Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

Για τις απόψεις του καθ. Παντ. Βουτουρή
για την προέλευση της κυπριακής διαλέκτου


Πάσα λέξις και πας τύπος άπαξ δημιουργηθείς υπό του λαού
έχει ίσον δικαίωμα υπάρξεως (Κ. Krumbacher)


Το ζήτημα της κυπριακής διαλέκτου (ή μήπως γλώσσας;)

«ΜΟΙΡΑΙΑ, στο επίκεντρο του ιδεολογικού πολέμου ανάμεσα στην αγγλική διοίκηση και στους έλληνες λογίους βρέθηκε τόσο η λογοτεχνία όσο και η κυπριακή διάλεκτος, την οποία επικαλέστηκε η αποικιοκρατική προπαγάνδα, ως τεκμήριο της ιδιαιτερότητας ή ιδιορρυθμίας του κυπριακού πολιτισμού. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, η κυπριακή διάλεκτος δεν προέρχεται από την αρχαία ελληνική, όπως υποστήριζαν οι έλληνες λόγιοι, αλλά από την κοινή γραπτή γλώσσα του ελληνιστικού κόσμου, η οποία είχε κυριαρχήσει στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου ύστερα από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από αυτή την άποψη, η κυπριακή διάλεκτος όχι μόνο δεν αποδεικνύει την ελληνικότητα των Κυπρίων, αλλά αντιθέτως ενισχύει τη θεωρία της φυλετικής καταγωγής τους από τους Φοίνικες.
Οι Έλληνες της Κύπρου βρέθηκαν έτσι στην ίδια κατάσταση στην οποία είχαν βρεθεί, έναν περίπου αιώνα πριν από αυτούς, οι κάτοικοι του ελληνικού βασιλείου, όταν υποχρεώθηκαν (κάτω από το βάρος των θεωριών του γερμανού ιστορικού Jakob Philipp Fallmerayer) να αποδείξουν την ελληνικότητά τους».

Το πιο πάνω απόσπασμα ανήκει στο φίλο καθ. Παντ. Βουτουρή και είναι ειλημμένο από τις σσ. 4-5 του άρθρου του Η ιδεολογική κατασκευή μιας νεοκυπριακής λογοτεχνίας, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον, τόμ. ΙΒ΄, αρ. 51, Αθήνα 2011, σελ. 30 (ανάτυπο), και αποτελεί κριτική του έργου των Γ. Κεχαγιόγλου - Λ. Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 2010. Βέβαια, η άποψη ότι η αποικιοκρατική προπαγάνδα αποσκοπούσε να δώσει το μήνυμα ότι η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι ελληνική και, επομένως, ούτε οι Κύπριοι είναι Έλληνες, είναι αλήθεια. Η αλήθεια όμως αυτή δεν είναι επιστημονική, αλλά είναι αποτέλεσμα προπαγάνδας! Οι Κύπριοι δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια· αντέδρασαν έντονα στην προσπάθεια αυτή των Άγγλων. Οι ποιητικές συνθέσεις των Β. Μιχαηλίδη, «Η Κύπρος (Προς τους λέγοντας ότι δεν είναι Εληνική)» και «Η Κύπρος στην μάναν της», Ιω. Περδίου, «Η λάβα της Κύπρου», Δ. Λιπέρτη, «Καρτερούμεν μέρα νύχταν» και «Η μητριά», Χρ. Παλαίση, «Για της Τζύπρου μας το ριζικόν / που της λαλούν ’εν έν’ ελληνικόν» κ.ά. μιλούν από μόνες τους. Να μη μας διαφεύγει, ωστόσο, ότι οι Άγγλοι επιδίωκαν τον αφελληνισμό του κυπριακού ελληνισμού λαμβάνοντας μέτρα όχι μόνο εναντίον της ελληνικής γλώσσας, αλλά και της κυπριακής διαλέκτου. Οι Άγγλοι γνώριζαν πολύ καλά ότι η κυπριακή διάλεκτος είναι μια ελληνική διάλεκτος και δεν την τοποθετούσαν σε κατώτερη μοίρα από την ελληνική γλώσσα. Ο Άγγλος Αρμοστής Sir Robert Biddulph (23 Ιουνίου 1879 - 9 Μαρτίου 1886) είχε εισηγηθεί, ανεπιτυχώς, βέβαια, την αντικατάσταση της ελληνικής (που ήταν η επίσημη γλώσσα διδασκαλίας στα σχολεία μας) με την αγγλική γλώσσα ως βάσης της εκπαίδευσης και όχι με την κυπριακή διάλεκτο, την οποία οι Άγγλοι είχαν, βέβαια, στο στόχαστρό τους, παρ’ όλο ότι, όπως είδαμε, η προπαγάνδα τους την παρουσίαζε ως μη ελληνική! Το ποίημα του Β. Μιχαηλίδη, «Ρωμιός και Τζον Πουλλής / Τζονής και Κακουλλής» (1903) είναι ενδεικτικό. Οι Άγγλοι, προκειμένου να πετύχουν τον αφελληνισμό των Κυπρίων, δεν αποκλείουν την κυπριακή διάλεκτο, την οποία ο Άγγλος Τζονής μαγνητοφωνεί για σκοπούς διάσωσης και κατοπινής εμπορίας, αφού προβλέπει ότι με το διορισμό Άγγλου επόπτη στα σχολεία η κυπριακή διάλεκτος θα αφανιστεί και θα γίνει είδος μουσειακό! (στ. 193-218).

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, φαίνεται ότι ο κ. Βουτουρής, όπως άλλωστε και οι Έλληνες λόγιοι, τους οποίους επικαλείται (ποιοι είναι αυτοί;), δεν πρόσεξε (;) ότι τα συμπεράσματα από την εκδοχή των Άγγλων, ότι δηλ. η κυπριακή διάλεκτος δεν προέρχεται από την αρχαία ελληνική, αλλά από την Κοινή των ελληνιστικών χρόνων, δε στηρίζονταν σε κανένα επιστημονικό έρεισμα και αποσκοπούσαν στην προπαγάνδα για εξυπηρέτηση, βέβαια, αλλότριων και πονηρών σκοπών. (Αν τα πορίσματα από την επιχειρηματολογία των Άγγλων ήταν ορθά και λαμβάνοντας υπόψη ότι και η νεοελληνική γλώσσα κατάγεται από την Κοινή των ελληνιστικών χρόνων, τεκμαίρεται ότι και οι Νεοέλληνες είναι φυλετικά Φοίνικες!) Έτσι, με τον τρόπο του, όπως τουλάχιστον ξεδιπλώνει την επιχειρηματολογία του, ο κ. Βουτουρής αφήνει να νοηθεί ότι υποστηρίζει την επιχειρηματολογία των Ελλήνων λογίων, ότι δηλ. η κυπριακή διάλεκτος προέρχεται από την αρχαία ελληνική!

Με τον πιο πάνω τρόπο σκέψης και επιχειρηματολογίας, και οι Άγγλοι, αφενός, και οι Έλληνες λόγιοι, αφετέρου, αποσκοπούσαν να πείσουν, τάχα, τη διεθνή κοινή γνώμη, οι μεν, ότι οι Κύπριοι δεν είναι Έλληνες, αλλά κατάγονται από τους Φοίνικες (αλήθεια, από πού ως τα πού εξάγεται τέτοιο συμπέρασμα;), οι δε, ότι οι Κύπριοι είναι απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων! Εκείνο που δεν πρόσεξαν τότε οι Έλληνες λόγιοι και αργότερα, ίσως, ο κ. Βουτουρής, είναι ότι η θεωρία περί καθαρότητας της φυλής, μια θεωρία ολωσδιόλου ρατσιστική, μόνο θυμηδία προκαλεί σήμερα, όπως θυμηδία προκαλεί η θεωρία περί της φυλετικής καταγωγής των νεοτέρων Νεοελλήνων του αυστριακού Jakob Philipp Fallmerayer (1790-1861). Ο καθένας σήμερα είναι ό,τι ο ίδιος πιστεύει και ό,τι η εθνική του συνείδηση υπαγορεύει. Η ποιότητα και η ποσότητα του αίματος που κυλά στις φλέβες του δεν έχει καμιά αξία και καμιά σχέση με τον ορισμό της καταγωγής του! Στην καθαρότητα και ανωτερότητα της γερμανικής φυλής πίστεψε και ο Χίτλερ και είδαμε την προκοπή του!

Για όλα αυτά ο κ. Βουτουρής δεν παίρνει θέση. Επικαλείται τη θεωρία των Ελλήνων λογίων (τους οποίους δεν κατονομάζει), χωρίς να την κρίνει, αναφέρει τον αυστριακό Fallmerayer, χωρίς καμιά κριτική διάθεση, όπως στη συνέχεια επικαλείται τις απόψεις των Ν. Κρανιδιώτη, Στρ. Τσίρκα, Α. Παστελλά και άλλων για το επιτρεπτό ή μη της χρήσης της κυπριακής διαλέκτου στη λογοτεχνία, χωρίς να διευκρινίζει ότι ο καθένας μπορεί και δικαιούται σήμερα (χωρίς να ερωτήσει ή να εξασφαλίσει κανενός την άδεια1) να γράφει χωρίς φόβο και χωρίς πάθος και χωρίς κίνδυνο να εκληφθεί ως προδότης και δοσίλογος σε οποιαδήποτε γλώσσα ή διάλεκτο επιθυμεί. Οι σημερινές συνθήκες και πραγματικότητες στην Κύπρο δεν έχουν καμιά σχέση με αυτές της δεκαετίας του 1950, ούτε, βέβαια, η επιστημονική αλήθεια μπορεί να αποκρύβεται ή να εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να κρίνεται η Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας με πολιτικές αντιλήψεις και σκοπιμότητες του 1950. Μου επιτρέπεται εδώ να συνδέσω την απαράδεχτη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο μυαλό ορισμένων «γκρίζων λύκων» της γλώσσας μας (δεν επιθυμώ να τους κατονομάσω, γιατί υπήρξα παρ’ ολίγον θύμα τους), με την κατάσταση που επικρατούσε στην κατεχόμενη Κύπρο μας επί Rauf R. Denktaş (1924-2012), όταν απλοί Τουρκοκύπριοι που συλλαμβάνονταν να μιλούν την κυπριακή διάλεκτο ή να προφέρουν έστω και μια λέξη της κυπριακής διαλέκτου υποχρεώνονταν να καταβάλουν χρηματικό πρόστιμο! [Σήμερα οι Τ/κύπριοι ονομάζουν τη διάλεκτό τους Kıbrıs ağzı (= Κυπριακή διάλεκτος). Αντιλήφθηκαν ότι εμείς μάλλον δεν την αγαπούμε και άνοιξαν τις αγκάλες τους. Η συνέχεια έπεται. Αλήθεια, τι παράξενος και αντιφατικός λαός που είμαστε, Θεέ μου!]

Επειδή, λοιπόν, ως επιστήμονα δεν με ενδιαφέρει ποια ήταν η άποψη των Άγγλων ή των Ελλήνων λογίων για την προέλευση της κυπριακής διαλέκτου, αφού και οι μεν και οι δε αποσκοπούσαν στη δικαίωση των μακροπρόθεσμων πολιτικών (ή, έστω, και εθνικών) τους απόψεων και, στην περίπτωση των Άγγλων, συμφερόντων, επιθυμώ να παραθέσω τα επιστημονικά συμπεράσματα της μέχρι τούδε έρευνας επί του σημαντικού αυτού κεφαλαίου της κυπριακής διαλέκτου, για την οποία σήμερα όλοι μιλούν, χωρίς τις περισσότερες φορές να γνωρίζουν ή κάνουν πως γνωρίζουν, ενώ έχουν πλήρη άγνοια του θέματος.

Η αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν χωρισμένη σε τοπικές διαλέκτους, που διακρίνονται σε τρεις ομάδες: α) την ιωνική (με κύριο κλάδο της την αττική διάλεκτο), β) την αιολική και γ) τη δωρική. Όταν μιλούμε για την αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, εννοούμε τη μυκηναϊκή (αχαϊκή). Οι διαλεκτικές διαφορές της αρχαίας ελληνικής έσβησαν στα αλεξανδρινά χρόνια, όταν η γλώσσα αυτή είχε γίνει παγκόσμιο (με τα τότε δεδομένα) όργανο επικοινωνίας, ενώ συνάμα είχε πολύ απλουστευθεί. Η αλεξανδρινή ή ελληνιστική Κοινή (300 π.Χ. - 550 μ.Χ.) είναι η μορφή της ελληνικής,2 στην οποία είναι γραμμένα τα κείμενα των Ευαγγελίων.3 Αυτή η κοινή έγινε σιγά σιγά η καθημερινή γλώσσα όλων των Ελλήνων, εκτοπίζοντας τις τοπικές διαλέκτους, από τις οποίες ελάχιστα μόνο ίχνη σώθηκαν ως σήμερα εδώ κι εκεί.

Στην Αρκαδία η τοπική δωρική (αχαϊκο-δωρική) κοινή γλώσσα καθυστέρησε επ’ ολίγον την αποδοχή της κοινής, αλλά γύρω στα χρόνια της γέννησης του Χριστού η αποδοχή της τελευταίας ήταν πια γεγονός. Στην απομακρυσμένη από την Αρκαδία, όμως συγγενική Κύπρο η είσοδος της κοινής συμπίπτει σχεδόν πλήρως με την αποδοχή του ελληνικού αλφαβήτου (περίπου 3ος αι. π.Χ.).4 Με άλλα λόγια η αρχαία διάλεκτος της Κύπρου διατηρήθηκε άθικτη με την αρχαϊκή της μορφή μέχρι τα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου, λόγω της απομόνωσής της από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Όμως, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (300 π.Χ. - 550 μ.Χ.) η Κύπρος βγήκε πια από την απομόνωση στην οποία βρισκόταν και, με κέντρο την Αλεξάνδρεια, κατέστη χώρος ζωτικός για τα ελληνικά πράγματα και συμμεριζόταν τις τύχες της Κοινής γλώσσας του ελληνισμού, μέχρι, βέβαια, της απόσπασής της από το βυζαντινό κράτος και της υποδούλωσής της κατά το 1191 μ.Χ. στους Φράγκους.

Βλέπουμε δηλ. ότι το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα ανάμεσα στην κοινή και τις αρχαίες διαλέκτους είναι ο πλήρης εξαφανισμός των διαλέκτων. Τον εξαφανισμό αυτό των διαλέκτων αποδεικνύει και η νέα ελληνική, η οποία διαμέσου της μεσαιωνικής ελληνικής ανάγεται στην Κοινή των ελληνιστικών - ρωμαϊκών χρόνων, που σημαίνει ότι τα κύρια χαρακτηριστικά που τη διαστέλλουν από την αρχαία ελληνική έχουν διαμορφωθεί εκείνη την εποχή.5 Οι σημερινές διάλεκτοι, παρ’ όλες τις διαφορές τους, δεν έχουν σχέση με τις διαλέκτους της αρχαίας, αλλά με την Κοινή.6 Μόνο σε μια μοναδική απομονωμένη τοποθεσία της Πελοποννήσου ζει ακόμη σήμερα ο συνεχιστής μιας αρχαίας δωρικο-νεολακωνικής διαλέκτου, η τσακωνική.7

Με το πέρασμα των αιώνων η φυσική εξέλιξη της γλώσσας και διάφορες άλλες εξωτερικές αιτίες βοήθησαν ώστε αυτή η Κοινή, η πανελλήνια και ενιαία γλωσσική μορφή, να διασπαστεί και πάλι σε τοπικά ιδιώματα. Έτσι, μέσω της μεσαιωνικής (550-1453)8 γεννήθηκαν οι διάλεκτοι της νέας ελληνικής (1453 κ.ε.), των οποίων οι πρώτες μαρτυρίες ανάγονται χοντρικά στο 12ο αιώνα.9 Ο R. Browning10 θεωρεί πολύ σημαντική την κατάληψη της Κύπρου από τους Άραβες για την έναρξη της απομόνωσής της:

«Το 647 ο Μωαβιά, ο άραβας κυβερνήτης της Συρίας, καθέλκυσε τον νεόκτιστο αραβικό στόλο εναντίον της Κύπρου, κατέβαλε την πρωτεύουσα Κωνσταντία και για λίγο έγινε κύριος του νησιού. Ύστερα από μια περίοδο αραβικής κατοχής, η διάρκεια της οποίας δεν είναι ακριβής, υπογράφτηκε μια συνθήκη μεταξύ της βυζαντινής κυβέρνησης και του Χαλιφάτου, με την οποία η Κύπρος αποστρατικοποιήθηκε και περιήλθε στην κοινή επικυριαρχία των δύο κρατών, που διαμοίρασαν τον ετήσιο φόρο μεταξύ τους. Η συγκυριαρχία αυτή, που κάποτε διακόπτονταν από εφήμερες εχθροπραξίες, διάρκεσε ως το 965 μ.Χ, όταν η Κύπρος ενσωματώθηκε και πάλι στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτοί οι αιώνες της σχετικής απομόνωσης είναι πιθανόν και η περίοδος κατά την οποία η κυπριακή διάλεκτος άρχισε να ακολουθεί διαφορετικό μονοπάτι ανάπτυξης από τα Ελληνικά των πιο κεντρικών περιοχών. Με την πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία τον 14ο αι. είχαν ήδη καθιερωθεί τα περισσότερα από τα σημερινά χαρακτηριστικά της».

Στην εποχή της Αναγέννησης και κάτω από τον φράγκικο ζυγό, η κρητική, η κυπριακή και η ροδίτικη διάλεκτος μας έδωσαν και γραπτά φιλολογικά μνημεία. Όλα τα άλλα ιδιώματα μεταβιβάζονταν στοματικά από γενιά σε γενιά.

Διάλεκτοι με την αυστηρή έννοια του όρου είναι, όπως είδαμε, η τσακωνική11 και οι τρεις «περιφερειακές», δηλ. η ποντιακήποντική),12 η καππαδοκική και τα ελληνικά που μιλούν ακόμα μερικές χιλιάδες κατοίκων της Καλαβρίας (νότια Ιταλία). Οι δύο τελευταίες (καππαδοκική και νοτιο-ιταλική) είναι στην ουσία ελληνικά παραφθαρμένα από τις ξένες γλώσσες, που μιλιούνται στον ίδιο μ’ αυτές γεωγραφικό χώρο (τουρκικά στην πρώτη περίπτωση, ιταλικά στη δεύτερη). Από την ξενική επίδραση η προφορά και η μορφολογία τους αλλοιώθηκαν, η σύνταξή τους διαταράχθηκε, ενώ το λεξιλόγιό τους έχει πολύ υψηλό ποσοστό ξένων λέξεων. Είναι σαν ελληνική γλώσσα σε ιταλικό ή τουρκικό, αντίστοιχα, στόμα.

Καταχρηστικά μπορούμε να ονομάζουμε διαλέκτους την κυπριακή και την κρητική μορφή της νεοελληνικής.13 Για όλες τις άλλες τοπικές μορφές της γλώσσας μας θα ταίριαζε επιστημονικά ο χαρακτηρισμός τους με τον όρο ιδίωμα.14 Κι αυτό γιατί τα τοπικά ιδιώματα και οι διάλεκτοι της νεοελληνικής (με εξαίρεση τις τέσσερις καθαυτό διαλέκτους που αναφέραμε πιο πάνω) είναι σε μεγάλο βαθμό κατανοητά από όλους τους Έλληνες. Η κυπριακή διάλεκτος συγγενεύει με τη δωδεκανησιακή15 (Ρόδος, Καστελόριζο, Κάρπαθος, Κάσος, Χάλκη, Τήνος, Νίσυρος, Σύμη, Κάλυμνος, Αστυπάλαια, Κως, Λέρος και Πάτμος)16 και τις μικρασιατικές διαλέκτους (Καππαδοκία, Πόντος κ.ά.).17

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Κ. Γιαγκουλλή, Η κυπριακή διάλεκτος στη λογοτεχνία, Λευκωσία 1986, σσ. 52-54 και passim.
2. Η Κοινή κατά βάθος είναι αττική με ιωνικό χρωματισμό, ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο, και με μερικούς δωρισμούς. Βλ. O. Hoffmann - A. Debrunner - A. Scherer, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, τόμ. Β, μτφ. Χαρ. Συμεωνίδης, Αδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 64-65. Εννοείται ότι η επέκταση της αττικο-ϊωνικής κοινής γλώσσας σε παγκόσμια γλώσσα γύρω από το ανατολικό μισό της Μεσογείου ήταν αποτέλεσμα της μακεδονικής κατάκτησης (ό.π., σ. 87).
3. Η ελληνική γλώσσα της Βίβλου δεν αποτελεί διάλεκτο, αλλά τη λαϊκή γλώσσα του ελληνιστικού κόσμου, που πρώτη φορά πήρε γραμματειακή μορφή. Βλ. A. Thumb, Die griechische Sprache im Zeitalter des Hellenismus. Beiträge zur Geschichte und Beurteilung der Κοινή, Στρασβούργο 1901, σ. 185.
4. Βλ. Hoffmann, ό.π., σ. 51.
5. Βλ. Στ. Γ. Καψωμένος, Από την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 47· Νικ. Π. Ανδριώτης, Ιστορία ελληνικής γλώσσας, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 98: «Σήμερα είναι πια γενική πεποίθηση ότι η νέα μας γλώσσα είναι μια εξελικτική φάση της Κοινής των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων … Όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι και όλες οι τοπικές παραλλαγές της νεοελληνικής κοινής συνθέτουν τη σημερινή νεοελληνική γλώσσα».
6. Βλ. Καψωμένος, ό.π., σ. 90.
7. Βλ. Hoffmann, ό.π., σσ. 61-62· Καψωμένος, ό.π., σ. 51. Κατά το Νικ. Γ. Κοντοσόπουλο, Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής, Αθήνα 1994, σ. 2, η τσακωνική «θα μπορούσε να είχε πάρει μορφή ξεχωριστής ελληνογενούς γλώσσης, αν είχε καλλιεργηθή λογοτεχνικά και αναγνωρισθή επίσημα σαν γραπτή γλωσσική μορφή που να διδάσκεται στα σχολεία».
8. Τη στενή σχέση της μεσαιωνικής κυπριακής με την αλεξαντρινή κοινή υπέδειξε ο Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Στ΄, Παρίσι 1877, σσ. η΄- μη΄.
9. Ο Α. Heisenberg, Dialekte und Umgangssprache im Neugriechischen, Μόναχο 1918, σσ. 13 κ.ε., 19 κ.ε., τοποθέτησε τις αρχές των νεοελληνικών διαλέκτων στην εποχή που εξασθενεί η πνευματική επιβολή της βυζαντινής πρωτεύουσας πάνω στην περιφέρεια του ελληνόφωνου κόσμου, δηλ. ύστερα από το 1200. Ο P. Kretschmer (Glotta 11(1921)232 κ.ε.) και ο Π. Αναγνωστόπουλος (ΕΕΒΣ 1(1924) 93 κ.ε. και 99 κ.ε.) υποστηρίζουν ότι οι ν.ε. διάλεκτοι με τις πολλές ιδιοτυπίες τους ανάγονται στα χρόνια της πρώιμης ή μεταγενέστερης Κοινής. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα στην κυπριακή διάλεκτο, κατά τον Χρ. Παντελίδη, «Περί της μεσαιωνικής κυπριακής διαλέκτου», ΒΖ 31 (1931) 324, η απόσχιση της κυπριακής διαλέκτου έγινε μεταξύ 650-850 μ.Χ., όταν έλειψε η στενή επαφή της Κύπρου με τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο και ιδιαίτερα με την Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας των αραβικών επιδρομών, ενώ κατά τον Κ. Χατζηϊωάννου, Τα εν διασπορά, Λευκωσία 1969, σσ. 509-523 (= The beginning of the modem Greek Cypriot dialect as it appears in the Greek text of the Assizes, in the 13th century A.D.), η νεότερη κυπριακή διάλεκτος άρχισε να διαμορφώνεται τουλάχιστον μέσα στο 13ο αι., όπως αυτή απαντάται στις Ασσίζες, η μετάφραση των οποίων από τα γαλλικά πρέπει να έγινε γύρω στο 1250 μ.X.
10. Βλ. R. Browning, Η ελληνική γλώσσα. Μεσαιωνική και Νέα, Παπαδήμας, Αθήνα 1991, σ. 171. Για τη θέση της Κύπρου από τον 7ο ως τον 10ο αιώνα βλ. επίσης R. Browning, "Byzantium and Islam in Cyprus in the Early Middle Ages", Επετηρίς Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών 19(1977-79)101-116.
11. Βλ. Κοντοσόπουλος, ό.π., σ. 3: Τα τσακώνικα τα μιλούν σήμερα σε εννέα χωριά που βρίσκονται στις Β.Α. πλαγιές του Πάρνωνα στην επαρχία Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας.
12. Μορφή της ελληνικής που μιλούσαν κυρίως οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του ανατολικού τμήματος της μικρασιατικής παραλίας του Ευξείνου Πόντου.
13. Βλ. Κοντοσόπουλος, ό.π., σ. 3.
14. Μιλούμε για δωδεκανησιακό, κυκλαδικό και επτανησιακό ιδίωμα, για ιδίωμα Ικαρίας, Κυθήρων, Μάνης κ.ά.
15. Να θυμίσουμε εδώ όσα γράφει σχετικά με το θέμα αυτό ο Ανδριώτης (ό.π., σ. 99), ότι δηλ. στις Ασσίζες της Κύπρου παρουσιάζονται όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των επιμέρους δεκαοκτώ σημερινών ιδιωμάτων της Κύπρου. (Μεσαριάς, Δυτ. Μεσαριάς, Κερύνειας, Καρπασίας, Λάρνακας, Λεμεσού, Επισκοπής, Λεμεσού, Κρασοχωρίων, Νότ. Πάφου, Κεντρ. Πάφου, Τηλλυρίας, Μαραθάσας, Σολέας, Πιτσυλιάς, Ορεινής, Κοκκινοχωριών και Παραλιμνίου.
16. Βλ. Χρ. Παντελίδης, Φωνητική των νεοελληνικών ιδιωμάτων Κύπρου, Δωδεκανήσου και Ικαρίας, Αθήνα 1929, passim.
17. Βλ. R. Dawkins: Αφιέρωμα εις Γ. Χατζιδάκιν, Αθήνα 1921, σ. 42 κ.ε.· Byzantion 20 (1950) 154 κ.ε.


Κ. Γ. Γιαγκουλλής
27.3.2012

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Περί της κυπριακής διαλέκτου

Διάβασα στην εφ. Ο Φιλελεύθερος (ημ. 25.3.2012) ένα κείμενο του κ. Γεώργιου Ξενή με τίτλο «Κυπριακή διάλεκτος: χρήση και νεοκυπριακή παράχρηση». Δεν πρόκειται να σχολιάσω τη θέση του αρθρογράφου έναντι της κυπριακής διαλέκτου, την οποία, ωστόσο, φαίνεται να αγνοεί. Οι απόψεις τις οποίες διατυπώνει δε με βρίσκουν σύμφωνο, όμως καθόλου δε με ενοχλούν, γι’ αυτό και δεν τις σχολιάζω. Εκείνο που ενοχλεί (και αυτό σχολιάζω) είναι ο τρόπος με τον οποίο ο αρθρογράφος διατυπώνει τις απόψεις του, ιδιαίτερα επί θεμάτων για τα οποία ο ίδιος δεν είναι ενημερωμένος. Βέβαια, το γεγονός ότι αρθρογραφεί σε μια εφημερίδα δεν του επιτρέπει να τεκμηριώσει βιβλιογραφικά τις απόψεις του, οι οποίες στο τέλος παραμένουν μετέωρες, με κίνδυνο ο επαρκής αναγνώστης να θεωρήσει αυθαίρετες.

Ο ισχυρισμός, αίφνης, του κ. Ξενή «ότι η ίδια η Νεοελληνική Κοινή ξεκίνησε ως πελοποννησιακή - επτανησιακή διάλεκτος» είναι πολύ ενδιαφέρων, πλην άγνωστος, νομίζω, στη βιβλιογραφία. Ο Ν. Π. Ανδριώτης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 98 είναι κατηγορηματικός: «Σήμερα είναι πια γενική πεποίθηση ότι η νέα μας γλώσσα είναι μια εξελικτική φάση της Κοινής των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων (…) Όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι και όλες οι τοπικές παραλλαγές της νεοελληνικής κοινής συνθέτουν τη σημερινή νεοελληνική γλώσσα».

Ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι καταβάλλεται στις μέρες μας προσπάθεια να δημιουργηθεί «ένα επίσημο σύστημα γραφής, το οποίο θα περιλαμβάνει ένα ιδιαίτερο αλφάβητο, καθώς και σταθερές ορθογραφικές συμβάσεις. Το αλφάβητο αυτό θα πρέπει να περιέχει και σύμβολα που απουσιάζουν από το ελληνικό αλφάβητο. (…) Μάλιστα υπάρχει η τάση στους νεοκυπριακούς κύκλους να προκρίνεται τέτοια ορθογραφική σύμβαση που θα συσκοτίζει την ετυμολογία της λέξης, ώστε να μην μπορεί να γίνει ορατή η ελληνική της ρίζα» (!). Με κανένα τρόπο δε θα επιθυμούσα να καταστώ απολογητής των αποκαλούμενων εδώ νεοκυπριακών κύκλων (δεν έχουν όνομα;). Οφείλω, ωστόσο, να υπενθυμίσω ότι η αρχή της αναζήτησης ενός αλφαβήτου απόδοσης της κυπριακής διαλέκτου ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα [η προφορά του χ πριν από το e και i ως š (χέρι - šέρι) παρατηρήθηκε ήδη από τον Α. Thumb, Grammatik (1915), σ. 80]. και συνεχίζεται αργότερα με τους κορυφαίους γλωσσολόγους μας Σ. Μενάρδο, Χρ. Γ. Παντελίδη, Κυρ. Χατζηιωάννου, Π. Αναγνωστόπουλο, Ν. Χ. Κονομή, Νικ. Κοντοσόπουλο, Θ. Παπαδόπουλλο, Κ. Πιλαβάκη, ακόμη και το Μ. Ν. Χριστοδούλου, ο οποίος εκτελούσε χρέη γραμματέα μιας ad hoc επιτροπής από καθηγητές πανεπιστημίου, γλωσσολόγους, κυπριολόγους κ.ά., την οποία συνέστησε το 1962 ο αείμνηστος Κ. Σπυριδάκις για το σκοπό αυτό. Το κυπριακό αυτό αλφάβητο ακολουθείται έκτοτε πιστά από το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, καθώς και από άλλα ακαδημαϊκα ιδρύματα και οργανισμούς, για καθαρά επιστημονικούς λόγους και, οπωσδήποτε, όχι για εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε πονηρών ή άλλων σκοπών.

Το ότι οι ερευνητές και μελετητές της κυπριακής διαλέκτου, όπως και οποιασδήποτε άλλης γλώσσας, ιδιώματος ή διαλέκτου, «επιδιώκουν να δώσουν στην κυπριακή ένα πλουσιότερο λεξιλόγιο, με την ανάσυρση λέξεων που εν τω μεταξύ περιέπεσαν σε αχρηστία από τη διάλεκτο των μακαριστών πάππων και προπάππων μας και συντάσσουν λεξικά, γραμματικές, συντακτικά» [τελοσπάντων, ποιους ακριβώς εννοεί εδώ ο αρθρογράφος;] δεν πρέπει ν’ ανησυχεί κανένα, αλλά προσδίδει κύρος και τιμή σ’ όσους εργάζονται άοκνα για το σκοπό αυτό, χωρίς παχυλούς μισθούς και επιδόματα. Μπράβο τους! Θα ανησυχούσαμε αν συνέβαινε το αντίθετο. Αλίμονο αν δεν υπήρχε φροντίδα για τη σύνταξη ενός χρηστικού λεξικού της διαχρονίας της κυπριακής διαλέκτου και αν οι επιστήμονές μας επέτρεπαν να χαθεί άπαξ διαπαντός ο πλούτος της διαλέκτου μας, που αποτελεί πραγματικό θησαυρό, τον οποίο οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού. Προσωπικά είμαι περήφανος για τη δουλειά που επιτέλεσα στον τομέα της λεξικογραφίας και τιμώ τη μνήμη προγενέστερών μου σκαπανέων της κυπριακής διαλέκτου (Α. Σακελλαρίου, Σ. Μενάρδου, Ξ. Φαρμακίδη, Γ. Λουκά, Κυρ. Χατζηιωάννου κ.ά.), που αξιώνουν τον εκ μέρους μας σεβασμό και την εκτίμηση, και όχι ειρωνικά σχόλια. Τον κ. Ξενή ουδόλως απαλλάσσει των ευθυνών του έναντι όσων μοχθούν για την καταξίωση της κυπριακής διαλέκτου η γενική και, σε τελευταία ανάλυση, αντιφατική του δήλωση ότι «πρέπει να τονιστεί ότι η επιστημονική μελέτη της διαλέκτου μας, όπως και όλων των άλλων ελληνικών διαλέκτων, είναι εγχείρημα αξιέπαινο». Αυτοί που μελετούν επιστημονικά τη διάλεκτό μας και ετοιμάζουν λεξικά, γραμματικές και συντακτικά είναι αυτοί εναντίον των οποίων ο αρθρογράφος στρέφει τα πυρά του, ειρωνεύεται και «ελαφρά τη καρδία» αποκαλεί νεοκύπριους.

Δε σχολιάζω τη σημείωση του κ. Ξενή ότι «στις άλλες διαλεκτικές περιοχές του ελληνισμού κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει», γιατί ο κ. Ξενής ως πανεπιστημιακός μπορεί, αν θέλει, να ερευνήσει και έτσι να μην αγνοεί ότι υπάρχουν δεκάδες λεξικά και γλωσσάρια για τις νεοελληνικές διαλέκτους (Κρήτη, Ρόδος, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κάρπαθος, Πόντος, Καππαδοκία κ.ά.). Η Κύπρος δεν μπορεί να υστερεί στον τομέα αυτό.

Κ. Γιαγκουλλής
26.3.2012

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ

Υπεράσπιση και εύκλεια της Κυπριακής Λογοτεχνίας
(Défence et illustration de la littérature chypriote)

Το σημείωμα αυτό θα μπορούσε άνετα να επιγράφεται: «Υπέρ της Κυπριακής Λογοτεχνίας και κατά του επαρχιώτικου αθηνοκεντρισμού: μια πρώτη απάντηση στα ψευδοεπιστημονικά ιδεολογήματα του κ. Π. Βουτουρή».
Πράγματι, αφορμή του είναι μια διεξοδική «κριτική» για ένα βιβλίο του 2010, την ογκώδη Ιστορία της νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας των Γ. Κεχαγιόγλου και Λ. Παπαλεοντίου, σελ. 960, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2010, «κριτική» που δημοσίευσε ο κ. Παντελεήμων Βουτουρής [στο εξής: Π. Β.] στα τέλη του 2011 και στο άσημο αθηναϊκό λογοτεχνικό περ. Πλανόδιον, τ. ΙΒ΄, αρ. 51 (Δεκ. 2011) 742-770. Η «κριτική» αυτή θα απαντηθεί, φυσικά, αναλυτικά – όπως ταιριάζει όχι στην ίδια μα στο αντικείμενό της – σε καθαρά φιλολογικό περιοδικό, όπου θα αναιρεθεί σε όλα τα σημεία της (αφού περιλαμβάνει μόνον ιδεολογικά φληναφήματα, φιλολογικές, ιστορικές και γλωσσικές ανακρίβειες, πραγματολογικά και άλλα λάθη, παραπειστικά και με προκρούστειο τρόπο ακρωτηριασμένα παραθέματα, και καμία επιστημονική βιώσιμη πρόταση). Καθώς, όμως, η δημοσιευμένη «κριτική» του Π. Β. κυκλοφόρησε τους τελευταίους τρεις μήνες σε ποικίλους ομοϊδεατικούς του κύκλους στην Κύπρο, με αποτέλεσμα δημόσιες εκδηλώσεις-ταρατατζούμ, δήθεν «ζυμώσεις ιδεών» και επιπόλαια «προνουντσιαμέντα» ατόμων, ακόμη και συλλόγων, που δεν έκαναν καν τον κόπο να διαβάσουν πρώτα το βιβλίο-αντικείμενό της, κρίνουμε αναγκαία εδώ μια πρώτη γραπτή απάντηση.*
Στη σύντομη αυτή πρώτη απάντησή μου, οφειλόμενη σ’ ένα τόπο και στους ανθρώπους του που θαυμάζω και αγαπώ τουλάχιστον από φοιτητής, χρειάζεται να ειπωθεί καταρχήν το εξής: Ότι ο παράτυπα εκλεγμένος (αφού ακόμα βρίσκεται σε εξέλιξη ειδική έρευνα των αρμόδιων οργάνων) ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Π. Β. δεν έχει μόνο μια μακρά προϊστορία αντίθεσης απέναντι στον δόκιμο και καθιερωμένο από παλιά όρο Κυπριακή Λογοτεχνία (που χρησιμοποιούν εξαρχής στα δημοσιεύματά τους – και όχι μόνον πρόσφατα – οι δύο συγγραφείς της Ιστορίας της νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας), ούτε είναι ο πρώτος που μεταχειρίστηκε για τη λογοτεχνία της ιδιαίτερης πατρίδας του, και για όσους την αγαπούν και την προβάλλουν ευρύτερα, τον υποτιμητικό και καθαρά παραπλανητικό όρο «νεοκυπριακός» και όλα του τα παράγωγα. Ο Π. Β. βρίσκεται και σε έντονη προσωπική διαμάχη με τους δύο συγγραφείς του γραμματολογικού αυτού έργου, αφού αφενός συμμετείχε ενεργά και ενόρκως σε σχετικά πρόσφατη κατασυκοφάντηση και δικαστική αγωγή εναντίον του Γ. Κεχαγιόγλου, η οποία απορρίφθηκε πανηγυρικά από τα ελληνικά δικαστήρια, αφετέρου πρωταγωνίστησε στην αυθαίρετη, και ήδη στιγματισμένη από μεγάλη μερίδα του πανεπιστημιακού και πνευματικού κόσμου διεθνώς, μη εξέλιξη και μη ανανέωση της πανεπιστημιακής θητείας του πανάξιου ερευνητή και δασκάλου Λ. Παπαλεοντίου.
Άρα, ακόμη και όσοι δεν γνωρίζουν τον υπόλοιπο βίο και την πολιτεία, τις αντιλήψεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του Π. Β. στα (έως τώρα ποτέ βιβλιοκριτικά, με την πραγματική σημασία του όρου) δημοσιεύματά του, ήταν λογικό να περιμένουν ως αναμενόμενη την οξεία αντίδραση και τη μη συγκρατούμενη οργή και χολή του, αφορμισμένη κιόλας από τα κακά – γι’ αυτόν – μαντάτα της πρόσφατης βράβευσης της Ιστορίας της νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας από κορυφαίους πνευματικούς ή κρατικούς φορείς στην Ελλάδα και στην Κύπρο (την Ακαδημία Αθηνών και το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας).
Εννοείται πως δεν επιθυμώ επί του παρόντος να ταλανίσω τους αναγνώστες εξαερώνοντας ένα προς ένα όλα τα «νεοκυπριακά φαντάσματα» από τα οποία κατατρύχεται μόνιμα, από την αρχή σχεδόν της συγγραφικής του «καριέρας», ο Π. Β. Θα ήταν, επίσης, άχαρο να κάνω εδώ το ίδιο και για όλες τις υπόλοιπες διασκεδαστικές κουτοπονηριές, διαστρεβλώσεις, παρερμηνείες, αποσιωπήσεις και τα απαράδεκτα, ακόμη και για μαθητή γυμνασίου, σφάλματα της ημιμάθειάς του, που κατακλύζουν σχεδόν κάθε παράγραφο του εκτενέστατου κειμένου του στην «πλανοδιακή» φυλλάδα των Αθηνών (το διασκεδαστικότερο παράδειγμα είναι ο κατάλογος δήθεν ακυριολεξιών, σολοικισμών, λαθών κτλ. που νομίζει πως βρίσκει στην Ιστορία της νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας: κανένα από τα παραδείγματά του δεν στέκει, ενώ όλες οι φράσεις που παραθέτει, και που τις αποσπά καραγκιοζλίδικα από τα συμφραζόμενά τους, είναι ορθές και βρίσκονται στην αρμόδια θέση τους. Μνημειώδες, π.χ., για την «ελληνομάθεια» και για τη γλωσσική αναισθησία του Π. Β. είναι το ότι ...κατηγορεί τους συγγραφείς του βιβλίου πως κάνουν λάθος χρησιμοποιώντας το επίθετο «μπορχεσικός» με βάση το επώνυμο του αργεντινού λογοτέχνη Μπόρχες = Borges· πώς νομίζει άραγε ο ίδιος πως πρέπει να γράφει κανείς, μήπως «μπορτζεζικός» ή και «μπορδελικός»;).
Ούτε, βέβαια, έχω σκοπό να βασανίσω εδώ και τον ίδιο, στρίβοντας το μαχαίρι βαθιά μέσα σε κάθε αράδα των παραλογισμών του και δείχνοντας τη φοβερή άγνοιά του όχι μόνο στον χώρο της παλιότερης, υστερομεσαιωνικής, αναγεννησιακής, αντιμεταρρυθμιστικής, διαφωτιστικής και ρομαντικής κ.ε. Κυπριακής Λογοτεχνίας, αλλά και στους ευρύτερους χώρους της Νεοελληνικής και της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας από τον ύστερο Μεσαίωνα ώς σήμερα: είναι τόσο εκκωφαντικές στο πόνημά του η άγνοια της παλαιογραφίας (αφού πιστεύει, π.χ., ότι χειρόγραφα κείμενα που σαφώς γράφτηκαν στην Κύπρο δεν δικαιούνται να ανήκουν στη γραμματεία της!), της εκδοτικής και της ιστορίας του βιβλίου, της ιστορίας των κύπριων συγγραφέων της Αποδημίας και της Διασποράς (την οποία αρνείται με παιδαριώδη επιχειρήματα, παρερμηνεύοντας μάλιστα δημοσιογραφικό ευφυολόγημα του Γ. Π. Σαββίδη, και αφαιρώντας έτσι, ουσιαστικά, από την Κυπριακή Λογοτεχνία αναστήματα όπως των Ι. Καρατζά, Ε. Φραγκούδη, Ν. Νικολαΐδη, Τ. Ανθία, Θ. και Γ. Φ. Πιερίδη, και πάμπολλων άλλων), των γλωσσικών παραμέτρων και επιδιώξεων του έργου τους, της ιστορίας των ιδεών και των νοοτροπιών, καθώς και η παντελής έλλειψη θεωρητικής και μεθοδολογικής κατάρτισης (πού να την αποκτήσει άλλωστε, και με ποιους, αφού ποτέ δεν σπούδασε έξω από ελληνικό χώρο;), είναι τόσο εκκωφαντικές στο πόνημά του, ώστε θα έπρεπε να συνταράξουν όχι μόνον τους παλιούς ελλαδικούς μέντορές του (ανάμεσα στους οποίους, δυστυχώς, και ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, υπερευαίσθητος πάντα, και έτοιμος να υποστηρίξει κάθε κατακαημένον που του κλαιγόταν), αλλά και όλους τους νοήμονες συναδέλφους του στο (δυστυχώς) κακορίζικο πανεπιστήμιο στο οποίο υπηρετεί για την ώρα. Διότι για το υπόλοιπο πανεπιστημιακό κατεστημένο του τόπου του ισχύει ό,τι είχε γράψει ο Παλαμάς για έναν «ιδεολόγο»-υβριστή (όπως ο Π. Β.) καθηγητή πανεπιστημίου στον Μεσοπόλεμο: «ας τον χαίρεται το πανεπιστήμιο που τον έχει».
Αλλά το κερασάκι στην τούρτα είναι άλλο: Ο Π. Β. είχε εξαγγείλει το καλοκαίρι του 2010 – άρα λίγους μόνο μήνες πριν από την κυκλοφορία της Ιστορίας της νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών – την έκδοση μιας δικής του «συνοπτικής» Ιστορίας της «Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Κύπρου» (βλ. εφ. Ο Φιλελεύθερος της Λευκωσίας, 22.8.2010). Η εξαγγελία αυτή δεν έρχεται απλώς σε αντίφαση με ό,τι διακήρυσσε τόσα χρόνια, και διακηρύσσει και στην «κριτική» του, ότι δηλαδή δεν πρέπει να ασχολείται κανείς «χωριστά» με την Κυπριακή Λογοτεχνία και να την «αποκόπτει», κατά τους ισχυρισμούς του, από την ευρύτερη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Δείχνει και το ακριβές κίνητρο της πλανόδιας «κριτικής» του, κίνητρο που είναι απλούστατα ιδιοτελές και ασφαλώς έχει και οικονομική παράμετρο, ουσιώδη, καθώς φαίνεται, για εκείνον. Ιδού για ποιο πάπλωμα είναι ο καβγάς που ξεσήκωσε.

* Ο κ. Λ. Παπαλεοντίου έχει στείλει στο περ. Πλανόδιον αναλυτική απάντησή του στην «κριτική» του Π. Β., που θα δημοσιευτεί στο τεύχος Ιουνίου του περιοδικού αυτού. Εδώ, το σημείωμα ανήκει σε μένα.

Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 2012

Πολίτης, 21.3.2012

ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΛΛΩΜΕΝΑ ΤΟΥ Β. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Για τα Μυλλωμένα τραγούδια του Βασίλη Μιχαηλίδη Μικροφιλολογικά Τετράδια αρ. 11, Λευκωσία 2012

Για την πάλη του ανδρικού μορίου με τον κύσθο, δηλαδή για το γνωστό αθυρόστομο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, πιστεύω ότι επιβάλλεται να τονιστεί, έκτος από τα κειμενικά στοιχεία [=«την θάλασσαν με μιαν ποτσούν μπορείς να ξηντιλήσεις; »] που παραπέμπει στο: «μεν μάσιεσαι την θαλασσαν να την ιξηντιλήσεις» του ποιήματος Η 9η Ιουλίου του 1821,¹ και η γενικότερη εικόνα της ταύτισης του γυναικείου αιδοίου με τα στοιχειώδη της ζωής, τα βασικά στοιχεία του περιβάλλοντος κόσμου που είναι η γη και η θάλασσα.
Με τη θάλασσα, την πανδέγμονα κατά τον Παπαδιαμάντη,² υπάρχει η άμεση δήλωση [=«την θάλασσαν με μιαν ποτσούν μπορείς να ξηντιλήσεις; »] όμως η γενική αίσθηση που υποβάλλει το ποίημα παραπέμπει στη γνωστή εικόνα της 9ης Ιουλίου, για τη γη και το υνί [=«το ‘νιν αντάν να τρω’ την γην, τρώει την γην θαρκέται/ μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται»]. Στη περίπτωση του αθυρόστομου ποιήματος του Μιχαηλίδη περί της πάλης ανδρικού μορίου και γυναικείου αιδοίου, το υπερφίαλο και αλαζονικό ανδρικό μόριο επαίρεται ότι θα καταβάλει το γυναικείο αιδοίο “οργώνοντας” το συνεχώς ως υνί, πλην το αιδοίο παραμένει ήρεμο, σίγουρο για την τελική έκβαση. Γιατί το αιδοίο-γη, ως το θεμελιώδες της ζωής, θα φάει και καταλύσει το αλαζονικό ανδρικό μόριο. Ο μεγάλος ποιητής κατάφερε αυτή την εικόνα να τη συνδέσει με το αίσθημα της εθνικής πίστης στην «9η Ιουλίου» και με εικόνα της ερωτικής ζωής στα αθυρόστομά του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. και Κ. Γ. Λάμαχος [=Κ. Γ. Γιαγκουλλής], Από τα γαμοτράγουδα του Β. Μιχαηλίδη, περ. Άμαξα, Λεμεσός, 1985, αρ. 10-12, σ. 18-22.
2. Θυμίζω εδώ και τα σεφερικά «Τη θάλασσα τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει; [Μυθιστόρημα, (1935)] «Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,/μήπως δεν είμαι η θάλασσα;» [Τρία κρυφά ποιήματα (1966)]

Σάββας Παύλου

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Για την κυπριακή λέξη αζαγιά

Ἡ κυπριακή ἀζαγιά - ἀσγαγιά - ’γαγιά , ἡ θρακική σφαλαγγιά – παλιαγγιά – παγιαγγιά καί ἡ ὁμηρική ἄζα.

Τό Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν (ΙΛΝΕ) στό λ. ἀζαγιά [= 1) Αἰθάλη 2) Τέφρα 3) «Ἱστὸς ἀράχνης καὶ δὴ ἐρρυπωμένος: Καθάρισε τὸν τοῖχον ‘ποὺ τὲς ‘γαγιές.» 4) Ἀράχνη], πού παρουσιάζει στό ἐσωτερικό τῆς ἴδιας τῆς κυπριακῆς διαλέκτου καί τούς τύπους ἀζ-ζαγιά, ἀσγαγιά καί ‘γαγιά, ἐνῷ ὀρθά ἐπισημαίνει τήν σχέση τῆς λέξης μέ τό ἀ.ἑ. ἄζα (= θερμότης, ἀκαθαρσία, εὐρώς), ἀναφέρεται σέ «ἄγνωστο β΄ συνθετικό», τή στιγμή πού ἡ συσχέτιση μέ ἄλλους ἐναλλακτικούς τύπους τῆς λέξης, ἐγκατεσπαρμένους σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς ἐπικράτειας, θά ἦταν σέ θέση νά ἀποδείξῃ ὅτι τό θεωρούμενο «β΄ συνθετικό» εἶναι παλαιότατο στοιχεῖο τῆς ἀρχικῆς ρίζας, πού ἀπουσιάζει ἀκόμα καί ἀπό τό ἤδη ὁμηρικό ἄζα.
Ὁ ὑποφαινόμενος, στό ἔργο του «Ἡ παλαιότητα τῆς νέας ἑλληνικῆς», 2011, (σ. 52-54), ἀναφερόμενος στήν ἀρχαία ἑλληνική λέξη φάλαγξ, ἐπεσήμαινε, μεταξύ ἄλλων, καί τά ἑξῆς:
«Ἡ ἀρχαία λέξη φάλαγξ καί φαλάγγιον (= εἶδος ἰοβόλου ἀράχνης, κοινῶς σφαλάγγι ἤ σφελάγγι κ.λπ.), ἀπαντᾷ καί μέ τούς τύπους φάλαγγας Ἤπ. Θεσσ. Θράκ. Στερελλ. φάλαγγος Καππ. φέλεγγος Καππ. σφάλαγγας Ἤπ. Θράκ. Κέρκ. Κύπρ. Ὀθων. Πελοπν. Στερελλ. σφάλαγγος Σύμ. σπάλαγγας Πελοπν. ἀφιάλακας, φιάλαγγας Ἰκαρ. ἀσπάλακας Κῶς σάλανgας Κύπρ. σφαλάgα, σπαλάgα, ἡ Πελοπν. σ΄πίλακα, ὁ Τσακων.
Σέ ὡρισμένες περιοχές τῆς Θράκης καί τῆς Μακεδονίας τό ὑγρό παθαίνει οὐράνωση: πάλιαγγας, πάλιαgας Θράκ. Μακεδ. bάλιαgας Μακεδ. παλιαγγιά (= ἀραχνιά) Θράκ. παλιαντζίδα (= ἱστός ἀράχνης) Μακεδ. παλιαγγουφουλιά Μακεδ. [πρβλ. σφαλαgοφωλιά Ἤπ. Πελοπν. σφαλαγγουφουλιά Ἤπ. σφαλαγγοφουλιά Πελοπν. σφαλαgοφωλέα Κορσ. Πελοπν. (Μάν.) σφαραgοφωλέα Κορσ.].
Τό ἑπόμενο βῆμα στήν φωνητική ἐξέλιξη εἶναι ἡ τροπή λ΄ > j (ἤ ἡμιφωνικό i): πάγιαγγας Θράκ. Μακεδ. bάγιακας, πάγιογγας, πάϊανgας, μπάϊαγγας, μπάϊανgας, μπάϊενgας, πάϊγγας Μακεδ. μπαϊαγγουφουλιά (= ἱστός ἀράχνης), παϊανgουφουλιά, παϊγγουφουλιά, μπαενgοφωλιά, παγιαντζίδα (= ἀράχνη), bαγιατζίνα (= ἱστός ἀράχνης) Μακεδ. παγιαγγιά (= ἀραχνιά, αἰθάλη τῆς καπνοδόχου) Θράκ. μπαϊαγγιά Μακεδ. [πρβλ. σφαλαgιά Θράκ. Πελοπν. Προπ. Χίος].»
Δέν θά ἀναφερθῶ ἐδῶ σέ περαιτέρω συσχετίσεις πού γίνονται μέ ἑλληνικούς τύπους ὅπως πάγγους, σπάgους, παγουΐδιασμα, κ.λπ., σλαβικούς ὅπως паяак, pajek, paọkŭ, паýк, τό ἀρωμουνικό pángu ἤ τό ρουμανικό păianjen, γιατί ἐπιθυμῶ νά ἐπιστήσω τήν προσοχή στούς θρακιώτικους τύπους σφαλαγγιά, παλιαγγιά καί παγιαγγιά, πού μέ τήν σημασία τους «ἀραχνιά, αἰθάλη τῆς καπνοδόχου», τήν ταυτιζόμενη πλήρως μέ αὐτήν τῆς κυπριακῆς ἀζαγιᾶς (καί ἀζ-ζαγιᾶς, ἀσγαγιᾶς, ‘γαγιᾶς) δείχνουν ὅτι, ὅσο κι ἄν μᾶς φαίνεται ἀπίστευτο καί ἀδιανόητο, ὁ κυπριακός τύπος ἐπήγασε ἀπό τόν τύπο σφαλαγγιά (= ὁ ἱστός τοῦ σφελαγγιοῦ ἤ φάλαγγος, τῆς ἀράχνης).
Οἱ φωνητικές ἐξελίξεις πού πιστοποιοῦνται καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση εἶναι ἡ οὐράνωση τοῦ ὑγροῦ (λ΄ > j) καί ἡ πτώση τοῦ φ, πού παρατηρεῖται ἄλλωστε καί στό κυπριακό σάλανgας (< σφάλαγγας), ὅμως ὁ τύπος ἀσγαγιά δείχνει, ἄν δέν ἀπατώμεθα, ὅτι πρῶτα ἐπεσυνέβη ἡ ἀντιμετάθεση φθόγγων (*σφαγαγιά > *φασγαγιά) καί κατόπιν ἡ πτώση τοῦ ἀρκτικοῦ συμφώνου: *φασγαγιά > ἀσγαγιά.
Τό πιό καταπληκτικό ὅμως στό ζήτημα τῆς ἐτυμολόγησης τοῦ κυπριακοῦ ἀζαγιά ἀπό τό (σ)φαλαγγιά εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον τό «β΄ συνθετικό» τῆς λέξης ἀποδεικνύεται ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ρίζας, ἕπεται ὅτι τό ὁμηρικό καί νεοελληνικό ἄζα προῆλθε ἐκ τοῦ ἀζαγιά καί ὄχι τό ἀντίστροφο. Κάτι τέτοιο σημαίνει ὅτι στό ἐσωτερικό τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἔχει ἤδη ἐπισυμβῆ ἡ οὐράνωση τοῦ γ ἤ γι πρό τοῦ α (ἤτοι φαλαγγιά > *φαγαγιά / *φαγιαγιά > *ἀγαγιά / *ἀγιαγιά > ἀζαγιά > ἄζα), κάτι πού δέν πρέπει νά μᾶς ἐκπλήττῃ, ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι στό ἐσωτερικό τῆς τσακωνικῆς διαλέκτου ἡ ρίζα φαλαγγ- ἐξελίσσεται σέ σ΄πίλακ- καί φαγγ-: ὁ σ΄πίλακα φτακώ φαλαγγούνα ἤ φλαγγούνα ἤ φοαγγούνα ἤ φαγγούνα (= ὁ σφάλαγγας ἔφτειαξε δίχτυ) Τσακων. (Βάτικ. Χαβουτσ.).
Μάλιστα, ἡ νέα ἑλληνική, μέ τήν τεραστίων διαστάσεων πολυδιάσπαση πού ἐμφανίζει στό ἐσωτερικό της –καί τήν βαθύτερη ἑνότητα πού ἀναδεικνύει αὐτή ἡ πολυδιάσπαση- εἶναι σέ θέση, λόγῳ τῆς ποικιλίας τῶν μαρτυριῶν καί πρωτογενῶν σημασιολογικῶν ἀποχρώσεων πού παίρνει ἡ ρίζα, ἡ ὑποκείμενη τῆς λέξης ἄζα, νά διαφωτίσῃ πλήρως ἀρχαῖα χωρία ὅπως τό ὁμηρικό «σάκος εὐρὺ γέρον, πεπαλαγμένον ἄζῃ» (χ 184), πού σημαίνει τήν παλαιά, ἀραχνιασμένη ἀσπίδα.
Οἱ πάμπολλες σημασίες πού παίρνει στήν νέα ἑλληνική ἡ λέξη ἄζα (= αἰθάλη, ἅλμη, ὕφασμα παλαιό ἤ κακῆς ποιότητος, ἔναυσμα, λεπτοτάτη κόνις ἀνθράκων καί ἀχύρων, τά ὑπολείμματα τοῦ γεννήματος ἐν τῷ ἁλωνίῳ κ.λπ.) δείχνουν τήν μεγάλη σημασία πού ἔχει ἡ μελέτη καί ἀξιοποίηση τοῦ ἀμύθητου γλωσσικοῦ μας θησαυροῦ στήν ἰχνηλάτηση τῆς πορείας τῶν φωνητικῶν ἐξελίξεων καί τῶν σημασιολογικῶν συνειρμῶν πού ὡδήγησαν στήν σταδιακή οἰκοδόμηση τοῦ θαύματος πού λέγεται ὄχι μόνο ἑλληνική ἀλλά καί ἀνθρώπινη ἐν γένει γλῶσσα.
Τό θαυμάσιο καί γοητευτικό ταξίδι στά πελάγη τῆς γλώσσας μας, πολύ πιό πέρα ἀπό τίς ἀμμουδιές τοῦ Ὁμήρου, τώρα μόλις ἀρχίζει. Ὥς πότε, δέσμιοι ἀσύγγνωστων προλήψεων καί προκαταλήψεων, θά καθυστεροῦμε νά ἀνοίξουμε πανιά;

Χρίστος Δάλκος

ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ

Φοίβος Σταυρίδης

Στα πολλά θλιβερά μαντάτα που ακούμε τον τελευταίο καιρό, στους πολλούς αποχαιρετισμούς σε πρόσωπα αγαπητά της δημόσιας ή της ιδιωτικής μας σφαίρας (σα να μην έφτανε το τέλος που τίθεται σε μια σειρά υλικές και άυλες παραδοχές της ζωής μας), ένα ακόμα φευγιό ήρθε να πάρει τη δική του θέση «στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου», όπως θα έλεγε κι ο αφηγητής στην «Αγέλαστο Πέτρα». Έφυγε από τη ζωή πριν από μόλις τρεις ημέρες, αδόκητα για όσους δεν είχαν νέα του τελευταία, ο Φοίβος Σταυρίδης, εξέχουσα φυσιογνωμία των κυπριακών γραμμάτων και πατέρας του εκλεκτού φίλου Χάρη Σταυρίδη. Μια καλπάζουσα ασθένεια, λένε τα νέα, του έκοψε με βιάση το νήμα της ζωής σε μια ηλικία που είχε ακόμα πολλά να προσφέρει σε όλα όσα αγαπούσε αυτός ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής, ο απλός, ευγενής και βαθύτατα πολιτισμένος, με όλη τη σημασία της λέξης. Αν όλη η Κύπρος, όπως και αν τη δει κανείς, είναι μια ατέλειωτη σμίξη αντιθέσεων (ενίοτε, ίσως, και αντιφάσεων), ο κύριος Φοίβος, όπως ακόμα και τώρα θέλω να τον σκέφτομαι και να τον φέρνω στο μυαλό μου, ήταν η εφαρμογή αυτού του κανόνα στην πιο γόνιμη, στην πιο γοητευτική του εκδοχή. Βαθύτατα Έλληνας στη συνείδησή του, αλλά ταυτόχρονα αφοσιωμένος λάτρης και μελετητής του γενεθλίου τόπου του, άνθρωπος που είχε προσωπική εμπειρία από την Εγγύς Ανατολή και την έφερνε πάντα με τρόπο όμορφο στην ψυχή του, συνδυάζοντάς την γόνιμα με τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό, θεράπων των θετικών επιστημών (φαρμακοποιός στις σπουδές και στο επάγγελμα) αλλά παντοτινός και ακαταπόνητος εραστής των γραμμάτων και των τεχνών, με αποτελεσματικότητα που θα ζήλευαν και οι πιο συστηματικοί φιλόλογοι, με μεράκι που θύμιζε ιστοριοδίφη του 19ου αιώνα, ο Φοίβος Σταυρίδης, τον οποίο πρωτοσυνάντησα μερικά χρόνια αφότου είχα γνωρίσει τον Χάρη, συνδέθηκε με μερικές ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα ταξίδια μου στην Κύπρο. Δεν ξεχνώ το τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας, δυο απανωτές χρονιές, στο απέριττο σπίτι του στη Λάρνακα, που περιλάμβανε εκλεκτές λιχουδιές της γης και της θάλασσας και τελείωνε πάντα υποχρεωτικά με χαλβά ανατολής, δυσεύρετο στα ελλαδίτικα μέρη μας, μοναδικό στην υφή και τη γεύση. Με πόση συγκίνηση, ένα από εκείνα τα Καθαροδεύτερα, μας είχε πάρει μετά το φαγητό και μας είχε πάει στη βιβλιοθήκη του και μας έβαλε να ακούσουμε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» στην πλήρη εκτέλεσή του (με όλες τις στροφές τραγουδισμένες από χορωδία), από δίσκο που είχε εξασφαλίσει μετά από μακρά έρευνα στην Αθήνα (πόσοι ξέρουμε άραγε την ύπαρξη αυτής ή κάποιας παρεμφερούς ηχογράφησης; και πόσοι την έχουμε στα σπίτια μας;). Βιώνοντας και ο ίδιος τον βαθύ δεσμό που υπόγεια ενώνει κάθε Κύπριο με το αθηναϊκό κέντρο του ελληνισμού (δυστυχώς τείνουμε να αντικρίζουμε αυτόν τον δεσμό ή να τον ανακαλούμε μόνο στις πιο ευτελείς εκδοχές του), διατηρούσε σπίτι στην Αθήνα, σε ένα ήσυχο δρομάκι των Εξαρχείων, και επισκεπτόταν τακτικά την πρωτεύουσα σε αναζήτηση πνευματικής τροφής στα θέατρα και στα βιβλιοπωλεία. Μετά από ένα τέτοιο ταξίδι του θυμάμαι τον φίλο Χάρη να μου εξομολογείται ότι ο πατέρας του είχε δακρύσει βλέποντας στον κινηματογράφο την «Αγέλαστο Πέτρα», που και νωρίτερα ανέφερα. Ο πόνος του για τις ρωγμές στην ψυχή του ελληνισμού ήταν ίδιος, είτε αντίκριζε τις γιγάντιες ρεκλάμες του “real estate” σχεδόν σε κάθε σπιθαμή της γενέθλιας γης του, είτε έβλεπε στην οθόνη την ισοπέδωση της μνήμης στην ιστορική Ελευσίνα. Διέθετε μια τεράστια συλλογή βιβλίων και λοιπού υλικού που αφορούσε την Κύπρο και τη λογοτεχνία της κι ακόμα περισσότερο την πόλη του τη Λάρνακα. Πέρα από το πλούσιο συγγραφικό του έργο είχε μια αξιοπρόσεκτη δραστηριότητα ως εκδότης/επιμελητής περιοδικών εκδόσεων και, τα τελευταία χρόνια, ως διαχειριστής ιστοσελίδων για θέματα της Κύπρου και ειδικότερα της Λάρνακας – μια ματιά σε αυτές δείχνει ότι ήταν δραστήριος στην ενημέρωσή τους μέχρι και λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό του. Τελευταία φορά τον είχα δει στην Αθήνα – τέλη του 2010 πρέπει να ήταν, στα εγκαίνια μιας έκθεσης στηριγμένης στο δικό του αρχείο, στον φιλόξενο χώρο του Σπιτιού της Κύπρου στην οδό Ηρακλείτου – δεν ξέρω αν αισθανόταν ήδη κοντά τα σημάδια του τέλους, γεγονός είναι ότι στη σύντομη κουβέντα μας έδειχνε να τον απασχολεί πολύ η τύχη της βιβλιοθήκης και του αρχείου του μετά το θάνατό του, μου εκμυστηρεύτηκε την αγωνία να περιέλθει αυτός ο θησαυρός σε χέρια που θα τον εκτιμήσουν και θα τον αξιοποιήσουν προς όφελος των ερευνητών του μέλλοντος.

Τα αλλόκοτα παιχνίδια της μοίρας θέλησαν να πληροφορηθώ το θάνατό του προχθές το βράδυ, την ώρα που η τηλεόραση μετέδιδε τον ποδοσφαιρικό αγώνα του ΑΠΟΕΛ ενάντια στη Λιόν. Ήταν μια βραδιά που κι εγώ και πολλοί άλλοι Ελλαδίτες νιώσαμε πολύ κοντά στη Μεγαλόνησο, που καρδιοχτυπήσαμε για αυτό το απίθανο συνονθύλευμα από απόκληρους του ελληνικού πρωταθλήματος και τριτοκλασάτους λατινοαμερικάνους που στα χέρια ενός επίσης απόκληρου από την Ελλάδα προπονητή έχουν γίνει μια ΟΜΑΔΑ-σιδηρογροθιά, που δίνει κάθε φορά, με πίστη και λεβεντιά ελληνικότατη, και την τελευταία ικμάδα της ψυχής και των σωματικών της δυνάμεων απέναντι σε εμφανώς ανώτερους αντιπάλους κι έχει καταφέρει να φτάσει εκεί από όπου ήδη έχουν αποκλειστεί ζάπλουτες ομάδες με πολλά τρόπαια στο ενεργητικό τους, κάνοντας πράξη το κυνήγι του (φαινομενικά) ανέφικτου και δίνοντας μια χαραμάδα ονείρου και πίστης στη χειμαζόμενη και γεμάτη έγνοιες πατρίδα. Η οδύνη για το χαμό ενός ανθρώπου όπως ο Φοίβος Σταυρίδης συνάντησε αναπάντεχα εκείνο το βράδυ ένα χαμόγελο πολύτιμο με ξεχωριστή συμβολική σημασία – ήταν ίσως ένας τρόπος κι αυτός να πουν η Κύπρος κι όλος ο ελληνισμός ένα τελευταίο ευχαριστήριο αντίο σε ένα αληθινά εκλεκτό τέκνο τους.

Χρήστος Αποστολόπουλος


Από το Ιστολόγιο Βλέποντας και γραφοντας, ९.३.२०१२

http://vlepontaskaigrafontas.blogspot.com/2012/03/blog-post_09.html

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

ΜΝΗΜΗ ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ

Φωτεινό παράδειγμα

Ο απρόσμενος θάνατος του Φοίβου Σταυρίδη (1938-2012) στερεί τη Λάρνακα, την Κύπρο και όλον τον ελληνισμό από έναν από τους σημαντικότερους, ανιδιοτελέστερους και ευεργετικότερους λογίους και πνευματικούς της ανθρώπους.
Επί δεκαετίες ολόκληρες «ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτέρευε» και διημέρευε για το καλό των συμπολιτών του και τη γνώση και απόλαυση όσων τον συντρόφευαν στο φιλολογικό του στέκι, ολιγογράφος αλλά καίρια ευαίσθητος και πυκνά δραστικός ποιητής, λιτός μα οξυδερκής και στερεότατος κριτικός, εκδότης λογοτεχνικών και αυτοβιογραφικών έργων σημαντικών μορφών του κυπριακού ελληνισμού, και θεμελιωτής και συνεκδότης μοναδικών και πάντα ανώτατου επιπέδου λογοτεχνικών και φιλολογικών περιοδικών, άφθαστος βιβλόφιλος και συλλέκτης, εργατικότατος και ακούραστος βιβλιογράφος μέσα και έξω από την Κύπρο, οργανωτής της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου και πολλών φορέων και εκδηλώσεων τεχνών και πολιτισμού στην πατρίδα του, την ιδιαίτερη και την ευρύτερη, με μια φράση αγαθό και πάντα αγαθοεργό «πνεύμα του τόπου» του (genius loci), ξεχώριζε πάντοτε και για τα σπανιότατα ανθρώπινα χαρίσματά του: την αταλάντευτη πίστη στη δημοκρατία, τον αστόμωτο ζήλο για την ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και την πρόοδο της Κύπρου, τη θερμή συμπαράσταση στους φίλους του και την πρόθυμη στράτευση σε κάθε δίκαιη υπόθεση, τη φιλόξενη ανοιχτοχεριά, την ευγένεια των γραπτών, του λόγου και των τρόπων, την προσήνεια μα και το λεπτό όσο και καυστικό κάποτε χιούμορ, το απροσποίητο χαμόγελο και τα σπινθηροβόλα έξυπνα μάτια πίσω από τα αχώριστα γυαλιά του.
Ευτύχησε να τον συντροφεύει μια από τις πιο αφοσιωμένες και καλόψυχες συντρόφους, ευτύχησε να δει τα παιδιά του να αναδεικνύονται κορυφές στους τομείς των επιστημών και των γραμμάτων που διάλεξαν τιμώντας και το δικό του παράδειγμα, ευτύχησε ακόμη και να ακούσει το ωραίο μικρό του όνομα να δίνεται ως σφραγίδα δωρεάς σε εγγόνια του. «Πλήρη ημερών» θα τον λέγαμε, λοιπόν, αν δεν ήταν ακόμα τόσο νέος ψυχικά και πνευματικά και αν δεν είχε να δώσει κι άλλα, πάρα πολλά μέσω της ανεξάντλητης ζωτικής του ορμής.
Ύστερα από τον θάνατο του Θεοδόση Νικολάου και του Γιάννη Κατσούρη μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια, το ζωντανό, και αμώραντο ακόμα, άλας στην Κύπρο μειώνεται ακόμη πιο πολύ. Αλλά τέτοιοι θάνατοι δεν είναι μόνο μεγάλες και οδυνηρές απώλειες. Όσο θα μένει ζωντανή η μνήμη του Φοίβου Σταυρίδη και όσο το παράδειγμα της δικής του δουλειάς και προσφοράς θα μένει φωτεινό, «λύχνος φωτίζων το παρόν και το μέλλον», τότε θα δικαιούμαστε να λέμε γι’ αυτόν όσα έγραψε κι ο καβαφικός Αχαιός για τους αγωνιστές του ημικατεχόμενου ελληνισμού του καιρού του:
Όταν θα θέλουν οι Κύπριοι να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει ο τόπος μας» θα λένε
για σε. Έτσι θαυμάσιος θα ’ναι ο έπαινός σου.–


Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Γιώργος Κεχαγιόγλου



Υπόδειγμα ήθους

Δεν είναι σχήμα λόγου ούτε υπερβολή να πούμε ότι η Κύπρος είναι πια πολύ φτωχή σε πνευματικούς ανθρώπους, από τη στιγμή που έφυγαν και ο Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004), ο Γιάννης Κατσούρης (1935-2010) και ο Φοίβος Σταυρίδης (1938-2012). Διερωτώμαι αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κανένας από τους τρεις ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών δεν έχει τιμηθεί με το αντίστοιχο «Αριστείο» της κυπριακής πολιτείας. Μήπως γιατί αυτοί δεν είχαν διαπρέψει στις κοινωνικές σχέσεις;
Αναγνωρίζουμε ότι ο Φοίβος Σταυρίδης ήταν και παραμένει αξιόλογος ποιητής, ερασιτέχνης φιλόλογος («ερασιτέχνης» με την αρχική σημασία του όρου), δεινός βιβλιόφιλος και συλλέκτης, ενημερωμένος λόγιος και βιβλιογράφος, αφοσιωμένος ερευνητής και μελετητής, εύστοχος κριτικός και προσεχτικός αναγνώστης, απαιτητικός εκδότης περιοδικών, κτλ. Όλα αυτά, όμως, αποκτούσαν νόημα και σχήμα, καθώς συνενώνονταν στο πρόσωπο ενός γλυκομίλητου, ευαίσθητου, διακριτικού αλλά και παθιασμένου ανθρώπου, που ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει κάθε νέο ερευνητή, που διψούσε να αναδείξει την κυπριακή γραμματεία και, το σημαντικότερο, που μας πρόσφερε απλόχερα μαθήματα ήθους, ανιδιοτέλειας και αξιοπρέπειας.
Ο Φοίβος Σταυρίδης εμφανίστηκε επίσημα στα γράμματα το 1972 με την ποιητική συλλογή Ποιήματα, για να ακολουθήσουν άλλες δυο ποιητικές συλλογές του στα επόμενα είκοσι χρόνια: Απομυθοποίηση (1978), Τρίτο πρόσωπο (1992). «Γαλήνια οικονομημένο ξεκαθάρισμα ωριμότητας» χαρακτήρισε ο Γ. Π. Σαββίδης το τελευταίο βιβλίο. Βέβαια, ο «λογιότατος φαρμακοποιός» είχε διευρύνει τα ενδιαφέροντά του κατά τη δεκαετία του 1980, όταν εξέδωσε το καλό περιοδικό Ο Κύκλος (1980-1986), με το οποίο απέβλεπε να προαγάγει κυρίως την έρευνα και τη μελέτη γύρω από θέματα του κυπριακού χώρου. Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος υπήρξε ο εμπνευστής και ενορχηστρωτής ενός δεύτερου φιλολογικού περιοδικού (Μικρο-φιλολογικά, 1997 κ.ε.).
Δεν υπάρχει εδώ περιθώριο να αναφερθούμε σε βασικά δημοσιεύματα του Φοίβου Σταυρίδη. Όμως αξίζει να μνημονευθούν τρεις τουλάχιστον ερευνητικές εργασίες του: το Ημερολόγιον του βίου μου του Σάββα Τσερκεζή (1988, 2007), η ογκωδέστατη Βιβλιογραφία κυπριακής λαϊκής ποίησης (2002), αλλά και η πολύ μεγάλη συμβολή του στην κατάρτιση της Βιβλιογραφίας κυπριακής λογοτεχνίας (2001).
Είναι πολύ δύσκολο να σκιαγραφηθούν μέσα σε λίγες αράδες το πρόσωπο και η ευγενική φυσιογνωμία ενός ξεχωριστού πνευματικού ανθρώπου, που συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Παντελή Μηχανικό και με τον Θεοδόση Νικολάου. Επανειλημμένα μιλούσε για το μεγάλο κενό που του άφησε η απουσία και των δύο· πολλές φορές έλεγε ότι του ήταν πολύ επώδυνο να αγγίξει τα χαρτιά τους, τις επιστολές ή άλλα ιδιόχειρα κείμενά τους, τα οποία φύλαγε με αγάπη και ευλάβεια στο αρχείο του.
Από το φιλολογικό στέκι του Φοίβου Σταυρίδη έχουν περάσει δεκάδες και εκατοντάδες συγγραφείς, νέοι ερευνητές, καταξιωμένοι μελετητές και πανεπιστημιακοί, όπως οι Γ. Π. Σαββίδης, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Κεχαγιόγλου κ.ά. Ο καθένας έχει να πει τα καλύτερα λόγια για το ήθος και την ευγένεια του φιλόξενου οικοδεσπότη, για τη σεμνή και διακριτική παρουσία της συντρόφου του.
Τους τελευταίους μήνες, ακόμα και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ο Φοίβος Σταυρίδης είχε μια μεγάλη έγνοια· να αφήσει κάπου το αρχείο και την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του, ώστε να είναι προσιτά σε κάθε ερευνητή. Αφού χτύπησε διάφορες πόρτες χωρίς να εισακουστεί, τελικά ο Δήμος Λάρνακας ανέλαβε να οργανώσει ένα λειτουργικό Ίδρυμα Φοίβου Σταυρίδη στη γενέθλια πόλη του συγγραφέα. Ευχόμαστε η προσπάθεια αυτή να ευοδωθεί.
Ας κλείσουμε τη σύντομη αυτή αναφορά στον Φοίβο Σταυρίδη με το ποίημά του «Ακροτελεύτιο», με το οποίο ολοκληρώνεται η τρίτη και τελευταία συλλογή του. Θα έλεγε κανείς ότι με το ευσύνοπτο αυτό ποίημα προμηνύεται ή σφραγίζεται, ανάμεσα σ’ άλλα, η ποιητική σιωπή της τελευταίας εικοσαετίας:
«Ολοένα λιγοστεύουν οι στίχοι / όπως οι επιθυμίες / όπως τα όνειρα / όπως κι οι μέρες μας / με κάθε χτύπο της καρδιάς».

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΛΑΝΟ

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α.Χ. ΓΑΛΑΝΟΥ
«ΟΥΑΙ ΔΙ’ ΟΥ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ»*

Η Δέσποινα Κωνσταντίνου (βλ. περιοδ. Άνευ, τεύχ. 36, Άνοιξη 2010, σ. 27) πληροφορεί για ένα θεατρικό έργο Αδάμου Χρ. Γαλανού με τίτλο «Τιμητική εκδίκησις», με τη σημείωση ότι λανθάνει, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει την πηγή απ’ όπου αντλεί την πληροφορία της. Είμαι πεπεισμένος ότι το έργο «Τιμητική εκδίκησις» (1931) [βλ. Μ.Π. Μουστερή, Χρονολογική ιστορία του Κυπριακού Θεάτρου, Λεμεσός 1988, σ. 96· Γ. Κατσούρη, Το θέατρο στην Κύπρο, Α΄ (1860-1939), Λευκωσία 2005, σσ. 236 και 288] είναι ο τίτλος με τον οποίο κυκλοφορούσε χειρόγραφα και παιζόταν το έργο του Γαλανού «Ουαί δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται», προτού αυτό εκδοθεί σε βιβλίο (1934) και πάρει τον οριστικό πλέον τίτλο του. Η εκδίκηση είναι «τιμητική», γιατί αναφέρεται στην τιμή της οικογένειας της Παγώνας (αλλού Πεζούνας), την οποία πρόσβαλε ο Ζαγλούλ Αγάς. Η «Τιμητική εκδίκησις» ανεβάστηκε στην Ξυλοφάγου το 1931 (βλ. Κατσούρη, ό.π., σ. 238). Το έργο αυτό, που αποτελεί προφορική παραλλαγή του έργου «Ουαί δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται», διασώθηκε από τον ποιητάρη Α. Π. Μαππούρα σε χειρόγραφη μορφή, με τίτλο «Τραγούδι της Παγώνας και του Ζαγρούλ Αγά», και είναι έτοιμο προς έκδοση «εν καιρώ». Η υπόθεση του έργου διασώθηκε και σε δυο εν πολλοίς διαφορετικές παραδόσεις από την Ξυλοφάγου και είναι δημοσιευμένες η μια στου Π. Ευαγγέλου, Η ιστορία του χωριού μου της Ξυλοφάγου 1700-1985, [Λευκωσία 1985], σσ. 73-74 [= Ο φόνος του Τζιγκούλ Αγά (Cigul Aga)], και η άλλη στου Α. Π. Πολυδώρου, Η Ξυλοφάγου, Λευκωσία 1989, σσ. 15-17 [= Ο Τζιηγκούλ Αγάς και η οικογένεια του Δήμητρου και της Πεζούνας].

*Τα πιο πάνω ανακοίνωσα προφορικά κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Επ. Π. Ευθυμιάδη, «Ο Φαρμακοποιός και ο χωριάτης», στις 20.1.2012

Κ. Γ. Γιαγκουλλής

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Για ένα θεατρικό έργο του Α. Χ. Γαλανού

Λευκωσία, 14.10.2011
Αγαπητά Μικροφιλολογικά,

Σημειώνω κάποιες παρατηρήσεις στο κείμενο του Λεωνίδα Γαλάζη στα Μικροφιλολογικά (τχ. 30, 2011, σσ. 41-44), σχετικά με το θεατρικό έργο Ουαί δι’ ού το σκάνδαλον έρχεται (1934) του Α. Χ. Γαλανού.
Στο τέλος του κειμένου του ο Λ. Γαλάζης, αναφερόμενος στα φιλολογικά και θεατρολογικά ζητήματα που προκύπτουν από την πρώτη ανάγνωση του δράματος, σημειώνει ότι «ένα πρώτο ζήτημα αφορά την πηγή από την οποία αντλεί ο συγγραφέας την υπόθεση του δράματος» και διερωτάται «μήπως αυτή είναι μια προφορική μαρτυρία από γέροντες της εποχής για πραγματικό περιστατικό της ύστερης τουρκοκρατίας ή ένα ποιητάρικο ή άλλου είδους κείμενο».
Επί του ερωτήματος απαντώ χωρίς δισταγμό ότι η υπόθεση του δράματος βασίζεται σε πραγματικό γεγονός της ύστερης τουρκοκρατίας στο χωριό Ξυλοφάγου (επαρχία Λάρνακας). Όταν υπηρετούσα ως διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού αυτού κατά τα σχολικά έτη 1967-1969, άκουσα μια προφορική μαρτυρία για το γεγονός αυτό, όπως το έχει διασώσει η λαϊκή παράδοση, έστω και αν τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας διατηρήθηκαν στη λαϊκή μνήμη ελαφρώς διαφοροποιημένα: Ο Ζαγλούλ αγάς αναφέρεται ως Τζηγκούλ ή Ζηγκούλ αγάς, ο Μήτσιος ως Δήμητρος και η Παγώνα ως Πεζούνα.
Η οικογένεια του Δήμητρου, μετά τον φόνο του Τζηγκούλ αγά, κατόρθωσε με τη βοήθεια ενός προξενείου στη Λάρνακα να διαφύγει στο εξωτερικό. Ένα μόνο παιδί, ο Γεώργιος, επέστρεψε στην Κύπρο και ύστερα από κάποιες περιπέτειες με τις οθωμανικές αρχές νυμφεύθηκε τη Χριστίνα, την κόρη του Χατζημυτέλλα, προύχοντα της Ξυλοφάγου, αποκτώντας απογόνους.
Τις πληροφορίες για το περιστατικό και την πορεία της οικογένειας του Δήμητρου και της Πεζούνας τις έχω καταγράψει στο βιβλίο μου Η Ξυλοφάγου (Λευκωσία 1989, σσ. 15-17), όπως μου τις διηγήθηκαν κάτοικοι του χωριού.
Πρόσφατα οι Κυριάκος Εγγλέζος και Ηλίας Σπύρου, από την ίδια κοινότητα, με πληροφόρησαν ότι ο Δημήτρης (ή Δήμητρος) ήταν γραμμένος ως φορολογούμενος το 1925. Ανέτρεξα στα Κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, όπου είναι καταγραμμένα τα ονόματα των φορολογούμενων χριστιανών, και βρήκα στο Κατάστιχο υπ’ αριθμ. VI22, ανάμεσα σε άλλους φορολογουμένους της Ξυλοφάγου, και το όνομα του Δημήτρη. Η μαρτυρία αυτή μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε την περίοδο κατά την οποία έγινε ο φόνος του Τζηγκούλ αγά, που δεν πρέπει να ήταν πριν από το 1825.

Με εκτίμηση,
Α. Π. Πολυδώρου.

Η ταυτότητα των Κυπρίων

Η ταυτότητα των Κυπρίων
ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
Ιδεολογία, γλώσσα και ταυτότητα
Του Στέφανου Κωνσταντινίδη


Η αγγλική αποικιοκρατία αντιμετώπισε με καχυποψία την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Κυπρίων και προσπάθησε να εισαγάγει στη θέση της ελληνικότητας μια διαφορετική ιδεολογία, αυτή του κυπριωτισμού. Η ιδεολογία αυτή καλλιεργήθηκε από πολύ νωρίς μέσα από την αγγλόφωνη εκπαίδευση, την προσπάθεια ελέγχου γενικότερα της εκπαίδευσης και τη συνεργασία με ορισμένα στοιχεία της μεταπρατικής κυπριακής αστικής τάξης. Οι προσπάθειες αυτές της αγγλικής αποικιοκρατίας εντάθηκαν μετά την εξέγερση του 1931 και ειδικά από τον Βρετανό κυβερνήτη Sir Ronald Storrs. Όπως έγραψε ο κομμουνιστής ηγέτης Πλουτής Σέρβας «βασικός του στόχος ήταν να δώσει σάρκα και οστά στο παλιό όνειρο των αποικιοκρατών, να απομακρύνει τους Κυπρίους από τον ελληνικό εθνισμό». Ο Σέρβας τονίζει επίσης πως οι ψευδαισθήσεις αυτές των Βρετανών προέρχονταν και «από τις στάσεις που παρουσίαζε η άρχουσα τάξη και τις κολακείες με τις οποίες περιέβαλλαν τον Storrs στα αστικά σαλόνια». Η προσπάθεια της βρετανικής αποικιοκρατίας απέτυχε αλλά ο κυπριωτισμός ως ιδεολογία έκανε ξανά την εμφάνισή του με την ανεξαρτησία και ιδίως μέσα στο κλίμα της καταστροφής του 1974. Η νεοκυπριακή ιδεολογία αν και υποχώρησε στις δεκαετίες που ακολούθησαν, υποβόσκει ακόμη και σήμερα. Κάποιοι διανοούμενοι από τον ελλαδικό χώρο την έχουν κατ’ επανάληψη υποδαυλίσει και έδωσαν στήριξη στα νεοκυπριακά στοιχεία. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των Αντώνη Λιάκου, Νίκου Μουζέλη, Άννας Φραγκουδάκη και άλλων. Στόχος του νεοκυπριωτισμού είναι η δημιουργία κυπριακής ταυτότητας αποκομμένης από την ελληνικότητα, με την ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε σε λύση του Κυπριακού και συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους. Για τον σκοπό αυτό κάποιοι προσπάθησαν να αναβαθμίσουν και την κυπριακή διάλεκτο σε γλώσσα. Στις μέρες μας η νεοκυπριακή ιδεολογία συντηρείται από στοιχεία της μεταπρατικής αστικής τάξης και νεοφιλελεύθερους διανοουμένους μερικοί από τους οποίους έχουν μάλιστα θητεύσει και στην Αριστερά. Στον ελλαδικό χώρο οι θεωρητικοί του νεοκυπριωτισμού προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον χώρο του σημιτικού «εκσυγχρονισμού». Η ταυτότητα όμως ενός λαού είναι το αποτέλεσμα μακρόχρονων κοινωνικών διεργασιών και δεν διαμορφώνεται εργαστηριακά σε κάποιο θερμοκήπιο.
Εξάλλου η κυπριακότητα, μια μορφή κυπριακής ιδιαιτερότητας, δεν είναι τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι η κρητικότητα, η ηπειρωτικότητα και οποιαδήποτε άλλη ελληνική τοπικότητα. Η δε κυπριακή διάλεκτος είναι μια από τις πολλαπλές ελληνικές διαλέκτους και όπως και όλες οι άλλες, τείνει να εξαφανιστεί με την ομοιογενοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Είναι όμως θεμιτή και η χρήση και η μελέτη της. Δεν απειλεί την ελληνικότητα, τη συμπληρώνει. Εκείνο που δεν είναι θεμιτό είναι η ιδεολογική της χρήση. Άλλωστε μετά τον Βασίλη Μιχαηλίδη οι περισσότεροι που την χρησιμοποίησαν στη λογοτεχνική τους παραγωγή, ακόμη και ο ίδιος ο Λιπέρτης, χρησιμοποιούν ουσιαστικά μια τεχνητή κυπριακή διάλεκτο. Οι μόνοι που χρησιμοποιούν ως ένα σημείο τη ζωντανή κυπριακή διάλεκτο είναι οι ποιητάρηδες της εποχής της Αγγλοκρατίας.
Τέλος η εκστρατεία που ξεκίνησε με αφορμή την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας των Γιώργου Κεχαγιόγλου και Λευτέρη Παπαλεοντίου και που απαξιώνει τον όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία» και κατ’ επέκταση παρόμοιους όρους όπως «Κυπριακή Ιστορία» και άλλα παραπλήσια ως υπόσκαψη της ελληνικότητας, είναι μια αντίληψη χωρίς επιστημολογικό υπόβαθρο. Εδώ αναφέρομαι μόνο στον όρο αυτό και όχι αξιολογικά στο όλον έργο. Και ο όρος Κυπριακή Λογοτεχνία τίποτε δεν αφαιρεί από την ελληνικότητα της λογοτεχνίας αυτής όπως τίποτε δεν αφαιρέθηκε από την ελληνικότητα της ποίησης του Σολωμού επειδή κατατάχτηκε στην Επτανησιακή Σχολή ή από αυτήν του Καβάφη επειδή ανήκε στην Αλεξανδρινή Λογοτεχνία. Άλλωστε το επιμέρους -Κυπριακή, Αλεξανδρινή κ.λπ.- δεν αντιμάχεται το ευρύτερο που είναι η Νεοελληνική Λογοτεχνία στην όποια ανήκουν και ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Ούτε είναι σοβαρό να λέγεται -δεν έχει επιστημολογική νομιμοποίηση- ότι ο όρος Κυπριακή Λογοτεχνία είναι ιδεολογική κατασκευή. Προσβάλλει τη νοημοσύνη και τον πατριωτισμό των πιο σημαντικών κυπρίων δημιουργών που χρησιμοποιούν τον όρο αυτό και τη μνήμη αυτών που δεν ζούνε πια και που επίσης τον χρησιμοποιούσαν χωρίς να απαξιώνουν το ελληνικό υπόβαθρό του.

*Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ε-mail stephanos.constantinides@gmail.com

ΠΗΓΗ : Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 04/03/2012