Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Κυπριακή ιδιωματική ποίηση


Για τους διαλεκτικούς μας ποιητές της Αγγλοκρατίας, τη διάλεκτο και την “Κυπριακή Λογοτεχνία”

ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ
ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

[TO KEIMENO ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΛΩΤΟΦΑΓΟΙ» (http://antonispetrides.wordpress.com]

To κείμενο αυτό θα περιστραφεί γύρω από τους τρεις κορυφαίους Κυπρίους ποιητές του ύστερου 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Λιπέρτη και τον Παύλο Λιασίδη. Λέω «γύρω» από τους ποιητές αυτούς, γιατί αντί ενός βαρετού γραμματολογικού σχεδιάσματος γεμάτου τίτλους και ημερομηνίες και αντί για φιλολογικές αναλύσεις ποιημάτων που σίγουρα θα εκτιμηθούν περισσότερο αν ακουστούν χωρίς σχολαστικές επιβαρύνσεις, θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο: να αναπτύξω κάποιες γενικότερες σκέψεις, αφενός για τη θέση των ποιητών μας στο πλαίσιο αυτό που ονομάζουμε, συμβατικά και χρηστικά, «Κυπριακή Λογοτεχνία», αφετέρου για τον ρόλο της διαλέκτου την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας. Αν οι σκέψεις μου αυτές σας φανούν σκόρπιες, συγχωρέστε με: πέρα από τη δική μου αδυναμία, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι τα ερωτήματα που θα αγγίξω είναι τα ίδια ακόμη ανοικτά (ή σκόρπια!).

Οι τρεις αυτοί ποιητές, Μιχαηλίδης, Λιπέρτης και Λιασίδης, είναι κατά μία έννοια οι κατεξοχήν «Κύπριοι» ποιητές. Ό,τι ποιοτικότερο και ό,τι διαχρονικότερο έγραψαν γράφτηκε στο τοπικό κυπριακό ιδίωμα — στην περίπτωση του Λιπέρτη, μάλιστα, σε μια γλωσσική μορφή που φαίνεται να αποτελεί αμάλγαμα λεξιλογικών στοιχείων από διάφορες περιοχές του νησιού. Επίσης, σε αντίθεση με νεώτερους ομοτέχνους τους, όπως ο Μόντης, ο Μηχανικός και ο Χαραλαμπίδης, οι τρεις αυτοί ποιητές μας δεν έλαβαν ποτέ την αναγνώριση που ίσως τους άξιζε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ή τουλάχιστον δεν πέρασαν στις «επίσημες» ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας — πολλές φορές ούτε καν ως υποσημείωση — παρά το γεγονός ότι μέρος, αν μη τι άλλο, του έργου του Μιχαηλίδη και του Λιπέρτη είναι εφάμιλλο, αν όχι κατά παρασάγγες ανώτερο, του έργου άλλων ομοειδών Ελλήνων ποιητών του 19ου αιώνα και του 20ου αιώνα.

Ομολογουμένως ποιήματα θεωρούμενα «εθνικιστικά», όπως το «Καρτερούμεν Μέραν Νύχταν» ή η «9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου», είναι πια ξένα προς την κοινή σύγχρονη νεοελληνική αισθητική, όσο κι αν διεγείρουν τους Έλληνες Κυπρίους (τουλάχιστον κάποιους από αυτούς) ή όσο κι αν οι φιλόλογοι επιχειρούν ενίοτε, σχεδόν απεγνωσμένα, ενδεχομένως ακόμη και υποσυνείδητα, να τα ευθυγραμμίσουν με σύγχρονα ιδεολογήματα, εντοπίζοντας, π.χ., την ουσία τους εμμέσως πλην σαφώς στη διάκριση μεταξύ του κακού «Τούρκου» Μουσελλίμη και του καλού «Τουρκοκύπριου» Κκιόρογλου: η διάκριση μεταξύ των δύο στην 9η Ιουλίου είναι προφανής, αλλά είναι διάκριση ανθρωπιάς και ανατροφής («με καλόν γάλαν είσαι βυζασμένος»), όχι καταγωγής — και σίγουρα δεν είναι διάκριση μεταξύ «των δικών μας» και των «άλλων» Τούρκων.

Άλλα ποιήματα, όπως η «Χιώτισσα», είναι επίσης εκτεθειμένα σε φεμινιστικές και μεταμοντέρνες αποδομήσεις: θα μπορούσε, π.χ., να ειπωθεί από όσους προσεγγίζουν τη λογοτεχνία από τη σκοπιά της φεμινιστικής θεωρίας ή του Derrida ότι πίσω από το προσωπείο της ανθρώπινης ιστορίας υποκρύπτονται διάφορα «φαλλογοκεντρικά» λεγόμενα discourses περί της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας ως φυσικών οντοτήτων, που πολλούς πλέον ενοχλούν.

Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι εν πολλοίς ιστορία του γούστου και των συρμών. Ερωτικά αριστουργήματα, πάντως, όπως η «Ανεράδα» του Μιχαηλίδη, η «Αππωμένη», «Το αερούδιν» και το «Βούττημαν Ήλιου» του Λιπέρτη, καθώς και συμπαθητικά ‘κωμειδύλλια’ όπως η «Γιαλλούρα» ή δηκτικές σάτιρες όπως οι «Καλοήροι» και το «Επήρεν πάνω του πολλά» και πάλι του τελευταίου ή τα «μυλλωμένα» του πρώτου, θα άξιζαν σίγουρα καλύτερη τύχη και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους.

Οι συγγραφείς της πιο πρόσφατης Ιστορίας της Κυπριακής Λογοτεχνίας, Γιώργος Κεχαγιόγλου και Λευτέρης Παπαλεοντίου (Λευκωσία 2010: Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, LI), αποδίδουν τη μερική έστω έκλειψη των ποιητών αυτών στο φράγμα του ιδιώματος (αυτή ήταν κάποτε και η ερμηνεία του Παλαμά, ο οποίος κατά τα άλλα είχε εκφραστεί μάλλον θετικά για τον Δημήτρη Λιπέρτη) ή/και στην απουσία κατάλληλων κριτικών και χρηστικών εκδόσεων. Το πρώτο βεβαίως ισχύει, αλλά μόνο εν μέρει: η κρητική διάλεκτος δεν αποτέλεσε ανάλογο εμπόδιο. Το δεύτερο αποτελεί μάλλον την αισιόδοξη προσέγγιση στο ζήτημα (οι εκδόσεις που ελλείπουν μπορούν πάντοτε να ετοιμαστούν!).

Η πραγματικότητα είναι ίσως λιγότερο καθησυχαστική. Ο Παλαμάς εκτιμά τον Λιπέρτη, αλλά στο κείμενο με το οποίο προλογίζει τον δεύτερο τόμο των Τζυπριώτικων Τραουθκιών παρατηρεί ταυτόχρονα, ευγενικά αλλά δηκτικά, ότι ο ποιητής αυτός φαίνεται να αγνοεί το πώς εξελίσσεται η ελληνική ποίηση την εποχή στην οποία γράφει. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ανεξαρτήτως ποιότητας, εξαιτίας της απομόνωσης της Κύπρου — απομόνωσης γεωγραφικής, πολιτικής, αλλά και παιδευτικής σε μεγάλο βαθμό — οι Κύπριοι ποιητές παρέμειναν πάντοτε ποιητές της περιφέρειας, που δεν επηρέασαν την εξέλιξη της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν δημιούργησαν (παρά μόνο ακολούθησαν) λογοτεχνικά ρεύματα (και μάλιστα με καθυστέρηση πολλές φορές) και δεν κατάφεραν να συγκινήσουν το εθνικό κέντρο παρά μόνο περιστασιακά.

Προσέξτε τι λόγια αποδίδει ο Μιχαηλίδης στον Τούρκο πασά στην 9η Ιουλίου. Ο χαρακτήρας μυκτηρίζει την αδυναμία των Κυπρίων να επαναστατήσουν, αλλά τα όσα λέει μπορούν να διαβαστούν κόντρα, και ανατρεπτικά, και ως πρώιμη διατύπωση του αξιώματος που μας πληγώνει: η Κύπρος ήταν ανέκαθεν μακριά.
Κανέναν φόον εν έχω από τους Τζιυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρτζιά ‘ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά, π’ ακούονται τζι’ οι σιύλλ’ αντάν να λάξουν,
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
τζι’ ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι-σφάξουν.
Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πης καράβκια; εν έχουν, εν του αλέτριού αθρώποι.
Με τούτα ούλλα δεν μπορούν να κάμουσιν χαΐριν
[…].
Δα κάτω τούτοι εν πολλά, πολλά ξωμακρυσμένοι,
περνούν μηνάδες τζι’ εν έχουν χαπάριν που τα ξένα
τζιαι θέμι εν που την Τουρτζιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ’ εν σαν τ’ αρνιά πων χώρκα μαντρισμένα.

Ακόμη και σε περιόδους αναβράζοντος εθνικισμού, η Κύπρος και η πνευματική της παραγωγή ουσιαστικά απουσιάζουν από την ελλαδική παιδεία, παραμένει μακρινή. Η απουσία της υπήρξε εντονότερη από το 1960 και εξής και ιδιαίτερα από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν, προφανώς για λόγους που έχουν να κάνουν με την υπόρρητη πεποίθηση ότι η «κυπριακή λογοτεχνία» είναι αποκλειστική υπόθεση πια του κυπριακού κράτους.

Το τελευταίο βέβαια αντιμετώπισε και εν μέρει αντιμετωπίζει ακόμη το όλο ζήτημα μάλλον αμήχανα. Η αμηχανία του κυπριακού κράτους σχετίζεται μεταξύ άλλων και με την όλη συζήτηση για το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει τελικά «Κυπριακή Λογοτεχνία» (αν είναι δόκιμες γενικά ή όχι οι «Κυπριακές Σπουδές») ως αυτόνομο και αυτάξιο αντικείμενο μελέτης. Οι απόψεις ποικίλλουν και υποστηρίζονται με πάθος ένθεν και ένθεν, διότι το ζήτημα, αναπόφευκτα, εμπλέκεται στις συζητήσεις περί «κυπριακής ταυτότητας» και περιπλέκεται εξαιτίας αυτών.

Οι συνηθέστερες τοποθετήσεις επί του ζητήματος είναι τέσσερις και είναι όλες τους χαρακτηριστικές:
(α) η απόλυτη άρνηση, κυρίως τη δεκαετία του 1930, της ύπαρξης «Κυπριακής Λογοτεχνίας» (π.χ. από τον Νίκο Κρανιδιώτη, τον Α. Παστελλά και το σημαντικό περιοδικό Κυπριακά Γράμματα, που αντιμετώπιζε εν τέλει με σκεπτικισμό ακόμη και τη λογοτεχνική παραγωγή σε κυπριακή διάλεκτο). Οι λόγοι σχετίζονταν σαφώς με το αίτημα της Ένωσης και αποτελούσαν αντίδραση στις σπασμωδικές (εκ των υστέρων), αλλά τότε ιδιαιτέρως ενοχλητικές απόπειρες της αποικιοκρατικής διοίκησης μετά τα Οκτωβριανά να προβάλει τον «κυπριωτισμό»·

(β) η συμβιβαστική, αλλά όπως σωστά επισημαίνουν οι Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου, πρωτοφανής τάση (δεν εφαρμόζεται για καμιά άλλη λογοτεχνία παγκοσμίως) να μιλάμε όχι για «Κυπριακή Λογοτεχνία», αλλά για «Κυπριακές Λογοτεχνίες» εξισώνοντας την κυρίαρχη μορφή λογοτεχνικής έκφρασης, την ελληνόγλωσση, με τις «μειονοτικές» λογοτεχνίες του νησιού (M. Kappler, βλ. εδώ, όπου αναδημοσιεύονται και άλλες συμβολές από το αφιέρωμα στην κυπριακή λογοτεχνία του περιοδικού Hellenic Studies)·

(γ) η πιο αμφιλεγόμενη, «νεοκυπριακή» τάση να συμψηφίζονται οι λογοτεχνίες που γράφονται στις γλώσσες των διαφόρων εθνοτικών ομάδων του νησιού (κυρίως των Ελλήνων και των Τούρκων) ως παραφυάδες ενός κοινού «κυπριακού» κορμού· και τέλος:

(δ) η πρακτικότερη τάση, που αρνείται «να χαρίσει, να μοιραστεί ή να διαπραγματευτεί» τον καθιερωμένο όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία» με τους όρους που θέτουν οι τάσεις (β) και (γ), αρνείται όμως επίσης και να αποκηρύξει ως επιστημολογικά αδόκιμη ή πολιτικά ύποπτη την ενασχόληση με την Κυπριακή Λογοτεχνία και επιμένει να εκμεταλλεύεται τον όρο ως χρήσιμο συντόμι για την απόδοση των ιδιαιτεροτήτων, ακόμη και των «αποκλίσεων», της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού από τον 12ο αιώνα και εξής (βλ. Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου 2010, 14· Κεχαγιόγλου, περιοδικό Άνευ 10, 2003· Σάββας Παύλου, «Μικροφιλολογικά 4: Σημειώσεις για την κυπριακή λογοτεχνία»).

Η πρώτη, η λεγόμενη «εθνικιστική» τάση, η υποψία πως οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα του τόπου, συμπεριλαμβανομένης της διαλεκτικής λογοτεχνίας του, αντιφάσκει με τον στόχο της εθνικής ολοκλήρωσης, είναι βεβαίως γόνος της εποχής της και μάλιστα μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Ως εκ τούτου συχνά απαξιώνεται. Παρά ταύτα, αν παραβλέψει κανείς την εθνεγερτική φόρτιση, που συγκινεί αλλά όντως δεν έχει θέση στην ιστορική επιστήμη, οι αντιρρήσεις σημαντικών λογίων όπως ο Κρανιδιώτης και ο Παστελλάς θέτουν ένα ερώτημα επιστημολογικώς καίριο σήμερα: θα μπορούσε άραγε κανείς να συλλάβει την έννοια Κυπριακή Λογοτεχνία πριν το 1960 (ή έστω πριν το 1930), παρά τα όποια, μάλλον αμέθοδα, προανακρούσματα στη χρήση του όρου, ή μήπως η έννοια αυτή αποτελεί αναδρομική προβολή της όψιμης (και κολοβής) πολιτικής ανεξαρτησίας της Κύπρου στο επίπεδο της γραμματολογίας; Με άλλα λόγια: αν υπάρχει συνειδητή και συνειδητοποιημένη Κυπριακή Λογοτεχνία, πότε πράγματι ξεκινά;

Η αντίρροπη «νεοκυπριακή» θεωρία είναι σήμερα όλο και περισσότερο του συρμού και πάλι λόγω των συγκυριών. Οι υποστηρικτές της βέβαια περισσότερο προωθούν ένα πολιτικό ζητούμενο (γι’ αυτούς ένα πολιτικό όραμα) παρά περιγράφουν ένα ιστορικο-λογοτεχνικό γεγονός: επιχειρούν (ή εύχονται) να παραχθεί ένα ιστορικο-λογοτεχνικό μόρφωμα «που δεν θα βασίζεται μόνο σε κώδικες της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, αλλά θα έχει ως αφετηρία το σύνολο των έως τώρα γλωσσών και λογοτεχνικών παραδόσεων της Κύπρου» (M. Yasin, Σύγχρονα Θέματα 68, 1998-1999). Το πρόβλημα με την προσέγγιση αυτή είναι ότι δεν έχει ακόμη υποδειχθεί πειστικά από κανέναν ποιοι θα μπορούσαν να είναι εκείνοι οι ελάχιστοι κοινοί παρονομαστές που θα προσέδιδαν συνοχή και ενότητα σε αυτού του είδους τη νοητή, πολυεθνική και πολυπολιτισμική «Κυπριακή Λογοτεχνία», ποιες θα ήταν οι γραμματολογικές απαρχές και η διαδρομή της ή έστω ποια θα ήταν η ιστορική διεργασία που θα μπορούσε να τη φέρει στο φως από δω και στο εξής. Η απλή συνύπαρξη στον ίδιο γεωγραφικό χώρο δεν φτάνει για να προκαλέσει πολιτισμικό συγκρητισμό σε βαθμό σύμφυρσης μεταξύ αλλόφυλων, αλλόγλωσσων και αλλόθρησκων εθνοτικών ομάδων: το κράτος της Ζυρίχης, ένας από τους πιθανούς καταλύτες τέτοιας σύμφυρσης, έπαψε να λειτουργεί στην πράξη από το 1963, ενώ η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία περισσότερο στηρίζεται στη διαίρεση παρά στη συγχώνευση των εθνικών ομάδων. Η εγγραφή Τουρκοκυπρίων και Αρμενίων στην Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου ή η «βολική» παράλειψη της γλώσσας συγγραφής από τον κανονισμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας επίσης δεν φτιάχνουν «Κυπριακή Λογοτεχνία». Ως έχουν τα πράγματα σήμερα αυτού του είδους η πολυεθνική και πολυπολιτισμική «κυπριακή» λογοτεχνία αποτελεί μάλλον ιδεολογική φαντασίωση ή έστω πολιτικό desideratum παρά ακριβή επιστημονικό χαρακτηρισμό του τι συμβαίνει στην Κύπρο στο επίπεδο της ιστορίας της λογοτεχνίας.

Τελικά (ή προς το παρόν) ακολουθείται ο ενδιάμεσος, πρακτικός δρόμος, τον οποίο απηχεί και η Ιστορία των Κεχαγιόγλου και Παπαλεοντίου: το γεγονός ότι από το 1960 και εντεύθεν υφίσταται ανεξάρτητο κυπριακό κράτος, στο οποίο παράγεται λογοτεχνία που μάλιστα διδάσκεται ως ξεχωριστή ενότητα στα σχολεία, αποτελεί ικανή συνθήκη αναγνώρισης της ύπαρξης και μιας «Κυπριακής Λογοτεχνίας». Και επειδή κάθε λογοτεχνία χρειάζεται την Ιστορία της, οι απαρχές της νεώτερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, όπως και της ευρύτερης Νεοελληνικής, ανάγονται αναδρομικά στο ύστερο Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία και κείμενα όπως τα Χρονικά του Μαχαιρά ή του Βουστρωνίου, οι Ασσίζες ή τα πετραρχικά κυπριακά σονέτα θεωρούνται ιδρυτικά μιας ιδιαίτερης παράδοσης, ανεξαρτήτως του αν τα ίδια προέρχονται το καθένα από διαφορετικές παραδόσεις (ή ίσως εξαιτίας του γεγονότος αυτού: η συναλοιφή των διαφορετικών αυτών παραδόσεων αναδεικνύει την τοπικότητα).

Είναι σαφές ότι αυτού του είδους η «κυπριακή λογοτεχνία» εξαρτά την ύπαρξή της σχεδόν αποκλειστικά από την κυπριακή καταγωγή των δημιουργών της ή/και από τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου ή/και από την ιδιαίτερη κυπριακή της θεματολογία: πρόκειται δηλαδή, ουσιαστικά, για λογοτεχνία που γράφεται (κατά κανόνα) στην Κύπρο από Κυπρίους και εν πολλοίς για Κυπρίους (με αυτή την έννοια μπορεί να υπάρξει Κρητική Λογοτεχνία, Επτανησιακή Λογοτεχνία, Ηπειρώτικη Λογοτεχνία κ.ο.κ.).

Είναι αδιαμφισβήτητη η πρακτική αξία της έννοιας «κυπριακή λογοτεχνία» ως ρουμπρίκας υπό την οποία θα μελετηθεί και θα αναδειχθεί το έργο λογοτεχνών που ενδεχομένως θα «χάνονταν» (και μάλιστα αδίκως, όπως προαναφέραμε) στο πέλαγος της ευρύτερης ελληνικής εθνικής λογοτεχνίας — φτάνει βέβαια η συζήτηση να είναι πάντοτε συγκριτολογική, να τοποθετεί δηλαδή τους Κυπρίους ποιητές στο ευρύτερο εθνικό και παγκόσμιο πλαίσιο, ώστε να μην υπερδιογκώνονται ή άλλως να αλλοιώνονται τα μεγέθη.

Δεν μπορεί επίσης κανείς να αρνηθεί το γεγονός ότι κάθε τοπική εκδήλωση ενός πολιτισμικού φαινομένου χαρακτηρίζεται από αξιοπαρατήρητες ιδιαιτερότητες, όπως υπήρξε, π.χ., στην περίπτωση της Κύπρου, ειδικά στην περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε καταχρηστικώς «τριγλωσσία», δηλαδή η ταυτόχρονη παραγωγή από τον ίδιο λογοτέχνη κειμένων στην καθαρεύουσα, τη δημοτική και την κυπριακή διάλεκτο ή η επιμονή (ακόμη και η εμμονή) μιας ιδιαίτερης θεματολογίας, όπως η θεματολογία της εισβολής μετά το 1974.
Ο όρος «Κυπριακή Λογοτεχνία», λοιπόν, είναι αδιαμφισβήτητα χρήσιμος και αν χρησιμοποιείται με την κατάλληλη επιστημονική «καχ/υποψία», αν τα πράγματα τίθενται στις ορθές τους βάσεις και προβάλλονται στο κατάλληλο ιστορικό τους μέγεθος, δεν είναι ούτε ύποπτος ούτε επικίνδυνος.

Απλώς, δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποια βασικά πράγματα. Πρώτον και κύριο, ειδικά την περίοδο πριν το 1960 ή καλύτερα πριν το 1974, ορόσημο από το οποίο ξεκινά (ή ξεκινά να υποκινείται) μια διαδικασία ψυχολογικής αποστασιοποίησης της Κύπρου από το εθνικό κέντρο παράλληλα με την ενίσχυση της κρατικής οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η κυπριακή λογοτεχνία, δηλαδή η λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο από Έλληνες Κυπρίους, παρά τις προφανείς ιδιαιτερότητές της, δεν είναι απλά «ελληνόγλωσση», είναι πέρα για πέρα «ελληνική» — και πάλι όχι από τη σκοπιά του εθνικισμού, αλλά για καθαρά γραμματολογικούς λόγους:

(α) Όλες οι εκδηλώσεις του λογοτεχνικού φαινομένου στην Κύπρο, ιδιαίτερα από την εποχή της «εθνικής παλιγγενεσίας» και εντεύθεν, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, τόσο στο επίπεδο της τεχνοτροπίας, των ρευμάτων και της ποιητικής, όσο και στο επίπεδο της θεματολογίας, είναι απολύτως εξαρτημένες από παράλληλα φαινόμενα στον ευρύτερο ελληνικό και δη τον ελλαδικό χώρο, των οποίων αποτελούν εγχώριες εκφάνσεις, έστω και αν τα παρακολουθούν με σχετική μάλιστα διαφορά φάσης ή αν τα προσαρμόζουν στις ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού.

Ο Μιχαηλίδης, για παράδειγμα, γράφει στο πνεύμα της Αθηναϊκής Σχολής: ακόμη και έργα τόσον εξόχως κυπριακά όσο η 9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου δεν είναι γραμματολογικώς άσχετα με παρόμοια επικά ποιήματα, όπως η Τουρκομάχος Ελλάς του Αλέξανδρου Σούτσου, ενώ η περίφημη «Ανεράδα» απηχεί τον συμβολισμό του πρώιμου ελληνικού 20ου αιώνα. Η σατιρική του ποίηση είναι γραμμένη στο πνεύμα του Σουρή, όσο και αν εκφράζεται στην κυπριακή ντοπιολαλιά. Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τον Λιπέρτη, τον οποίο οι Κεχαγιόγλου και Παπαλεοντίου συνδέουν με αυτό που ονομάζουν «γλωσσική εκζήτηση» του Καζαντζάκη και με τον λαογραφισμό/ηθογραφισμό του Κρυστάλλη.

(β) Ακόμη και η διαλεκτική παραγωγή κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, τουλάχιστον στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ιδεολογική της σκοπιμότητα είναι ευκρινής, εκλαμβάνεται ως εκδήλωση της ελληνικής εθνικής παράδοσης του νησιού και τεκμήριο της ελληνικότητάς του, στοιχείο δηλαδή σύνδεσης με το εθνικό κέντρο και όχι διάκρισης από αυτό. Βρισκόμαστε βεβαίως στην εποχή της άνθησης της λαογραφίας και της ιστορικής γλωσσολογίας, η οποία, στην περίπτωση της κυπριακής διαλέκτου, επιχειρεί να αναγάγει το σύγχρονο ιδίωμα, μάλλον απλουστευτικά και σίγουρα για ιδεολογικούς λόγους, απευθείας στην αρχαία αρκαδοκυπριακή.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η ποιητική «απάντηση» της Κύπρου «προς τους λέγοντας ότι δεν είναι ελληνική» (αναφέρομαι βεβαίως στο γνωστό ποιητικό μανιφέστο του Βασίλη Μιχαηλίδη) είναι γραμμένη ακριβώς σε κυπριακή διάλεκτο (Ασθενής Λύρα, 1882). Η παρακάτω αποστροφή προς την «παλιάν Βασίλισσαν» της Δύσης, την Αγγλία, την «ξακουσμένην δρακούναν», «που κρατεί το σιόβαρον» και «σιοβαρκάζει τις φυλές», άρα οφείλει να αποδώσει ιστορική δικαιοσύνη παραχωρώντας την Κύπρο στην Ελλάδα (στ. 24, 38, 39), είναι χαρακτηριστική:
απού ‘σαι κοσμογύριστη τζιαι πολλοδκιαβασμένη,
τζι απού του κόσμον την ξεβκάν* είσαι ξησκολισμένη,
ξέρεις τζι εμέν’ την μάναν μου, τζιαι ξέρεις την γενιάν μου 45
αγκάθκια τα μισίδκια μου** τζιαι ‘δε την συντυχιάν μου.
* ξεβκά = ξερκά: γνώση σοφία
** αγκάθκια < αγκαθκιάζω: παρατηρώ (παρατήρησε τη φυσιογνωμία μου, τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου)

Παρόμοια έμφαση στα «λόγια που μο’ μαθες», την παράδοση δηλαδή αλλά και τη γλώσσα, δίδεται — και πάλι σε κυπριακή διάλεκτο — στο ποίημα του Μιχαηλίδη «Η Κύπρος στην μάναν της»:
τα λόγια σου που μο’ μαθες με τζιείνα λουτουρκούμαι
τζιαι τον θεόν παρακαλώ
με τζιείνα μες τους λας λαλώ
με τζιείνα νεκαλιούμαι

Εδώ είναι η γλώσσα της λατρείας, της προσευχής, της κοινωνικής διατριβής και του θρήνου που προβάλλεται – θεμελιωδέστατα discourses μιας φυσικήςελληνικότητας (κληρονομιά της Μάνας), τα οποία στην ελληνική Κύπρο εκφράζονται, απολύτως φυσιολογικά, στα κυπριακά.

Παρομοίως, στο κείμενο με το οποίο ο Γεώργιος Α. Μαρκίδης προλογίζει τον Α΄ Τόμο των Τζυπριώτικων Τραουθκιών του Λιπέρτη, σημειώνονται με πεποίθηση τα εξής:
Τα κύματα έρχονται και παρέρχονται, μα η θάλασσα μένει [παρόμοια έκφραση θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Λιπέρτης στο «Καρτερούμεν Μέραν Νύχταν», που δημοσιεύεται στον δεύτερο τόμο των Τζυπριώτικων]. Εις την τωρινήν […] διάλεκτον του Κυπρίου χωρικού, […] παρ’ όλας τας τρομακτικάς επιδρομάς των διαφόρων κατακτητών, έμεινεν αναλλοίωτος η εθνική ψυχή […].

Από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, λοιπόν, και μέχρι την ανεξαρτησία η λογοτεχνική παραγωγή σε κυπριακή διάλεκτο συνεχίζει στους παραδοσιακούς δρόμους του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης (θυμηθείτε τα περίφημα κυπριώτικα ερωτικά σονέτα του 15ου αιώνα), στ’ αχνάρια της ακόμη παλαιότερης δημοτικής και λαϊκής παράδοσης των ακριτικών τραγουδιών, των παραλογών, των θρησκευτικών, ερωτικών και άλλων ριμάδων κ.ο.κ. Ακόμη και αυτά τα κατεξοχήν «κυπριακά» έργα, όμως, αποτελούν τοπικές παραλλαγές τύπων και τόπων που διαχέονται στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, όσο και αν πολλές φορές η κυπριακή εκδοχή ανήκει πανθομολογουμένως στις ανώτερες που κυκλοφορούν.

Η διαλεκτική παραγωγή την περίοδο αυτή δεν ανήκει πλέον αποκλειστικά στους «ποιητάρηδες» ή στους ανωνύμους λαϊκούς δημιουργούς (από την παράδοση των οποίων προέρχεται, αν και βεβαίως ξεχωρίζει, ο Παύλος Λιασίδης), δεν περιορίζεται μόνο στα θρησκευτικά θέματα ή τα ερωτικά στιχουργήματα, αλλά παραλαμβάνεται συνειδητά από δόκιμους, λογίους ποιητές και εντάσσεται πλήρως στον αγώνα για την εθνική αποκατάσταση του κυπριακού ελληνισμού.

Η λογιοσύνη του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν περιορισμένη: ο ποιητής έλαβε μικρή εγκύκλια παιδεία, δεν ήταν γλωσσομαθής και είχε ελάχιστη επαφή με ξένα λογοτεχνικά ρεύματα. Αντιθέτως, όμως, ο αστός Λιπέρτης, ο οποίος σπούδασε ξένες γλώσσες στο περιώνυμο τότε Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού και θεολογία στη μητροπολιτική Αθήνα, ενώ υπηρέτησε ως καθηγητής αγγλικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, υπήρξε λόγιος, σε βαθμό μάλιστα που κριτικοί της εποχής του, όπως ο Αντώνης Ιντιάνος και άλλοι, θεώρησαν τη σχέση του με την ύπαιθρο «μη οργανική».
Τις απόψεις αυτές του Ιντιάνου τις απορρίπτουν σήμερα κάποιοι (όπως η Νάγια Ρούσου, που θεωρεί, καθ’ υπερβολή αναμφίβολα, τον Λιπέρτη ως το κυπριακό ποιητικό ισοδύναμο του Παπαδιαμάντη), αλλά τις συμμερίζονται αντιθέτως πολλοί — συμπεριλαμβανομένων των Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου. Οι τελευταίοι εκφράζουν γενικώς απαρέσκεια για τον Λιπέρτη: του καταλογίζουν λεκτική εκζήτηση, πλαστή γλώσσα, ενοχλητικό ηθικο-διδακτισμό, ακόμη και «φαλλοκρατικές αντιλήψεις». Οι κατηγορίες αυτές πρώτα από όλα φαίνονται κυκλοτερείς: δείχνουν να προσεγγίζουν το έργο του Λιπέρτη από την ταξικώς προκατειλημμένη σκοπιά που θέλει τον αστό να στερείται εξ ορισμού την επαφή με την ύπαιθρο, και καταλήγουν να εντοπίζουν σε αυτό τις «αποδείξεις» της αρχικής υπόθεσης. Κατά πόσον η γλώσσα του Λιπέρτη είναι «πεποιημένη», αν όντως δεν απηχεί το ιδίωμα μιας συγκεκριμένης περιοχής της Κύπρου, αλλά περισσότερο «μοιάζει με ένα μωσαϊκό διάστικτο με κοινές αλλά και με σπάνιες ή κατασκευασμένες λέξεις» (296), είναι πρωτίστως κάτι που απομένει να αποδειχθεί από εξειδικευμένες γλωσσολογικές μελέτες, όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου. Ακόμη και αν ισχύει, όμως, κάτι τέτοιο λέει πολλά (και θετικά) για τη «μεταλογοτεχνικότητα» του κυπριακού ιδιώματος την περίοδο αυτή. Λεξιθηρία δεν παρατηρείται μόνο στο έργο του Καζαντζάκη και του Σικελιανού, αλλά και στο έργο του Σολωμού (ειδικά αυτού), του Ψυχάρη, του Παλαμά, των πλείστων δημοτικιστών της «μαλλιαρής» περιόδου — και ακόμη πιο πίσω, σε διαλεκτικό περιβάλλον αυτή τη φορά, στους μεγάλους της κρητικής Αναγέννησης. Ο Λιπέρτης, λοιπόν, συμβάλλει, ίσως πιο συνειδητά από ό,τι ο Μιχαηλίδης, στη μετατροπή, καλύτερα στη μεταρσίωση, της κυπριακής διαλέκτου σε λογοτεχνική και δη σε ποιητική γλώσσα. Η γλωσσική του «εκζήτηση» θα μπορούσε να ιδωθεί ως (μετα)λογοτεχνικός εκλεκτικισμός, που πέρα από τις ηθογραφικές σκοπιμότητες θέτει μεταποιητικά το ίδιο το «πρόβλημα» της κυπριακής διαλέκτου ως ποιητικής γλώσσας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: