνα αὐθιγενές, (πρωτο)ελληνικό παρελθόν –ἐνδεχομένως δέ καί «πρωτορρωμανικό» ἐν τῷ ἅμα, στό ὁποῖο φαίνεται νά ἐντάσσεται ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς συγγενέστατης πρός τήν γραικική καί ρουμανική ἀρωμουνικῆς / «κουτσοβλάχικης» γλωσσικῆς παραδόσεως.
Ἐπανερχόμενοι στήν σημασία τοῦ κοκκώνα καί κουτσούνα «ξύλινον ὁμοίωμα τιθέμενον πρό τῆς πρώρας τῶν πλοίων», εὔλογα, νομίζω, μποροῦμε νά προβοῦμε σέ περαιτέρω συσχέτιση τῆς ἐπίμαχης λέξης μέ τήν γοργόνα, πού σέ πολλές περιοχές ἔχει τήν σημασία «Ἄγαλμα, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ ἀκροστόλιον πλοίου τὸ ὁποῖον παριστᾷ γοργόναν» (βλ. Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, λ. γοργόνα ἡ,).
Τό ὅτι τά γοργόνα καί κοκκώνα εἶναι ἐναλλακτικοί τύποι τῆς ἴδιας λέξης, καί ἑπομένως μᾶς ταξιδεύουν σέ ἀπροσμέτρητα βάθη χρόνου, ἀπώτερα κατά τήν γνώμη μας τῆς ὁμηρικῆς Γοργοῦς, ἀποδεικνύεται καί ἀπό ὡρισμένες ἄλλες «συμπτώσεις» πού ἀποκλείεται νά εἶναι τυχαῖες. Ἔτσι, ἡ σημασία Α 2) τῆς λ. γοργόνα στό ΙΛΝΕ: «Αἱ ἐζωγραφημέναι ἢ διὰ στιγμάτων γινόμεναι συνήθως ἐπὶ τοῦ σώματος τῶν ἀνθρώπων εἰκόνες αἱ παριστῶσαι τὸ θαλάσσιον τέρας» φαίνεται νά ταυτίζεται ἐν μέρει μέ τήν σημασία «εἰκόνα, ζωγραφιά» τοῦ κοκκώνα: «κοκόνας λέγαμε τάς εἰκόνας μικρά παιδιά» Θράκ. «κοκκώνα –ναις λέγονται αἱ ζωγραφίαι εὐρωπαϊκῶν γυναικείων στολῶν» Μακεδ. (Καστορ.) κουκώνα (= ζωγραφιά, ζωγραφισμένη γυναίκα, γυναίκα μέ φκιασίδι) Ἤπ. (Κουκούλ.) Εἶνι ὄμουρφ’ σάν κουκῶνα ‘π’ τά χαρτιά Μακεδ. (Κοζ.)
Ἐπί πλέον, ἡ λέξη γοργόνα παρουσιάζει ὡρισμένες φωνητικές τροπές ὁμόλογες πρός αὐτές πού ἐντοπίσθηκαν στά κοκκώνα / κοτσιώνα κ.λπ., ὅπως ντζορτζόνα Σύμ. ζορζόνα Θράκ. (Μέτρ.).
Ἀλλά αὐτό πού κάνει νά ὑποχωρήσουν καί οἱ τελευταῖες ἀμφιβολίες μας περί τῆς ταύτισης γοργόνας καί κοκκώνας / κοσώνας εἶναι ἡ ἐναλλάξ χρήση τῶν δύο λέξεων στό πλαίσιο παραλλαγῶν τῆς ἴδιας οὐσιαστικά παροιμιώδους φράσης:
«Φρ. Πέντε μῆνες δυὸ ἀδράχτια, πότε τά ‘γνεσ’ ἡ γοργόνα! (εἰρων. ἐπὶ ὀκνηρᾶς γυναικὸς) Λεξ. Αἰν.
‘Γὼ ἡ γοργόνα ἡ πλατώνα, πέντε χρόνους ἕνα στρῶμα (συνών. μὲ τὴν προηγουμ.) Κυνουρ.» (ΙΛΝΕ, λ. γοργόνα, ἡ,)
 «Καλομοῖρα ‘γώ ἡ κοσῶνα, καλομοῖρα ‘γώ ἡ Ταρτάνα, πέντε μῆνες πέντ’ ἀδράχτια κι ἄλλα δυό ξεσφοντυλίδια πότε τά ‘γνεσα ἡ Πλατῶνα!» Εὔβ. (Στρόπον.)
Κάτω ἀπό τούς τροχαίους τῆς ἔμμετρης εἰρωνικῆς ἀποστροφῆς –προερχόμενης, σημειωτέον, ἀπό γυναῖκες καί κατευθυνόμενης ἐναντίον γυναικῶν- μποροῦμε νά ἀνιχνεύσουμε τό ἦθος μιᾶς μητροκεντρικῶν καταβολῶν (πρωτο)ελληνικῆς κοινωνίας, τέτοιας σάν κι αὐτήν πού ἐπιβιώνει ἔν τινι μέτρῳ ἀκόμα, καίτοι ψυχορραγοῦσα, σέ πολλά ἀπό τά νησιά μας, καί πού, εὐτυχῶς γιά μᾶς, πρόλαβε νά μνημειώσῃ ἀπαράμιλλα, σ’ ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς ταπεινότητάς της κι ὅλη τήν ταπεινότητα τοῦ μεγαλείου της, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Θά μποροῦσα πολλά ἀκόμα νά πῶ γιά τίς τύχες καί τίς περιπέτειες τῆς κοκκώνας / γοργόνας, ξεκινῶντας ἀπό τήν κοκωνιά τῆς Νάξου, μιά κούκλα στολισμένη μέ ἄνθη, «τῆς ὁποίας συγκεντρωμένα τά παιδιά κάμνουν καί τήν κηδείαν», συνεχίζοντας μέ τόν Λειδινό, τήν «πλαγγόνα παριστῶσαν νεανίαν» πού λιτανευόταν ἀπό τά μικρά παιδιά καί θαβόταν κάθε χρόνο, στίς 14 Σεπτεμβρίου, στήν Αἴγινα, καί καταλήγοντας μέχρι τά κυκλαδικά εἰδώλια, τά ὁποῖα δέν θά ἐκπλησσόμουν ἄν ἀποδεικνύονταν τελικά κατ’ οὐσίαν μνημειώδεις ἀναπαραγωγές μιᾶς ζυμωτῆς ἀνθρωπόμορφης «κοκκώνας».
Ἀλλά οἱ ἡμέρες ἐπιβάλλουν νά ἀνακόψουμε, ἔστω καί προσωρινά, τόν ἀπομαγευτικό μας οἶστρο, καί νά ἀφοσιωθοῦμε στό φαινομενικά ταπεινό ἔργο τοῦ πλασίματος τῆς λαμπριάτικης κουλούρας· ἔχοντας κατά νοῦν πώς, ὅπως κι ἄν τήν ποῦμε, εἴτε κοκκώνα, εἴτε κουτσούνα, εἴτε κ’σώνα, εἴτε ξούνα, εἴτε κουλούρα κ.λπ., ἀρκεῖ μιά ματιά στό αὐγό / μάτι τοῦ σχηματοποιημένου κεφαλιοῦ της γιά νά ἀνακαλύψουμε αὐτό πού στάθηκε τό κέντρο καί ἡ ἔγνοια αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ γιά πάνω ἀπό 5000 χρόνια: τό θεούμενον ζῶον πού λέγεται ἄνθρωπος. Καλή Ἀνάσταση!

                                                Χρῖστος Δάλκος