Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Τουλούπα


Τουλούπα: Ἡ ἀνάγκη υἱοθέτησης ἀπό τόν ἑλληνισμό ἑνός νέου, οἱονεί «ἀνανεωτερικοῦ», πολιτισμικοῦ «παραδείγματος»

Κανονικά ἡ ἀναγωγή τῆς νεοελληνικῆς λέξης τουλούπα  (= σφαιροειδής μᾶζα μαλλιοῦ ἕτοιμου γιά γνέσιμο) στό ἀρχ. ἑλλ. τολύπη (= κατειργασμένον ἔριον σχηματισθέν εἰς ὄγκον καί ἕτοιμον πρός νῆσιν, κοινῶς «τουλοῦπα»|| ὄγκος σφαιροειδής ἐξ οἱουδήποτε πράγματος κ.λπ.) θά ἀρκοῦσε στούς ἀσχολουμένους μέ τήν ἐτυμολογία τῶν νεοελληνικῶν λέξεων, οἱ ὁποῖοι, δέσμιοι μιᾶς στενῆς ἀντίληψης γιά τά ὅρια τῆς ἑλληνικῆς καί τοῦ ἑλληνισμοῦ, δέν διανοοῦνται ὅτι μπορεῖ νά συμβαίνῃ αὐτό πού εἶχε διαβλέψει ὁ Κοραῆς, δηλ. ἡ νέα ἑλληνική νά συντηρῇ στοιχεῖα παλαιότερα τῶν ἀρχαίων. Ἐν τούτοις, ἡ ἁπλῆ σκέψη ὅτι τό μωρέ ἐξακολουθεῖ νά συνυπάρχῃ μέ τά ἐξ αὐτοῦ προελθόντα μπρέ, βρέ, ὠρέ, ρέ κ.λπ., ὅπως καί τό θέλω νά μέ τό θά, εἶναι ἱκανή νά δείξῃ τήν στενότητα τῆς κρατούσας ἀντίληψης γιά τήν γλωσσική ἐξέλιξη.
Ἀπό τήν ἴδια στενότητα ἀντίληψης πάσχουν καί οἱ ξένοι ἐπιστήμονες, καί εἶναι πιά καιρός οἱ νεοέλληνες νά ἀναλάβουν, λόγῳ ἱστορικῆς, κυρίως,  ἰδιοπροσωπίας, τό δύσκολο ἀλλά τιμητικό ἔργο κατεδάφισης τῶν παγκόσμιων προλήψεων. Γιά παράδειγμα, ὁ Robert Beekes, στό Ἐτυμολογικό του Λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς (ἐννοεῖ τήν ἀρχαία ἑλληνική), ἐκδ. Brill, Leiden, Boston, 2010, ἀναφερόμενος στήν ἀ.ἑ. «τολύπη» (σ. xv – xvi τῆς εἰσαγωγῆς ὑπό τόν τίτλο «Προελληνικές δάνειες λέξεις στήν ἑλληνική»), γράφει: «Ἡ λέξη σχετίζεται σαφῶς μέ τό λουβικό καί χεττιτικό taluppa/i-  “σγρομπόλι, σβῶλος χώματος”. Ἡ ἑλληνική λέξη εἶναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προελληνικῆς λέξης: ἡ δομή ΣaΣ-up- (μέ o ἀντί a πρό τοῦ u) καί ἡ ἀπουσία κάποιας ἰνδοευρωπαϊκῆς ἐτυμολογίας (ἡ ἐτυμολογία τοῦ Melchert στό Orpheus 8 (1998): 47-51 δέν εἶναι πειστική) ὑποβάλλουν τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ λέξη εἶναι προελληνική ἤ προανατολική. Ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά, ἡ «τουλούπα» δέν εἶναι μιά λέξη πού θά ἔκανε εὔκολα ἕνα ὑπερπόντιο ταξίδι· εἶναι μιά λέξη τῆς καθημερινῆς ζωῆς καί οἱ ὁμιλητές τῆς ἑλληνικῆς ἤ τῶν ἀνατολικῶν γλωσσῶν θά πρέπῃ νά τήν παρέλαβαν ἀπό μιά κοντινή τους περιοχή. Συμφωνῶ ἀπολύτως μέ τήν ἄποψη τοῦ Furnée (3533) πώς ἡ λέξη μεταφέρθηκε στήν Ἑλλάδα ἀπό ἐποίκους προερχόμενους ἀπό τήν Ἀνατολή, οἱ ὁποῖοι μιλοῦσαν τήν γλῶσσα πού ἀλλιῶς ὀνομάζουμε προελληνική. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ τολύπη εἶναι δάνειο ἀπό μιά ἀνατολική γλῶσσα, ἀλλά αὐτή ἡ -πιθανόν μή ἰνδοευρωπαϊκή- γλῶσσα ἦταν εὐρέως διαδεδομένη στόν ἑλλαδικό χῶρο προτοῦ οἱ Ἕλληνες (πού μιλοῦσαν μιά ἰνδοευρωπαϊκή γλῶσσα) ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ.»
Ἄς μή βιαστοῦμε νά καγχάσουμε μέ τήν ἰδέα ὅτι ἡ ταπεινή «τουλούπα» τῆς κυρα-Κατίνας χρησιμοποιεῖται σ’ αὐτόν τόν τόπο παραπάνω ἀπό 4.000 χρόνια, γιατί ἐδῶ ὁ Beekes πιθανώτατα ἔχει δίκιο [τά 3.000 εἶναι σίγουρα, ἄν κρίνουμε ἀπό τό ὁμηρικό «ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω» (= μηχανεύομαι, Ὀδ. τ 137) πού λέγεται γιά τόν ἱστό τῆς Πηνελόπης].
Ἐκεῖ ὅμως πού μποροῦμε νά διασκεδάσουμε εἶναι μέ τήν σιγουριά τοῦ Beekes ὅτι ἡ ἑλληνική λέξη εἶναι λουβικῆς – χεττιτικῆς προέλευσης, ἑπομένως «προελληνικό» δάνειο. Τί μᾶς κάνει νά εἴμαστε τόσο βέβαιοι ὅτι ὅλα αὐτά τά «τολυπεύματα» τῆς δυτικῆς ἐπιστήμης δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τήν ζωντανή πραγματικότητα;
Κατ’ ἀρχάς ἡ διάδοση τῆς λέξης καί στίς πιό ἀπόμακρες γωνιές τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας, ὑπό ποικίλες μορφές, κάτι πού εἶναι χαρακτηριστικό καί τῆς λεγόμενης «προελληνικῆς»:
τουλούπα, τουλούπ-πα, τουλούπφα, dουλούbα, τ’λούπα, d’λούπα, στουλούπα, στουλούππα, ἀστουλούπα, λουλούπα, ταλούπα, κλούπα, τούπα.
Ἐνδεικτική ἐπίσης τῆς τεράστιας σημασίας τῶν νεοελληνικῶν μαρτυριῶν γιά τήν διερεύνηση τοῦ γλωσσικοῦ παρελθόντος, ἑλληνικοῦ καί εὐρωπαϊκοῦ (ἄν μή πανανθρώπινου), εἶναι ἡ ποικιλία σημασιῶν τῆς λέξης πού δέν ἀπαντοῦν ὅλες στήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία: ἐκτός ἀπό τήν βασική σημασία «σφαιροειδής μᾶζα μαλλιοῦ ἕτοιμου γιά γνέσιμο» ἡ τουλούπα στήν νεοελληνική χρησιμοποιεῖται γιά νά ὑποδηλώσῃ τίς νιφάδες τοῦ χιονιοῦ, τά ἄσπρα μαλλιά καί συνακόλουθα τήν γήρανση, τίς τολύπες καπνοῦ, τίς τοῦφες τῶν ἀνθρώπινων μαλλιῶν, τά ἀχτένιστα ἤ ἀνακατεμένα μαλλιά, τοῦφες χόρτου ἤ ἀχύρου, σωρούς πραγμάτων (πρβλ. μιά dουλούbα πέτρες Κύζικος), τήν πυκνότητα εἴτε τῆς τριχοφυΐας εἴτε τῆς χιονόπτωσης, καί τέλος τήν παχύτητα / στρογγυλότητα, ἴσως λόγῳ τοῦ στρογγύλου σχήματος τῆς τουλούπας.
Ἀλλά ἄν συνδυάσουμε τό νῆμα τῶν παλαιῶν συνειρμῶν στούς ὁποίους ἔχουν προβῆ οἱ ὁμιλητές τῆς ἑλληνικῆς μέ τίς ἐπίσης παλαιές φωνητικές τροπές πού ἔχουν λάβει χώραν στό ἐσωτερικό τῆς ἑλληνικῆς, τότε βλέπουμε νά ξανοίγεται μπρός στά μάτια μας ἕνας ὁλόκληρος κόσμος τοῦ ὁποίου τήν ὕπαρξη δέν εἴχαμε ὑποπτευθῆ, ἕνα πολύβουο ὑπόγειο ἐργαστήρι, ὅπου μέ ἀργές διολισθήσεις ἤ φαινομενικά αἰφνίδια σκιρτήματα σφυρηλατεῖται ὁ κορμός τῆς γλώσσας μας τῆς ἑλληνικῆς, τῆς γλώσσας μας τῆς ἀνθρώπινης.
Στόν συγγενῆ πρός τήν τουλούπα χῶρο τῆς ὕφανσης ἀνήκει ἡ λέξη τρούbα (βασική σημασία: κυλινδρικό τόπι ὑφάσματος), τήν ὁποία, μαζί μέ τούς ποικίλους ἐναλλακτικούς της τύπους καί τίς συμπαρομαρτοῦσες λεξιλογικές συμφύσεις, εἶναι εὔλογο νά συμπεριλάβουμε στόν εὐρύ κύκλο τῆς τουλούπας:

τρούbα, τρούbλα, θρούbα, θλούbα, ρούbα (μεταξύ ἄλλων: τόπι ὑφάσματος, χιονόμπαλλα, ἡ κλωστή πού, καθώς ξετυλίγεται ἀπό τό κουβάρι, μαζεύεται κατά μῆκος τοῦ βραχίονα)
τρουbιάζω, τρουbλιάζω (= ἀναδιπλώνω, μαζεύω τό πανί σέ ρολό)
στρούbα (= τό τυλιγμένο σέ ρολό ὕφασμα, τό δεμάτι τοῦ λιναριοῦ, τό ἡμικατεργασμένο λινάρι, τό ὁποῖο σφιχτοδένουν ὅταν τό κοπανίζουν, τό «ξανοιμένο» βαμβάκι, τό δεμάτι, ἡ «κούκλα» ἀπό διάφορες πρῶτες ὕλες ἤ ὑφάσματα)
στρουbί, τρουπί (μεταξύ ἄλλων: τό δεμάτι, ἡ τουλούπα ἀπό ροῦχα, ὑφάσματα κ.λπ.)
στρουbιάζω, στρουbιάζου (= διπλώνω τό ὕφασμα σέ ρολό)
στρόπος (= τό «κομπόδιασμα», τό κουλούριασμα διαφόρων πραγμάτων, π.χ. τῶν ρούχων)
στρούbλα (= δέσμη, τό τόπι νήματος ἤ ὑφάσματος)
στρουbλί (= δέσμη κατεργασμένου λιναριοῦ, τόπι ὑφάσματος)
στρουbλοκόπανος (= κόπανος, ξύλο μέ τό ὁποῖο κοπανίζουν τά στρουμπλιά τοῦ λιναριοῦ)
στροῦbος (= μεταξύ ἄλλων: κουβάρι, κόμπος, κότσος)
στρουbούλι (= τό μαζεμένο πανί)
στρουbουλιάζω (= περιτυλίγω, περιδέω)
στρουbλούτσι (= τό ἄγαρμπο, τό ἀκανόνιστο, τό ἀσύμμετρο, μτφρ. ἀπό τό ἀκατέργαστο λινάρι)
στρούπα [= οἱ κοπανισμένοι κλῶνοι τοῦ λιναριοῦ, φρ. τόν ἔκανε στρούπα (= τόν ἔσπασε στό ξύλο), πρβλ. τόν ἔκανε σούπα στό ξύλο]
στροφός (= δέσμη νημάτων πού χρησιμοποιοῦνται στήν ὑφαντική)
τουλούπι, τουλούπ-πιν, τουλούπ-πι, τολούπι, στουλούπι, τ’λούπ’, ζουλούπ’  (= τολύπη ἀπό βαμβάκι, μαλλί κ.ἄ., νιφάδα χιονιοῦ, τό σπάργανο, τό σύνολο τῶν μαλλιῶν ἑνός προβάτου ὅταν κουρευτῇ, ἡ λεύκανση τῆς κόμης, ὁ σωρός τῶν μαζεμένων ρούχων)
τουλουπιάζω, τουλουπκιάζ-ζω, τουλουπιάζου, τ’λουπιάζου (= τολυπεύω, κάνω τουλοῦπες μαλλιῶν ἤ βαμβακιοῦ, περιτυλίγω, ἀποκτῶ ἄσπρα μαλλιά)
τουλουπίδα, τουd-dιπίdα, τουd-dουπίτα, στουλπίδα, στουπουλίδα, στουπαλίδα (= νιφάδα χιονιοῦ, ψιλό καί πυκνό χιόνι, τολύπη μαλλιοῦ, «ὁ ὑπό τόν ἀργαλειόν χυνόμενος χνοῦς»)
τσουλούφι. Μέ τσιτακισμό τοῦ ἀρκτικοῦ τ τοῦ τουλούπι ἤ τουλούπ-πι (: τουλούπφι) σχηματίζεται τό γνωστό πάγκοινο τσουλούφι τό ὁποῖο μᾶλλον βιαστήκαμε νά ἀποδώσουμε στήν τουρκική, εἴτε ὡς δάνειο εἴτε ὡς ἀντιδάνειο, άφοῦ εἶναι φανερό ὅτι τό τουρκικό zülüf προῆλθε ἀπό τούς μικρασιάτες Ἕλληνες [πρβλ. καππαδοκικό ζουλούπ’ καί τουλούπ’ (= τουλούπα), μεσσηνιακό τσουλούφι (= μαλλί γιά γνέσιμο), καρπαθιακό τσουλούπι (= ἑκάστη ἐκ τῶν δύο κλωστῶν πού δένονται γιά νά κρατοῦν κλειστό τό πουκάμισο), κρητικό τσολόφι (= εἶδος ὑφαντικῆς: Τσί ζῶνες τσί ‘φαίνουνε τσολόφι), χιώτικο τσούλουφο (= ξερό χόρτο) κ.λπ.]. Ἀλλά καί ἡ εὐρύτατη φωνητική ποικιλία καί πολυτυπία πού παρουσιάζει ἡ λέξη εἶναι στοιχεῖο ἐνισχυτικό τῆς ὑπόθεσης ὅτι ἀνάγεται σ’ ἕνα ἀφανές, ὑπόγειο παρελθόν:
τσουλούφι, τσουλούφ’, τσ΄ιουλούφ’, τσ’λούφ’, dζουλούφι, dζουλούφ’, ζουλούφι, ζ-ζουλούφι, σουλούφι, σσουλdούφι, τσουλούπι, τσουρούφλι, τσουλούφλι, τσουρλούφι, τσουρούφλ’, τσ’λούφρ’, dζουλούφρι, ζουλίφι, τσολόφι, τσουλόφ’ dζολόφιν, τσιλούφι, τσιρούφλ’, «ντζουλάφι», «ντζαλάφι», dζούφι Πληθ. dζουλούφä, ζουλούφια, ζουλούφκια, ζ-ζουλούφκ΄ια, ζουλούφχια, τσουρούφια, τσουρούφä, τσερούφλια, τσουούφια, dζουούφια.
Στήν ἴδια εὐρεῖα οἰκογένεια τῆς τουλούπας –στήν ὁποία ἀνήκουν ἡ στουλούπα, ἡ στρούbα καί ἡ στρούπα- φαίνεται ὅτι πρέπει νά συμπεριληφθῇ καί ἡ στούπα, στούπ-πα (= κυρίως, νιφάδα χιονιοῦ).
Ἡ βασική σημασία τῆς λ. στούπα «νιφάδα χιονιοῦ» ἀλλά καί σημασίες ὅπως «τά μαλλιά τοῦ ἀραβοσίτου» Ἰων. (Βουρλ.), «τά ἄχρηστα πού βγάζουν ἀπ’ τό λινάρι» Νάξ. (Ἀπείρανθ.), «στουπί» στήν φρ. ἐνάτε στούπα (= ἔγινε στουπί, μέθυσε) Τσακων., δικαιώνουν τό ἀπαράμιλλο γλωσσικό ἔνστικτο τοῦ Κοραῆ πού εἶχε διαβλέψει τήν σχέση τοῦ μαλλιοῦ καί τῆς χιονόπτωσης ἤδη στόν Α΄ τόμο τῶν Ἀτάκτων, σ. 50: «Τὸ Στυπίον εἶναι ὑποκοριστικὸν τοῦ θηλυκοῦ ὀνόματος Στύπη [...] τὸ Στοῦπα τῆς κοινῆς ἡμῶν γλώσσης, καὶ τὸ ἀπὸ τούτου ῥῆμα Στουπόνω [...], ἤγουν φράσσω μὲ στουπίον· καὶ προσέτι τὸ ἀπρόσωπον Στουπίζει, ἤγουν χιονίζει, ὅτε δηλαδὴ τὰ χιόνια καταβαίνουν ὡς στουπία, ἢ ὡς μαλλία, καθὼς λέγει ὁ Δαυὶδ (Ψαλμ. 147) “Διδόντος χιόνα ὡσεὶ ἔριον”».
Ἐδῶ ὅμως ἔχουμε φθάσει σέ ἕνα κομβικό σημεῖο, ὅπου θά πρέπῃ νά ἀποφασίσουμε ἄν θά ἀκολουθήσουμε τούς νέους δρόμους πού φαίνεται νά διανοίγῃ ἡ ἐνδοσυγκριτική μελέτη τῆς ἑλληνικῆς, καί δή τῆς γραικικῆς, ἤ θά ὀπισθοχωρήσουμε τρομαγμένοι ἀπό τίς συνέπειες τῶν παραδοχῶν μας. Γιατί ἡ συσχέτιση τῶν τουλούπα, στουλούπα, στρούbα, στρούπα, στούπα φαίνεται νά ὁδηγῇ ἀφ’ ἑαυτῆς στό συμπέρασμα ὅτι τά ἀρχαῖα τολύπη καί στύππη (= στυππεῖον, στουππί) εἶναι ἐναλλακτικοί τύποι τῆς ἴδιας λέξης, κάτι πού ἐναργέστερα ἀποδεικνύει ἡ ἐνδοσυγκριτική ἐξέταση τῶν νεοελληνικῶν στουλούπα καί στούπα. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ἀλλά καί ἐπιπροσθέτως ὅτι τά ν.ἑ. στούπα, στουπί, στου(μ)πίζω, στου(μ)πώνω, στροῦμπος, στοῦμπος, στρουμπλοκόπανος κ.λπ. δέν ἀποτελοῦν ἀντιδάνεια προερχόμενα ἀπό τό –συγγενές- λατ. stup(p)a ἤ τό μεσν. λατ. stuppare (βλ. A. Maidhof, Neugriechische Rückwanderer aus den romanischen Sprachen, σ. 68) ἀλλά παραπέμπουν σέ αὐθιγενεῖς, πρωτογονικές πρακτικές στουμπίσματος φυτικῶν κλάδων, καί δή λιναριοῦ, γιά τήν παραγωγή μαλλιοῦ, πού ἔχουν ἀφήσει ἀνεξίτηλα τά ποικίλα ἴχνη τους στό σῶμα τῆς γλώσσας μας.

Ὡρισμένα πρῶτα συμπεράσματα
Ἐννοεῖται πώς ἡ ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς λέξης τουλούπα δέν σταματάει ἐδῶ (καί μόνο ἡ ἀναφορά σέ λέξεις ὅπως στρουμπουλός ἤ τουλουπίζω / τουλουπώνω θά ἀπαιτοῦσε σελίδες ἐπί σελίδων).  Ἡ μικρή, ὡστόσο, αὐτή περιήγηση στά ὑπόγεια ρεύματα τῆς γλώσσας μας  εἶναι σέ θέση νά δείξῃ -ἤ, προκειμένου περί πιό δύσπιστων,  νά προϊδεάσῃ- πώς διαθέτουμε τό μοναδικό προνόμιο νά μιλᾶμε καί νά γράφουμε μιά ἱστορική γλῶσσα, ἡ ὁποία συνοψίζει καί μνημειώνει μέ τρόπο ἀνεπανάληπτο στό ἐσωτερικό τῆς ἀχανοῦς γραπτῆς καί προφορικῆς της παράδοσης ὅλα τά στάδια ἐξέλιξής της. Αὐτό μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά σταθοῦμε ὡς ἔθνος στά δικά μας πόδια ἀπέναντι στούς ξένους, πού μᾶς κουνᾶνε τό δάχτυλο καί μᾶς δασκαλεύουν γιά τό τί ἦταν ὁ «προελληνικός», ὁ ἀρχαῖος, ὁ μεσαιωνικός  ἤ ὁ νεώτερος ἑλληνικός πολιτισμός, καί νά τούς ποῦμε, μέ τήν αὐτοπεποίθηση πού παρέχει ἡ γνώση ἀπό πρῶτο χέρι, καί χωρίς ἴχνος συμπλεγματικῶν ἀναστολῶν, ὅτι λυπούμαστε πολύ, ἀλλά ἐδῶ καί πάρα πολλά χρόνια μᾶς ἔχουν φλομώσει μέ τίς πιό ἀπίστευτες σαχλαμάρες.
Καί τίς λένε αὐτές τίς σαχλαμάρες ὄχι ἐπειδή εἶναι ἀνόητοι, ἀλλά ἐπειδή ἔχουν πάθει αὐτό πού ἔχουν πάθει καί πολλοί δικοί μας ἐδῶ καί πολλά χρόνια: περιφρονοῦν ἀφάνταστα τήν κυρα Κατίνα καί τόν μπαρμπα Μῆτσο, κι ἀδυνατοῦν νά διακρίνουν πίσω ἀπό τά ταπεινά, καθημερινά τους λόγια, ἔργα καί ἤθη ἕναν ἰλιγγιώδη πολιτισμό, πού, σύν τοῖς ἄλλοις, εἶναι σέ θέση, λόγῳ τῆς ἱστορικῆς του ἰδιοδρομίας, νά παράσχῃ στόν κόσμο αὐτό πού πάντοτε παρεῖχε ὁ ἑλληνισμός: περισσότερη αὐτοσυνειδησία.
Ἐνδέχεται, βέβαια, ἡ κρατοῦσα ἀντίληψη στόν χῶρο τῶν ἱστορικοσυγκριτικῶν γλωσσολογικῶν σπουδῶν, ἀδυνατῶντας στό μέλλον νά ἀρνηθῇ τίς εὐρεῖες καί πολυποίκιλες σχέσεις τῆς νέας ἑλληνικῆς μέ τήν λεγόμενη «προελληνική», νά ἀναδιπλωθῇ ἐν μέρει, ἐξακολουθῶντας ὅμως νά ὑποστηρίζῃ ὅτι ἡ φωνολογική / φωνητική ποικιλία, πού κάνει τήν ἐμφάνισή της τόσο στήν «προελληνική» ὅσο καί στήν νέα ἑλληνική, εἶναι χαρακτηριστικό μιᾶς μή ἑλληνικῆς καί μή ἰνδοευρωπαϊκῆς γλώσσας. Ὁπότε θά χρειασθῇ μιά σύντονη καί ἐργώδης προσπάθεια, προκειμένου νά ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια πού, κατά τήν γνώμη μας, ἤδη θαμποχαράζει πίσω ἀπό τήν ὁμίχλη τῆς ἐπιστημονικῆς πλάνης αἰώνων: ὅτι ἡ πολυδιάσπαση καί φωνητική ποικιλία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό ὅλων τῶν γλωσσῶν, τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν, βεβαίως, μή ἐξαιρουμένων, εἰδικά κατά τά πρῶτα στάδια ἐξέλιξής τους.
Στήν ὑπόθεση τῆς διεύρυνσης τῆς ἀνθρώπινης αὐτοσυνειδησίας ὁ ρόλος τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσας καί τῆς νεοελληνικῆς ἐπιστήμης εἶναι καίριος, κάτι πού συνεπάγεται καί ἀνάλογες εὐθύνες, εἰδικά μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού ἕνα μέρος τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ (προ)ἡσιοδείου ἀρότρου ἀργοσβήνει, ὑπακούοντας στούς νόμους τῆς παντοδύναμης ἀνάγκης.
Ἐνῷ ὅμως ἡ πορεία αὐτή μοιάζει ἀναπόφευκτη, δέν εἶναι καθόλου ἀναπόφευκτο τό ἐνδεχόμενο οἱ τελευταῖοι αὐθεντικοί ἐκφραστές αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ νά ἐγκαταλείψουν τά ἐγκόσμια χωρίς νά μνημειωθῇ τό γλωσσικό καί πολιτισμικό τους ἦθος.
Μάλιστα, σήμερα, λόγῳ τῆς τεχνολογικῆς προόδου, ἔχουμε τήν δυνατότητα, σέ ἀντίθεση μέ τούς λόγιους τοῦ 19ου καί τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνα, νά μνημειώνουμε τόν ἰδιωματικό / διαλεκτικό λόγο ὄχι μόνο σέ γραπτή ἀλλά καί σέ προφορική ἤ καί ὀπτικοακουστική μορφή, κάτι πού θά ἀποδειχθῇ ἰδιαίτερα διαφωτιστικό γιά ὅσους θά σκύψουν πάλι πάνω στό καθημαγμένο σῶμα τοῦ γλωσσικοῦ μας πολιτισμοῦ.
Τό ἔργο τῆς περαιτέρω μνημείωσης τοῦ πολύτιμου γλωσσικοῦ μας θησαυροῦ, καθώς καί τῆς μελέτης του ὑπό τό φῶς τῶν νέων δεδομένων πού κομίζει ἡ ἔρευνα τῆς καλουμένης «προελληνικῆς», δέν μπορεῖ νά ξεκινήσῃ μετά ἀπό πέντε ἤ δέκα χρόνια, ἀλλά ἀπό αὔριο κιόλας. Ὅταν ἀποκαλυφθῇ σέ ὅλες τίς διαστάσεις ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ πολιτισμός τῶν παππούδων καί τῶν γιαγιάδων μας κρατάει ἐδῶ καί πέντε, τοὐλάχιστον, χιλιάδες χρόνια, καί ἡ ἀνθρωπότητα μᾶς ζητήσῃ εὐθύνες γιά τό πῶς ἀντιμετωπίσαμε τούς τελευταίους ἐν ζωῇ ἀντιπροσώπους του, ρωτῶντας μας εὐθέως: «καί σεῖς τότε τί κάνατε;», νά ἔχουμε νά ἀπαντήσουμε πώς αὐτόν τόν πολιτισμό τόν ἀγκαλιάσαμε καί τόν μνημειώσαμε μέ ἀγάπη, φροντίδα, σεβασμό καί γνώση, κι ὄχι πώς ἐκείνη τήν ἐποχή καταγινόμαστε μέ τήν διδασκαλία στά παιδιά μας τῆς ἀγγλικῆς ἀπό τήν πρώτη Δημοτικοῦ.

Χρῖστος Δάλκος

Δεν υπάρχουν σχόλια: