Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ανθολογία ποιημάτων του Βασίλη Μιχαηλίδη

Εκδόθηκε πρόσφατα, με επιμέλεια του Λευτέρη Παπαλεοντίου, η καλαίσθητη μονογραφική ανθολογία «Βασίλης Μιχαηλίδης: Επιλεγμένα ποιήματα» (Μικροφιλολογικά 2013, σελ. 315). Στη χρηστική αυτή έκδοση ανθολογούνται τριάντα πέντε ποιήματα, από τα οποία τα είκοσι είναι ιδιωματικά, τα έντεκα μη ιδιωματικά, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα είναι γραμμένα σε «μικτή» γλώσσα. Για την τελική κατάταξη των ποιημάτων, έχουν ληφθεί υπόψη, αφενός, αξιολογικά κριτήρια του επιμελητή και, αφετέρου, οι κατευθύνσεις της γλώσσας και η θεματική τους.
Προκειμένου να σταθμίσουμε σωστά τη σημασία της παραπάνω έκδοσης, θα πρέπει λάβουμε υπόψη την εκδοτική τύχη του ποιητικού έργου του Β. Μιχαηλίδη. Φυσικά, ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να αναφερθούμε στις προηγούμενες («συγκεντρωτικές» ή μερικές) εκδοτικές προσπάθειες, στις οποίες εντοπίζει κανείς πληθώρα λαθών (παραλείψεις ή συμφυρμούς στίχων, παραναγνώσεις, ασύγγνωστες αποκαταστάσεις ή διορθώσεις, αβασάνιστες εικασίες κτλ.). Ούτε προσφέρεται να υπενθυμίσουμε ότι η ποίηση του Β. Μιχαηλίδη δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα από νεότερους μελετητές, ύστερα από τη θεμελιώδη μονογραφία του Γιάννη Κατσούρη (1987). Αν και δεν παραγνωρίζουμε ορισμένες φιλότιμες εκδοτικές προσπάθειες που έχουν γίνει από την εποχή του Αντώνη Ιντιάνου ώς τις πιο πρόσφατες εργασίες του Κώστα Βασιλείου, θα λέγαμε ότι η εκδοτική πρόταση του Λ. Παπαλεοντίου είναι καλοδεχούμενη, αφού αξιοποιούνται για πρώτη φορά όχι μόνο οι δύο ποιητικές συλλογές του Β. Μιχαηλίδη αλλά και οι πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων του ή και η ιδιόχειρη μορφή τους, γεγονός που συμβάλλει στο να αντιμετωπιστούν πολλά προβλήματα.
Τα ανθολογημένα ποιήματα καλύπτουν μόνο το ένα τρίτο της πρόσφατης έκδοσης (εκτείνονται στις σσ. 71-180), και αυτό γιατί προτάσσονται ή επιτάσσονται διάφορες άλλες ενότητες, που συμβάλλουν στην πληρέστερη ανάγνωση της ποίησης του Β. Μιχαηλίδη. Στην εκτενή Εισαγωγή (σσ. 9-70) παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι βασικοί άξονες των επιλεγμένων (πατριωτικών, ερωτικών και σατιρικών) ποιημάτων και εξετάζονται με βιβλιογραφική πληρότητα βασικά πρότυπα του Β. Μιχαηλίδη. Στις «Πρώτες δημοσιεύσεις - σχόλια» (σσ. 181-192) δίνονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες για ζητήματα χρονολόγησης, πατρότητας, εκδοτικής κτλ. Στις «Κριτικές για τον Β. Μιχαηλίδη» (σσ. 193-253) στεγάζονται πολλές δημοσιευμένες ή και αδημοσίευτες μαρτυρίες (σχόλια, αναφορές, ποιήματα, αποσπασματικές μελέτες και επιστολές της περιόδου 1881-1960), που συμβάλλουν στη γνωριμία μας με το πρόσωπο του ποιητή και με την υποδοχή του έργου του. Στο «Χρονολόγιο» (σσ. 255-288) αποτυπώνεται με ενάργεια, και μέσα από πληθώρα νέων στοιχείων, το εργο-βιογραφικό πορτρέτο του κύπριου ποιητή. Στις «Πηγές - Βιβλιογραφία» (σσ. 289-299) καταγράφονται παλιότερες και πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις για τον Β. Μιχαηλίδη. Τέλος, στο «Γλωσσάρι» (σσ. 301-315) ετυμολογούνται και ερμηνεύονται εκατοντάδες λέξεις του κυπριακού ιδιώματος.
Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση, ας αναφερθεί ότι η έκδοση ιδιωματικών ή άλλων ποιημάτων του Β. Μιχαηλίδη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν αρκεί να αναπαράγει κανείς αβασάνιστα παλιότερες εκδόσεις, στις οποίες έχουν παρεισφρήσει πολλά λάθη. Όσο μπορούμε να κρίνουμε, η εκδοτική πρόταση του Λ. Παπαλεοντίου προωθεί την έρευνα γύρω από το πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου κύπριου ποιητή. Μακάρι η εργασία αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω από νεότερους μελετητές, ώστε να εκπονηθούν πιο συστηματικές μελέτες για βασικές πτυχές της ποίησης και της ποιητικής του Β. Μιχαηλίδη, αλλά και για να φτάσουμε σε μια κριτική έκδοση των Ευρισκομένων του.

Κυριάκος Ιωάννου

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Έκκληση προς διαχειριστές αρχείων


Καταχρήσεις – και μια έκκληση

Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που έχει τη σπάνια τύχη να κατέχει από χρόνια τα κατάλοιπα ορισμένων συγγραφέων. Δυστυχώς αυτά τα ντοκουμέντα παραμένουν απρόσιτα, ακόμη και για τον πιο καλοπροαίρετο μελετητή, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κατέχοντες είναι άσχετοι και καχύποπτοι. Αλλά είτε είναι πρώτος αυτός ο συγγραφέας είτε τέταρτος τῃ τάξει, τα χαρτιά δεν παύουν να είναι το «αίμα της καρδίας» του, που περιμένουν την ταξινόμηση ενός καλού επιμελητή για να δοθούν στη δημοσιότητα. […] Αυτή τη στιγμή υπάρχουν συγγραφείς, που ολόκληρες δεκαετίες μετά το θάνατό τους ζητάνε τη δικαίωση και την αποκατάστασή τους.  Τα χαρτιά τους όμως είναι άφαντα. Άραγε με ποιο δικαίωμα και στο όνομα ποιας αγάπης τα κατακρατούν άνθρωποι καθώς πρέπει, αλλά που δεν έχουν καμιά έφεση προς τη λογοτεχνία; Ποιος νόμος προστατεύει αυτό το στραγγαλισμό, την ψύχωση και την υστερία και ποια δικαιοσύνη τούς αφήνει ελεύθερους; Είναι αλήθεια από τις σπάνιες φορές που για την επέμβαση ενός εισαγγελέα μπορούμε να επικαλεστούμε την «εθνική ανάγκη».


Αυτά έγραφε, προ 25ετίας και πλέον, σε βραχύ σημείωμά του υπό τον τίτλο «Καταχρήσεις» δημοσιευμένο στην αθηναϊκή εφημερίδα Τα Νέα,1 ο ποιητής και πεζογράφος Μάνος Ελευθερίου αποτυπώνοντας με εύγλωττο τρόπο το παλαιόθεν γνωστό και επιστημονικώς και ηθικώς αξιοκατάκριτο έθος όσων έχουν στην κατοχή τους γραπτά τεκμήρια ενός λογίου, να μη φροντίζουν (είτε από άγνοια είτε για άλλους λόγους) να τα δημοσιεύσουν οι ίδιοι ούτε και σε άλλους να το επιτρέπουν, αλλά να τα κατακρατούν ζηλότυπα φυλαγμένα και απρόσιτα, με συνέπεια, όχι σπάνια, να καταλήγουν αυτά στα σκουπίδια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αυτογράφων του Παπαδιαμάντη που βρέθηκαν το 2000 πεταγμένα σε σκουπίδια αθηναϊκού δρόμου.2
Αφορμή για την παρούσα έκκληση παρέχει η είδηση ότι πρόκειται προσεχώς να κυκλοφορήσει από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.) φιλολογική έκδοση σαράντα περίπου επιστολών του Ιωάννη Συκουτρή, προερχόμενων από τις συλλογές του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.) και παραχωρημένων σε αυτό από δωρεές φιλομούσων. Από το ίδιο Ίδρυμα, όπως είναι γνωστό, εκδόθηκαν το 2008 σε τόμο τα Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924) με φιλολογική επιμέλεια του καθηγητή Φάνη Ι. Κακριδή: τα Γράμματα αποτελούσαν την πρώτη μεθοδική προσπάθεια έκδοσης σε τόμο μέρους από τη σωζόμενη αλληλογραφία του Συκουτρή, όταν στο παρελθόν η συνήθεια ήταν να δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, Ελλάδας και Κύπρου, μεμονωμένες συκουτρικές επιστολές (συχνά όμως με λάθη, παραναγνώσεις, απαράδεκτες περικοπές και άλλες εκδοτικές ελλείψεις). Το αίσθημα πάντως ικανοποίησης που φυσικό είναι να δημιουργείται από το άκουσμα της επικείμενης έκδοσης αμβλύνεται, δυστυχώς, σημαντικά όταν σκεφτεί κανείς ότι γνωστή αρχειακή πηγή των Αθηνών, η οποία βεβαιωμένως περιέχει ανέκδοτες επιστολές από και προς τον Συκουτρή, παραμένει, εβδομηνταπέντε χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο εκείνου (1937), απρόσιτη στην φιλολογική έρευνα. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αλληλογραφία του Συκουτρή με τον Νικόλαο Β. Τωμαδάκη (1907-1993), διαπρεπή ιστορικό και φιλολογικό ερευνητή του νεότερου ελληνισμού και επί μακρόν (1949-1972) καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η εν προκειμένω μαρτυρία του Τωμαδάκη, σε μελέτη του δημοσιευμένη το 1978, είναι κατηγορηματική: «Ἔζησα ἀπὸ πολύ κοντὰ τὴν ὑπόθεσιν Συκουτρῆ καὶ ἔγραψα ἐπανειλημμένως δι’ αὐτὸν καὶ εἰς περιοδικὰ καὶ εἰς βιβλία. Ἐσιώπησα καὶ σιωπῶ ἔτι δι’ ὡρισμένα σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα (καὶ τηρῶ ἀνέκδοτον τὴν ἀλληλογραφίαν μας)».3 Σε άλλο, ακόμα παλαιότερο, δημοσίευμά του είχε γράψει: «Ἔχω τὰ σχετικὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα θὰ δημοσιευθοῦν ὅταν θὰ ἐκλείψουν τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν».4
Και το ερώτημα είναι: Γιατί οι σημερινοί κάτοχοι του Αρχείου Τωμαδάκη (στο οποίο περιλαμβάνονται, κατά ρητή ομολογία του μακ. καθηγητή, γράμματα και άλλων λογίων, όπως του Γιώργου Θεοτοκά)5 – γιατί λοιπόν, είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού του, παρά την εκπεφρασμένη βούλησή του και παρά τις επανειλημμένες, προφορικές και γραπτές, εκκλήσεις αρνούνται να επιτελέσουν το επιβαλλόμενο καθήκον τους, το άνοιγμα δηλαδή του Αρχείου στην έρευνα και τη δημοσίευσή του; Ή μήπως (για να ξαναθυμηθούμε τον Μάνο Ελευθερίου) θα πρέπει να επικαλεστούμε την «εθνική ανάγκη» για την επέμβαση ενός εισαγγελέα;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μ. Ελευθερίου, «Καταχρήσεις», Τα Νέα, 6.8.1986, σ. 29
2. Βλ. Σ. Μπόρα, «Απροσδόκητα παπαδιαμαντικά ευρήματα»,  Τα Νέα του Ε.Λ.Ι.Α. 57 (2000) 17-33.
3. Ν. Β. Τωμαδάκης, «Ὁ  Ἰωάννης Συκουτρῆς ὡς βυζαντινολόγος»,  Νέα Εστία 104 (1978) 1566, σημ. 2 [αναδημοσίευση: Ν. Β. Τωμαδάκης, Νεοελληνικά, δοκίμια καὶ μελέται, 2, Αθήνα 1983, σ. 296]. Η έμφαση σε τούτο και στο επόμενο παράθεμα είναι δική μου.
4. Ν. Β. Τωμαδάκης, «Στὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν»,  Νέα Εστία 63 (1958) 556.
5. Ό.π. (σημ. 3), 1567, σημ. 3 [αναδημ.: σ. 297].


Γεώργιος Α. Χριστοδούλου

Υ. Γ. Μεταφέρουμε από το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Μικροφιλολογικά (τχ. 33, Άνοιξη 2013, σσ. 67-68) ένα σύντομο δημοσίευμα του πανεπιστημιακού καθηγητή Γ. Α. Χριστοδούλου. Θα ήταν καλά το παραπάνω κείμενο να διαβαστεί με προσοχή όχι μόνο από πνευματικούς κληρονόμους συγγραφέων, αλλά και από άτομα (λ.χ. από τους άρχοντες της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών) ή και από μεγαλόσχημους «ερευνητές», που είτε κρατούν καταχωνιασμένο και απρόσιτο πολύτιμο αρχειακό υλικό, είτε παρεμποδίζουν την έγκαιρη αξιοποίησή του από άλλους ερευνητές προβάλλοντας λογής προσκόμματα. Θα ήταν ευχής έργο αν τα όσα αναφέρουν ο κλασικός φιλόλογος Γ. Α. Χριστοδούλου και ο γνωστός συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου προβλημάτιζαν αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες πολύτιμων αρχείων και ειδικά όσους παρεμποδίζουν την αξιοποίησή τους. Ταιριαστά για την περίσταση είναι και τα λόγια του αείμνηστου Φοίβου Σταυρίδη (από συνέντευξή του στον Χρ. Χρυσάνθου, Ο Φιλελεύθερος, 18.1.2008): «Πρέπει να καταλάβουμε ότι, όταν διασώζουμε κάποιο τεκμήριο που βοηθά να γνωρίσουμε πτυχές της ιστορίας ή της ζωής του τόπου, είναι αδικαιολόγητο να το κρύβουμε, σχεδόν τόσο κατακριτέο όσο και η πράξη καταστροφής του».

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ο Γιώργος Αράγης για την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας

Μια επιστολή του Γιώργου Αράγη

Πεδινή, 23/7/2012

Αγαπητέ κ. Παπαλεοντίου,
σας γράφω λίγα σχόλια πάνω στη δουλειά σας, εννοώ την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, που εδώ και λίγο καιρό τελείωσα το διάβασμά της.
α) Έμεινα έκπληκτος από τον αναγνωστικό όγκο που αναλάβατε να περατώσετε. Για όνομα του Θεού, μια τέτοια δουλειά θα έπρεπε να γίνει από ομάδα εργασίας. Πώς τα καταφέρατε να διαβάσετε, για την ακρίβεια, να μελετήσετε μια τόση ποσότητα έργων; Πόσο καιρό, πόσα χρόνια σάς πήρε; Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να σκοτώσει και ελέφαντα! Όποιος δεν έχει διαβάσει την Ιστορία σας είναι αδύνατο να φανταστεί τί ξόδεμα δυνάμεων σάς στοίχισε. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να παραλείψετε τις επουσιώδεις περιπτώσεις, τους πιο αδύνατους, ας πούμε, συγγραφείς. Αλλά δεν το νομίζω. Γιατί το «επουσιώδεις» προκύπτει εκ των υστέρων. Αν δεν είχατε μελετήσει το έργο τους, πώς θα κρίνονταν ως επουσιώδεις περιπτώσεις; Άρα, το να πραγματευτείτε το έργο τους ήταν ζήτημα ευθύνης. Μετά την Ιστορία σας είναι ίσως συζητήσιμο το θέμα της αποσιώπησής τους, αλλά όχι πριν.
β) Το κείμενό σας δεν είναι απλά γραμματολογικό, αλλά γραμματολογικό-κριτικό, μια και το περιγραφικό μέρος συνοδεύεται πάντα από αξιολογικές γνωματεύσεις. Κάτι που απαιτεί, πέρα από κριτική πρωτοβουλία, και υπεύθυνη παρρησία, καθόσον αφορά και συγγραφείς που βρίσκονται ήδη στη ζωή.   
γ) Ο όγκος της δουλειάς σας θα μπορούσε ίσως να ήταν μια διατριβή επί υφηγεσία ή κάτι τέτοιο, πάντως πρόκειται για ένα έργο υποδομής, χρήσιμο στους πάντες, τώρα και στο μέλλον. Κάτι που θα φανεί ίσως σύντομα.
δ) Ως Ιστορία της λογοτεχνίας, ωστόσο, παρουσιάζει μεγάλη έκταση. Δύσκολα θα καθίσει κάποιος να διαβάσει διεξοδικά όλο το κείμενο.¹ Θα ήταν δυνατό να κυκλοφορήσει ολόκληρο το κείμενο ξεχωριστά, ενώ τα μέρη του, που δίνουν συνοπτικά το κάθε κεφάλαιο, να αποτελούσαν το σώμα της συνοπτικότερης Ιστορίας ή περίπου. Γιατί η Ιστορία σε συνοπτικότερη μορφή περιέχεται μέσα στο κείμενό σας, μια και πάντα σε κάθε ενότητα περιγράφετε αρχικά τα περιεχόμενά της και στο τέλος δίνετε τα εξαγόμενα που προκύπτουν. Π.χ: Στο κεφάλαιο «1914-1960», αναφορικά με την ποίηση, παρουσιάζετε, στις σελίδες 287-293, το γενικό θέμα και στο τέλος, σελίδες 253-254, τα εξαγόμενα της ενότητας αυτής. Το ίδιο κάνετε συστηματικά για όλες τις ενότητες του έργου. Η συνοπτική Ιστορία υπάρχει, λοιπόν, με ευκρίνεια μέσα στο κείμενό σας. Έτσι έχουμε, ας πούμε, το «γενικό κείμενο» της Ιστορίας και ταυτόχρονα το «ειδικό». Στο γενικό υπάρχουν κάποτε στοιχεία που στο ειδικό δεν ταιριάζουν. Π.χ: σσ. 542-545 ή σσ. 547-551 (τι έγραψαν οι κριτικοί για το Μόντη...). Για τον κοινό αναγνώστη που διαβάζει μια Ιστορία της λογοτεχνίας τέτοιες αναφορές είναι κάπως υπερβολικές. Για τους ειδικούς βέβαια είναι χρήσιμες και καθόλου υπερβολικές.
ε) Είναι ίσως συζητήσιμη η λύση της οριζόντιας τομής των γενεών κατά ιστορικές περιόδους: παλαιότεροι μαζί με νεότερους που εμφανίζονται στο μεταξύ. Έτσι η σταδιοδρομία των παλαιότερων παρουσιάζεται, σε κάθε ιστορική περίοδο, αδιαχώριστη από τις ομάδες των νεότερων που τότε αρχίζουν τη δική τους λογοτεχνική πορεία. Ο αναγνώστης, ώς κάποιο βαθμό, μπερδεύεται: δυσκολεύεται να θυμηθεί και να συνδέσει τις προηγούμενες περιόδους προσανατολισμού και γραφής των παλαιότερων λογοτεχνών. Π.χ.: στην οριζόντια ιστορική τομή «1960-1974», ποια ήταν η πορεία του Μελή Νικολαΐδη στην προηγούμενη ιστορική περίοδο. Πιστεύω πως αποδοτικότερο θα ήταν να εξεταζόταν διεξοδικά η κάθε γενιά ή ομάδα, από την εμφάνισή της ώς το τέλος της. Και φυσικά να δίνονταν οι σχετικές διαφοροποιήσεις τους (ατομικές ή όχι, ιδεολογικές ή αισθητικές) στις νεότερες περιόδους όπως τις έχετε ξεχωρίσει. Δεν μιλώ με βεβαιότητα, απλώς το συζητώ.
στ) Όπως θα περίμενε κανείς, είναι φανερή στην Ιστορία σας, μέσα από τα έργα και τα πρόσωπα που πραγματεύεστε, η μαθητεία της κυπριακής λογοτεχνίας² στην ελλαδική λογοτεχνία. Άλλωστε έχουμε και απευθείας ανταλλαγές: Ελλαδίτες γράφουν για Κύπριους συγγραφείς και το αντίστροφο. Μάλιστα διαπιστώνεται ότι όπως η ελλαδική λογοτεχνία ακολουθεῖ την αντίστοιχη ευρωπαϊκή με καθυστέρηση 15 χρόνων περίπου, παρόμοια η κυπριακή ακολουθεί την ελλαδική με καθυστέρηση δέκα χρόνων περίπου. Και πάνω σ᾿ αυτό το θέμα δίνετε μια πλατιά εικόνα της στενής σχέσης που παρουσιάζει η κυπριακή λογοτεχνία με την ελλαδική, στο ευρύτερο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται. Σχέση, όχι μόνο γλωσσική, αλλά και τεχνοτροπική και γενικότερα αισθητικών προσανατολισμών. Φυσικά, φυσικότατα.
ζ) Δυο λόγια για το κυπριακό ιδίωμα. Από καταγωγή γνωρίζω πως η λαϊκή παραδοσιακή γλώσσα ενός τόπου (Εφτάνησα, Κρήτη, Ήπειρος, Κύπρος) υπερέχει κατά πολύ σε ακρίβεια, εμπειρική αμεσότητα και αποχρώσεις από την κοινή νεοελληνική γλώσσα. Με τη διαφορά πως αυτές οι τοπικές γλώσσες παρουσιάζουν κενό στο θεωρητικό τομέα, ενώ δύσκολα ξεπερνούν τα τοπικά σύνορα. Οπωσδήποτε στην περίπτωση του κυπριακού ιδιώματος οι ζυμώσεις, οι όποιες ζυμώσεις, μένει να γίνουν στον αστικό στίβο, μια και οι πόλεις αποτελούν χωνευτήρια συμπεριφορών, τάσεων και γλωσσών. Και βέβαια στο επίπεδο της πράξης.
η) Στο βιβλίο υπάρχουν κάποια «μηχανικά» (τυπογραφικά) λαθάκια, τα οποία θα έχετε ασφαλώς επισημάνει. Αν σας ενδιαφέρει, να σας τα υποδείξω.
θ) Γενικό συμπέρασμα για όλη τη δουλειά σας: Σύμφωνα με τα προηγούμενα, σας αξίζει κάθε έπαινος, τόσο για τον όγκο της εργασίας σας όσο και για την κριτική πραγμάτευση του υλικού. Περιττό να πω ότι το έργο σας αυτό σας κατατάσσει στη χορεία των σκαπανέων του είδους.

Πριν τελειώσω κάτι ακόμα εκτός θέματος. Ως τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Πλανόδιον διάβασα το κείμενο του κ. Βουτουρή, που αναφέρεται στην Ιστορία σας. Ομολογώ πως, αν και διαπίστωνα υπερβολική επιθετικότητα και μονομερή στάση απέναντι στην Ιστορία, δεν είχα άποψη. Τώρα που διάβασα το βιβλίο, έχω το περιθώριο να πω ότι το κείμενο του κ. Βουτουρή γράφτηκε ερήμην της συγκεκριμένης Ιστορίας. Πρόκειται για κείμενο φαντασιόπληκτης διάνοιας, γεμάτο εμπάθεια, παραποιήσεις, ψεύδη και λάσπη. Για ποιο λόγο θέλησε ο κ. Βουτουρής να υποβιβάσει τον εαυτό του τόσο χαμηλά, αδυνατώ να το συλλάβω. Είδα πρόσφατα και την απάντησή σας στο τελευταίο τεύχος του Πλανόδιου. Όπου νομίζω πως βάζετε τα πράγματα στη θέση τους, χωρίς πάθος και υβριστικές αιχμές, αλλά με επιχειρήματα και στοιχεία που προκύπτουν από την ίδια την Ιστορία. Κι έτσι φαίνεται η διαφορά ψυχραιμίας, ήθους και δεδομένων που υπάρχει ανάμεσα στα δυο δημοσιεύματα στο περιοδικό. Αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται καμιά άλλη απάντηση, όποιοι έχουν λίγο νιονιό (νοημοσύνη, μυαλό) καταλαβαίνουν. Άλλωστε «ιδού η Ρόδος», ας διαβάσουν την Ιστορία.

Φιλικά,
Γιώργος Αράγης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Θεωρώ απαραίτητο να σημειώσω, με την ευκαιρία, πως όσοι μιλούν για την Ιστορία σας, θετικά ή αρνητικά, οφείλουν να δώσουν σαφή πειστήρια ότι την έχουν διαβάσει ολόκληρη.
2. Είναι αυτονόητο ότι εφόσον υπάρχουν λογοτεχνικά έργα γραμμένα από Κύπριους λογοτέχνες, υπάρχει και κυπριακή λογοτεχνία, όπως υπάρχει λ.χ. εφτανησιακή, κλπ.


Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περ. Νέα Εποχή, 313 (Καλοκαίρι 2012), όπου περιλαμβάνονται και απόψεις άλλων (λ.χ. των Γιάννη Ιωάννου, Άρη Γεωργίου, Πάνου Ιωαννίδη, Λεωνίδα Γαλάζη κ.ά.) για το ίδιο βιβλίο.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΛΠΙΔΑΣ


ΟΧΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ!

του συγγραφέα Jean-Claude Villain
 

«Η Ελλάδα είναι νεκρή». Ο Δημήτρης Δημητριάδης, στις 9 Ιουνίου 2012, στη Μοντ, υπογράφει λακωνικά την πράξη θανάτου της χώρας του και μέσα σε μια ολόκληρη σελίδα αναλύει τις αιτίες. Αυτή η εντελώς απελπισμένη παρατήρηση διανοουμένων του αναστήματος του Δημήτρη Δημητριάδη, ενός από τους σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, είναι ένα από τα πολλά σημάδια πολιτικής, υλικής και ηθικής σύγχυσης που κυρίευσε τη χώρα αυτή. Επιπλέον, η Μοντ, σε δισέλιδη έρευνά της, στα μέσα Ιουνίου, δικαιολόγησε την απελπισία των συγγραφέων σ’ αυτή τη χώρα με τη μακρόχρονη παράδοση στις εκδόσεις και την ανάγνωση, ιδίως γαλλόφιλων. Έτσι ταξιδεύοντας για αρκετές εβδομάδες στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, από το νότο προς το βορρά και από την ανατολή προς τη δύση, περίμενα να ζήσω την θλιβερή εμπειρία της εξαφάνισής της, να παραβρεθώ, ως παθητικός μάρτυρας, στην ταφή της και σαν παλιός φίλος να συμμετάσχω στο πένθος.
Στις πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, η υλική και ηθική εξαθλίωση είναι άμεσα αισθητές. Και όχι μόνο λόγω των πολλών μεταναστών, πολλοί από τους οποίους είναι παιδιά που περιπλανώνται και επαιτούν. Τα σημάδια είναι σίγουρα εκεί, αδιάψευστα, και επιβεβαιώνουν την βαριά πραγματικότητα της «κρίσης», σε όλο της την έκταση και το βάθος. Αυτό το τελευταίο, δεν αποτελεί πλέον το αντικείμενο μιας αφηρημένης και υπερβολικής φρασεολογίας που κυρίευσε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα δυτικά μυαλά.
Ωστόσο, πέρα από αιτίες που παραθέτει ο Δημήτρης Δημητριάδης, οι οποίες για δεκαετίες εξασθένησαν την Ελλάδα (πελατειακές σχέσεις και διαφθορά των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων εναλλάξ στην εξουσία, φθορά των παραδοσιακών αρετών, κυριαρχία του φιλελευθερισμού σε ληστρικές βάρβαρες μεθόδους, αναποτελεσματικότητα ορισμένων δημοσίων υπηρεσιών, επίμονες φεουδαρχικές οικονομικές πρακτικές, αυξανόμενη ανεργία, μετανάστευση των νέων), θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στο να δημιουργηθεί μια αχτίνα ελπίδας, υπενθυμίζοντας τις ασύγκριτες εναπομείνασες δυνάμεις που υπάρχουν σε αυτή τη χώρα, δυνάμεις ικανές να προτείνουν ένα όραμα λιγότερο απελπιστικό για το παρόν και το μέλλον της. Επειδή πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για μια κινητήρια ελπίδα, που η χώρα την έχει ανάγκη, ώστε να απελευθερωθεί από τις προβλέψεις που την γονατίζουν. Μέσα στην τρύπα της ύφεσης, θα πρέπει να κινητοποιήσει την πίστη για τη μοναδικότητά της ως χώρα, τα διδάγματα της ιστορίας της, για το ότι οι ρίζες της είναι ζωντανές, και από κει να αναπτύξει μια δυναμική η οποία, «σε κάθε κατάρρευση αποδεικτικών στοιχείων», θα την έκανε να απαντήσει με «έναν χαιρετισμό του μέλλοντος», όπως θα πρότεινε ο Ρενέ Σαρ σε καιρούς ταραγμένους.
Όπως και οι περισσότερες χώρες του κόσμου, οι ελληνικές πόλεις συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού πληθυσμού και έχουν την τάση να ξεχνούν «την άλλη Ελλάδα», οι πόλεις της οποίας δεν αντιλαμβάνονται ούτε και βιώνουν την κρίση με τον ίδιο τρόπο. Αρκεί ν’ απομακρυνθεί κανείς από τις πόλεις, να γυρίσει τα χιλιάδες χιλιόμετρα των άγριων ελληνικών ακτών, των προστατευμένων, σε αντίθεση με άλλες μεσογειακές ακτές, από τα πολυπληθή κτίρια που τις έχουν παραμορφώσει τελείως και τους έχουν αφαιρέσει καθετί ποιητικό, να διατρέξει την ύπαιθρο που καλύπτεται με ελαιόδεντρα, οπωροφόρα δένδρα, αμπέλια, όπου χοροπηδούν κατσίκια και πετούν μελίσσια, να καθυστερήσει στα χωριά των οποίων η σιλουέτα αλλάζει σιγά-σιγά, για να ξαναβρεί έναν τρόπο ζωής ελάχιστα ταραγμένο από την κρίση, ο οποίος ξέρει πώς να κρατηθεί και πώς να προωθεί την παραγωγή, την αυτονομία και την αλληλεγγύη. Αυτό επιτρέπει μια ευεργετική αποστασιοποίηση, τόσο ψυχολογική όσο και πραγματική, από τον προβληματισμό της κρίσης που ταράζει τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Μπορεί να ακούγεται αφελές να αντιστέκονται έτσι, με σχετική ηρεμία, οι άνθρωποι της νησιωτικής και υπαίθριας χώρας, προστατευμένοι από τη διαιώνιση των παραδοσιακών τρόπων, την άσχημα αυξανόμενη αστική ζωή που είναι πιο άμεσα εκτεθειμένη, να εκθειάζουν τα πλεονεκτήματα του φυσικού περιβάλλοντος και μια πιο ποιοτική ζωή επικεντρωμένη στην απόλαυση των βασικών πρωτογενών αγαθών, σε αντίθεση με το βύθισμα ολόκληρων πληθυσμών στη μοναξιά, τη δυστυχία και την απόγνωση. Στην Ελλάδα όμως αυτή η περικοπή είναι λιγότερο απλοϊκή από ό,τι φαίνεται αρχικά. Επειδή, παρά τον εκτεταμένο χαρακτήρα της Αθηναϊκής μεγαλούπολης και των νοτιοανατολικών βιομηχανικών προαστίων της, παρά τα διαφορετικά μεγέθη των πόλεων της χώρας, η ελληνική πόλη είναι σπανίως βαθιά αποκομμένη από το εσωτερικό της χώρας, που χρησιμεύει ως πραγματική βάση ψυχολογικών και υλικών πόρων, συναισθηματικών και ποιητικών. Πολλοί Έλληνες έχουν, στην ύπαιθρο ή σε ένα νησί, ένα σπίτι - συχνά μια οικογένεια- απ’ όπου οι ίδιοι, αν όχι και οι συγγενείς τους, συγκεντρώνουν και μοιράζονται ελιές, λάδι, λαχανικά, φρούτα, μαρμελάδες, μέλι, τυρί, ψωμί, κρασί, ούζο, τσικουδιά. Αυτά τα προϊόντα αποτελούν πολύ μεγαλύτερη εγγύηση από ένα πιάτο νόστιμο φαγητό: ένα συναισθηματικό παραδοσιακό δεσμό που τρέφει μια αντοχή ψυχική, συναισθηματική και ποιητική, μέσα από την οποία πολλοί Έλληνες φαίνεται να αντιστέκονται καλύτερα στο άγχος και την πείνα που δημιουργούνται από την κρίση από ό, τι φανταζόμαστε από τις πληροφορίες που μας έρχονται στη Γαλλία. Η παραδοσιακή οικογενειακή αλληλεγγύη, που παραμένει πολύ ισχυρή στην Ελλάδα, συμβάλλει, όσον αφορά το υλικό σωματικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό επίπεδο, στο να αντέχουν. Αυτό που ξεχωρίζει επίσης, μια και μοιράστηκα για μερικές βδομάδες τη ζωή αυτού του λαού, είναι η διαιώνιση των ουσιαστικών ψυχολογικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων, μέσα από τα οποία, χωρίς να πέσουμε στα στερεότυπα των τουριστικών γραφείων, ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής παραμένει ακόμα ζωντανός και εν μέρει σωτήριος. Οι καφετέριες και οι ταβέρνες στο πεζοδρόμιο είναι γεμάτες από Έλληνες οι οποίοι, εμφανίζοντας μια ήσυχη χαλαρότητα παρ’ όλ’ αυτά, αρέσκονται, περισσότερο από άλλους, να μοιράζονται ένα ποτήρι ή ένα πιάτο στον καθαρό αέρα, κάτω από τον ήλιο, και να τραβούν τις καρέκλες στο δρόμο για να κουβεντιάσουν. Γι’ αυτή την πλούσια χώρα με τις απέραντες άγριες εκτάσεις, που η έξοχη ομορφιά της παραμένει αμετάβλητη, είναι λοιπόν αναγκαίο - και πολύ μάλιστα - να διορθωθεί η διαστρεβλωμένη παρουσίαση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εμπνευσμένη από μια αστική αναφορά μόνο (δηλαδή συγκεντρωτική) και να λαμβάνεται υπόψη το δέσιμο με τις ρίζες που διατηρεί κάθε Έλληνας με μια αρχαία παράδοση του εθιμικού τρόπου ζωής. Αυτά είναι σίγουρα σε μεγάλο βαθμό λιγότερο εμφανή, λιγότερο ευνοούμενα από τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, μικρότερης αξίας από τις πολιτικές πελατειακές σχέσεις, οι οποίες φαίνεται να επιμένουν στο να ευνοούν, μέσω της επανάληψης του φόβου για το μέλλον, μια λαϊκίστικη αντίδραση που προωθείται από τα άκρα.
Η χώρα αυτή είναι ιδιαίτερη από γεωγραφική και κοινωνιολογική άποψη. Είναι επίσης μια χώρα μυθική, με μια ιστορία που εξακολουθεί να την διαποτίζει ακόμα, έστω και αν μερικές φορές την βαραίνει. Χωρίς να ανατρέξουμε πολύ πίσω στο χρόνο, στο δέκατο ένατο αιώνα, αντιστάθηκε στον τούρκικο ζυγό και επανέκτησε την ανεξαρτησία της. Στον εικοστό αιώνα, αντιστάθηκε στο φασισμό που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο, και ακολούθησε η αντίσταση στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Όμως η πιο πρόσφατη ιστορία δεν μπορεί να επισκιάσει την επίδραση της αρχαιότητας που είναι πάντοτε παρούσα. Αντί να την ξεπαστρέψει μια για πάντα, όπως προτείνει ο Χρήστος Χρυσόπουλος στο μυθιστόρημά του Ο βομβιστής του Παρθενώνα (και πριν από αυτόν ο Γιώργος Μακρής), με τη μεταφορική σημασία της κονιορτοποίησης της Ακρόπολης, που δεσπόζει πάνω στην πρωτεύουσα και κατά συνέπεια πάνω σ’ ολόκληρη τη χώρα, πρέπει αντίθετα ο λαός να λάβει υπόψη το ψυχολογικό πλεονέκτημα που του προσφέρει, ακόμη και σήμερα, η συνείδηση τού ότι είναι κληρονόμος ενός διάσημου και αναγνωρισμένου παρελθόντος. Αυτό φαίνεται με πολλούς τρόπους στην εθνική ζωή και συμβάλλει στο αίσθημα της μοναδικότητας, της ενότητας και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Οι δρόμοι με ονόματα ανθρώπων, με αναφορές θεών και προσώπων από τη μυθολογία, οι ιστορίες και οι θρύλοι, που παίζονται ή τραγουδιούνται στο θέατρο, που βρίσκονται στη μουσική και στα τραγούδια, υπάρχουν στην καθημερινή ζωή όλων των Ελλήνων, διατηρούν δηλαδή αυτή την συνεχή αναφορά σε μια επιβλητική περίοδο της ιστορίας της χώρας, που παρέχει σε μεγάλο βαθμό την τιμή, αν όχι την εθνική υπερηφάνεια. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα γνωρίζει -και έμμεσα υπενθυμίζει σε όλους- ότι είναι σίγουρα η πιο πρωταρχική, η πιο ουσιαστική- και ίσως η πιο ενωτική- χώρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι λοιπόν απαραίτητη για να συνεχιστεί η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική οικοδόμηση της Ευρώπης.
Αν και χτυπημένη από το οικονομικό και τραπεζικό σύστημα που την έχει υπερβεί – χωρίς να είναι σε θέση να απαλλαγεί από τα εσωτερικά της κακά, κυρίως πολιτικά, που την έχουν αποδυναμώσει πολύ σοβαρά-η Ελλάδα δεν είναι μόνο ο φτωχός προβληματικός συγγενής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη ζώνη του ευρώ. Είναι μια εξαιρετική χώρα, της οποίας οι ιστορικοί, γεωγραφικοί, πολιτιστικοί, ανθρώπινοι, μυθολογικοί και ποιητικοί πόροι είναι χρήσιμοι για όλους τους Ευρωπαίους· ένας λαός ανήσυχος μα γενναίος, ικανός να αντιμετωπίσει για μια ακόμη φορά μία μοίρα αρνητική. Μια χώρα που ενστικτωδώς ξέρει ότι εξακολουθεί να φέρει τον ανέγγιχτο πλούτο της γεωγραφίας της, της ιστορίας της και την ανθρωπολογική της μοναδικότητα, και η οποία αντλεί από εκεί τη διακριτική, αλλά σταθερή δύναμή της για αντίσταση και ανάκαμψη. Αναμφισβήτητα όχι, η Ελλάδα δεν πρέπει να επισπεύσει το θάνατό της, να προσφέρει τον εαυτό της ως εξιλαστήριο θύμα μιας ξένης κοινότητας, που αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την δική της επιβίωση, καθιστώντας την αποδιοπομπαίο τράγο, δεν πρέπει να αρνηθεί ούτε να υποταχθεί στις αυτοκτονικές τάσεις που θα της φέρουν την κατάρρευση που την επηρεάζει, να προσποιείται ότι προετοιμάζεται για την εξαφάνισή της. Οι διανοούμενοι της χώρας θα πρέπει, αντί να παίζουν τη νεκρική πομπή των πενθούντων, να αναζωογονήσουν τις υπόγειες ανέπαφες δυνάμεις στη χώρα που τους χρειάζεται, ως μια σύγχρονη χορωδία. Όχι Δημήτρη Δημητριάδη, η Ελλάδα δεν πέθανε.

Μετάφραση: Βάσω Δερμάνη Jean-Claude


Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ «ΒΟΛΕΜΑΤΟΣ»

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
                        
                        ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*

Στο χώρο του πολιτισμού η Κύπρος, λόγω της αγγλικής αποικιοκρατίας και των προβλημάτων που προέκυψαν μετά την ανεξαρτησία, δεν γνώρισε σε βάθος, πέρα από το εθνικό κίνημα, άλλα πολιτισμικά ή και πολιτικά κινήματα που παρουσιάστηκαν ιδίως τη δεκαετία του ’60 στον υπόλοιπο κόσμο. Το γεγονός άλλωστε ότι δεν διέθετε πανεπιστήμιο και οι Κύπριοι φοιτητές βρίσκονταν διεσπαρμένοι ανά τον κόσμο, την αποστέρησε από τα φοιτητικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στη δεκαετία του ’60 στον υπόλοιπο κόσμο. Το εθνικό πρόβλημα εξάλλου απορροφούσε τις πιο ζωντανές δυνάμεις και απέτρεπε την όποια αμφισβήτηση των διάφορων κατεστημένων. H μόνιμη αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας μέχρι το 1960, δεν ήταν αρκετή για να δημιουργήσει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές αμφισβητήσεις και ανατροπές. Μετά το ’60 και με το αίσθημα της μη δικαίωσης, χάθηκε ακόμη και το αντιστασιακό πνεύμα και κυριάρχησε μια κουλτούρα «βολέματος».
Σε γενικές γραμμές το κυπριακό πολιτισμικό πλαίσιο, στην πρώτη περίοδο της ανεξαρτησίας παρέμεινε, τουλάχιστον εν μέρει, κλειστό, βίωσε μια σχετική απομόνωση, και αρκέστηκε, εν πολλοίς, σε ένα είδος fast food από την Αγγλία και την Ελλάδα.
Ένας από τους λόγους που τα νερά παρέμειναν λιμνάζοντα στο χώρο της κυπριακής κουλτούρας, οφειλόταν και στην ομοιογένεια που παρουσίαζε ο χώρος της Αριστεράς με το ΑΚΕΛ, προσηλωμένο στα σοβιετικά πρότυπα. Στο θεωρητικό επίπεδο ο χώρος αυτός παρήγαγε ελάχιστα και τα κομματικά στελέχη ικανοποιούνταν με το σοβιετικό fast food. Ούτε οι ευρωκομμουνιστικές ανησυχίες, ούτε η άνθιση του μαοϊσμού και του τροτσκισμού ή του τσεχοσλοβάκικου σοσιαλισμού με «ανθρώπινο πρόσωπο», έφτασαν ποτέ στην Κύπρο, πέρα από κάποιους μακρινούς απόηχους. Κατά συνέπεια και στο χώρο του πολιτισμού  αναπαραγόταν ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», φτωχότερος φυσικά από τον πρωτογενή του σοβιετικού χώρου που τουλάχιστον σε κάποιους τομείς παρουσίαζε μια τεχνική εντέλεια. Ακόμη και σε σύγκριση με την ελληνική Αριστερά που βγήκε ηττημένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο, το ΑΚΕΛ παρουσιάζεται σε μειονεκτική θέση. Η αριστερή διανόηση στην Ελλάδα παρά την ήττα του  Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας-ΚΚΕ στον Εμφύλιο Πόλεμο, πέτυχε ουσιαστικά την ιδεολογική και πολιτισμική επιβολή της. Ακόμη και σε επίπεδο θεωρητικής σκέψης, παρά τους δογματικούς περιορισμούς που επέβαλε το ΚΚΕ, παρατηρείται μια έστω και περιορισμένη ζύμωση και ανανέωση. Κυρίως όμως στο χώρο της τέχνης και της κουλτούρας γενικότερα, η ελληνική Αριστερά παρουσιάζει μεταπολεμικά μια αξιοσημείωτη διακίνηση ιδεών και μια παραγωγική ευφορία. Όλα αυτά ανακόπηκαν βέβαια στην Ελλάδα με τη στρατιωτική δικτατορία.
Στην Κύπρο το κοινωνικο-πολιτισμικό και κοινωνικο-πολιτικό κλίμα δεν επέτρεψε καμιά ρωγμή ούτε στο χώρο της μεταπρατικής αστικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων, ούτε στο χώρο ενός συντηρητικού ουσιαστικά και κομφορμιστικού κόμματος της Αριστεράς, του ΑΚΕΛ. Φυσικά όλα αυτά δεν αναιρούν το ρόλο του ΑΚΕΛ στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ούτε τους αγώνες του για τη βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων. Ούτε και υποτιμάται ο ρόλος διανοουμένων που κινήθηκαν με ανησυχίες στο χώρο του ή στα κομματικά του σύνορα, αν και οι πιο ανήσυχοι από αυτούς κινήθηκαν εκτός Κύπρου τον περισσότερο καιρό και σε επαφή με ιδέες που διακινούνταν στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.
Ακόμη και σε ένα χώρο όπου παραδοσιακά οι Κύπριοι είχαν μια σχετικά σεβαστή παρουσία, αυτός της λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίησης, εισέβαλε ο κρατισμός, ο δημοσιοϋπαλληλισμός και ο συντηρητισμός, αν όχι η οσφυοκαμψία. Θα ήταν ενδιαφέρον να γινόταν μια έρευνα για να μαθαίναμε, πόσοι από τους λογοτέχνες της περιόδου της ανεξαρτησίας δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Πόσο όμως «αμφισβητίας» ή κριτικός, για να μη πω επαναστάτης, μπορεί να είναι ο διανοούμενος που βιώνει τον γνωστό κυπριακό δημοσιοϋπαλληλισμό;
Τελικά η κυπριακή κοινωνία παράγει πολιτισμό με αυτή την κομφορμιστική νοοτροπία των διανοουμένων της; Κι είναι δυνατό να πάει μπροστά μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους με κριτική αντίληψη του κόσμου;

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

* E-mail   stephanos.constantinides@gmail.com



Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Περί κυπριακής διαλέκτου

                                ΑΝΤΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ, Ο ΑΥΤΟΘΑΥΜΑΣΜΟΣ!

                                                   Το πουλλίν το σιεζαρίδιν όπου πάει το κωλίν του παίρνει το!

Το κείμενο του κ. Αλέξανδρου Γεωργίου (στο εξής A.Γ) με τίτλο «Αντί διαλόγου, ύβρεις» (εφ. Πολίτης, ημ. 29 Απριλίου 2012) πολύ με εξέπληξε. Ο τίτλος που δόθηκε στο κείμενο είναι τουλάχιστον ατυχής. Ένας άλλος τίτλος, όπως π.χ. «Αντί διαλόγου, ο αυτοθαυμασμός!», θα ανταποκρινόταν, ίσως, πληρέστερα στην «εργολαβική», όπως φαίνεται, προσπάθεια του συγγραφέα του να συνοψίσει τις απόψεις του κ. Γεωργίου Α. Ξενή για την Κυπριακή Ελληνική ως ποικιλία (διάλεκτο) της ελληνικής γλώσσας που ομιλείται στην Κύπρο. Προς τι όμως η συνόψιση αυτή και υπό ποια ιδιότητα την κάνει ένας «άγνωστος» τρίτος και όχι ο ίδιος ο κ. Ξενής, αν έκρινε, βέβαια, ο ίδιος σκόπιμο να την κάνει, υπό το φως της αποτυχίας του να πείσει με τις διατυπωθείσες ως τώρα απόψεις του; Και τι συνόψιση είναι αυτή, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, επί μερικών σημείων, είναι εκτενέστερη και από το συνοψισμένο κείμενο του κ. Ξενή που δημοσιεύτηκε στον Τύπο; Προς τι, επίσης, η βιβλιογραφία (N. Chomsky, R. Greenberg, L. Hjelmslev), τη στιγμή που, εξ όσων έχω υπόψη μου, ο ίδιος ο κ. Ξενής ποτέ δεν επικαλέστηκε τη βιβλιογραφία αυτή; Δεν πέρασε από το μυαλό του κ. Α. Γ. ότι η ενέργειά του αυτή είναι δυνατόν να εκθέτει τον κ. Ξενή παρά να τον ενισχύει από την παράλειψή του να το κάνει ο ίδιος;
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο επαρκής αναγνώστης δεν μπορεί παρά να εικάσει ότι ο κ. Α Γ. α) ενεργεί, ίσως, καθ’ υπόδειξη τρίτου ή β) δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, με την έννοια ότι το κείμενο γράφτηκε, ίσως, από κάποιον άλλο.
Οι πιο πάνω εικασίες ενισχύονται, πολύ ή λίγο, από τις εξής επιμέρους παρατηρήσεις:
Α) Ο κ. Α.Γ. (λυπούμαι που δεν τον γνωρίζω) αναφέρεται, αφενός, στον αποστολέα της ανοικτής επιστολής που δημοσιεύτηκε στον Πολίτη (ημ.22 Απρ. 2012) ως «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων», και στον αποδέκτη, αφετέρου, δηλ. «τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Γεώργιο Ξενή». Από τη μια, λοιπόν, ο Νεόφυτος Επιφανείου (sic), που ως επιστήμονας είναι άγνωστος, όπως, άλλωστε, άγνωστα είναι και τα υπόλοιπα στοιχεία που συγκροτούν το C.V. του, όπως, τουλάχιστον, ισχυρίζεται ο κ. Α.Γ., ενώ από την άλλη έχουμε ενώπιόν μας έναν Αναπλ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, τον κ. Ξενή, ένα «διεθνώς καταξιωμένο επιστήμονα και προσφάτως βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών!» Εν άλλοις λόγοις, από πού ως τα πού ο κ. Επιφανείου (sic) τολμά να αρθρώσει λόγο για ένα τόσο σημαντικό θέμα και προπάντων να τα βάλει με τον κ. Ξενή! Αυτό μου θυμίζει τον «Ανώνυμο» που, θέλοντας να κακίσει την τόλμη του κ. Κ. Γιαγκουλλή να διαφωνήσει με τον κ. Ξενή για τις προκλητικές απόψεις που διατύπωσε για τους μελετητές της Κυπριακής διαλέκτου, έγραψε: «Ο κ. Γιαγκουλλής (…) διεγείρει θυμηδία το ότι «διορθώνει» τον Καθ. κ. Ξενή»! Αν, λοιπόν, ο κ. Επιφανείου (sic) κακώς τολμά να καταθέσει την άποψή του για θέματα γλώσσας, αφού είναι «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων», τότε, mutatis mutandis, και ο κ. Α.Γ. (αν είναι υπαρκτό, όπως εύχομαι, πρόσωπο), κακώς παρεμβαίνει σε μια επιστημονική συζήτηση που δεν τον αφορά, κυρίως γιατί και ο ίδιος, όπως φαίνεται, είναι «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων»! Αν όμως ο κ. Α.Γ. δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ένα alter ego κάποιου άλλου (αλήθεια, ποιου;) τότε τα πράγματα αλλάζουν και δε μου πέφτει λόγος για το τεραστίων ηθικών διαστάσεων θέμα που εγείρεται και που πρέπει να διερευνηθεί και να συζητηθεί.
Β) Ο κ. Α. Γ. (ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν) ισχυρίζεται ότι ο κ. Επιφανείου (sic) χρησιμοποιεί «ένα ψευτοκουλτουριάρικο και εν πολλοίς ακατανόητο ύφος» και «αποδίδει ιδέες στον κ. Ξενή που ποτέ δεν υποστήριξε (λ.χ. ότι η κυπριακή διάλεκτος είναι κίνδυνος για την ελληνική γλώσσα!)» Φαίνεται ότι ο κ. Α.Γ. δε διάβασε τις δημοσιευθείσες επιστολές του κ. Ξενή για την κυπριακή διάλεκτο και τους μελετητές της ή προσπαθεί να συσκοτίσει εκ των υστέρων τα πράγματα και να θολώσει τεχνηέντως το τοπίο. Βέβαια, η ασάφεια και το «ακατανόητο ύφος» είναι τα χαρακτηριστικά του κ. Ξενή, διαφορετικά, αν ήταν εξαρχής σαφής («σοφών το σαφές»), η ανάγκη παρέμβασης του κ. Γεωργίου για να διευκρινίσει και να συνοψίσει εκ των υστέρων τις απόψεις του κ. Ξενή θα ήταν αχρείαστη και περιττή και δε θα έδινε λαβή για εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνείες. Ο όρος Νεοελληνική Κοινή είναι πολυσήμαντος, ο κ. Ξενής όμως δε διευκρινίζει με ποια σημασία τον χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα άλλα να εννοεί αυτός και άλλα οι συνομιλητές του. Σήμερα με τον όρο αυτό τίποτε άλλο δεν εννοούμε παρά τη Νεοελληνική γλώσσα (Γ. Μπαμπινιώτης, εφ. Το Βήμα, ημ. 5.12.1999).
Γ) Ο κ. Α.Γ. (αλήθεια, ποιος είναι;) επαναλαμβάνει, σχεδόν αντιγράφει, τον κ. Ξενή σε ό,τι αφορά τους λεγόμενους Νεοκύπριους, οι οποίοι αποκαλούνται «κυπροσοβινιστές», «εθνικιστές» κ.ά., χωρίς όμως να κατονομάζονται! Αυτό είναι απαράδεχτο! Δεν μπορείς να κινδυνολογείς, να αναστατώνεις, να διεγείρεις και να προκαλείς το δημόσιο αίσθημα μιλώντας γενικά και αόριστα. «Ορθότατα», γράφει ο κ. Α.Γ., «ο κ. Ξενής περιγράφει την ιδεολογική τάση και δεν κατονομάζει πρόσωπα: η προσωποποίηση της συζήτησης και η στοχοποίηση συμπολιτών μας είναι από τα θλιβερά στοιχεία του δημόσιου λόγου της Κύπρου». Δηλαδή ο κ. Ξενής, όπως μας εξηγείται εδώ και εφόσον τον εκφράζει ορθά και κατ’ εξουσιοδότηση ο κ. Α.Γ., δε λέει τα πράγματα με το όνομά τους και δε βάζει πρόσωπα και πράγματα στη θέση τους. Μιλά γενικά και αόριστα, χωρίς να κατονομάζει κανέναν, απλώς για να τον προσέχουμε και για να επιβεβαιώνουμε την παρουσία του.
Δ) Κοινός στόχος τόσο του κ. Α.Γ. όσο και του κ. Γεωργίου Α. Ξενή είναι, μεταξύ άλλων, η πολεμική εναντίον της Ιστορίας της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας των Γ. Κεχαγιόγλου - Λ. Παπαλεοντίου (εδώ κατ’ εξαίρεση κατονομάζονται πρόσωπα!). Ενώ όμως ο κ. Α.Γ. σημειώνει με έμφαση ότι ο κ. Γεώργιος Α. Ξενής είναι «προσφάτως βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών», όλως περιέργως αποσιωπά το γεγονός ότι οι Γ. Κεχαγιόγλου - Λ. Παπαλεοντίου (εκτός από… Νεοκύπριοι! – έτσι τους βάφτισε ο καθηγητής Π. Βουτουρής) είναι προσφάτως βραβευμένοι τόσο από την Ακαδημία Αθηνών όσο και από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Κατά τα άλλα μιλούμε για επιστημονικό διάλογο!
Ε) Τελειώνοντας θα ήθελα να υποδείξω στον κ. Α.Γ, που τόσο κόπτεται -και καλά κάνει- για την Κοινή Νεοελλληνική (γρ. Νεοελληνική γλώσσα), ότι τα εξής χωρία από το κείμενό του δεν αποτελούν καλά ελληνικά: α) «Εκτός από αυτά η επιστολή αποδίδει ιδέες στον κ. Ξενή που ποτέ δεν υποστήριξε ή παρουσιάζει ως δικές της ιδέες που ήδη υποστήριξε ο κ. Ξενής». β) «Τους είναι αρεστό να κάνουν ad hominem επιθέσεις, όπως είναι ο αρθρογράφος της ανοικτής επιστολής».
Επειδή ο κ. Ξενής βάζει τελεία και παύλα στην περαιτέρω συζήτηση με τον υποφαινόμενο, θα ήθελα να του στείλω τα χαιρετίσματά μου. Πολύ θα μου λείψει! Όσο για το εξής αρχαίο χωρίο που χρησιμοποιεί ως τίτλο, καλό θα ήταν αν δήλωνε ότι ανήκει στον Πίνδαρο (Ν.7.105): Ταυτά δε τρις τετράκι τ’ αμπολείν / απορία τελέθει. Προσωπικά εμπιστεύομαι και τη δίολη ή δίπουρκη και την τρίολη καλλιέργεια της γης (και της σκέψης), ακόμα και το απλό νιατίν και την καλουρκάν, φτάνει να είναι «βαθκιά». Όντως, όμως, τα πολλά λόγια έν’ φτώσεια!

Κ. Γιαγκουλλής
1 Μαΐου 2012

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Ένα μυθιστόρημα - σταθμός

Η Ανατολική Μεσόγειος  της Ήβης Μελεάγρου


H Ανατολική Μεσόγειος (1969) της Ήβης Μελεάγρου μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη σημαντική κορύφωση, ένα μεγάλο άλμα τόσο στο πεζογραφικό της έργο όσο και στο μυθιστόρημα που γράφεται στην Κύπρο κατά τον 20ό αιώνα. Πειραματικό, αποσπασματικό και συχνά δύσβατο, με διδάγματα από την ευρωπαϊκή παράδοση του μοντερνισμού και του γαλλικού Νέου Μυθιστορήματος (τη λεγόμενη «Σχολή του βλέμματος»), με αφηγηματική γλώσσα πολύμορφη, συνήθως υπαινικτική και μεταφορική, λέει λιγότερα και κρύβει περισσότερα. Με την αξιοποίηση της πολυεστιακής αφήγησης η συγγραφέας επιχειρεί να δείξει πολυπρισματικά τα πράγματα και να χωνεύσει στον ερωτικό καμβά της μυθοπλασίας στοιχεία από το κυπριακό ιστορικό πλαίσιο των χρόνων γύρω στο 1960.
Όσο και αν η θεματική και η αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος κατατεμαχίζονται και διαχέονται με μοντερνιστικούς ρητορικούς τρόπους, πολλά στοιχεία παραπέμπουν ευδιάκριτα ή πιο καλυμμένα σε στιγμές της πιο πρόσφατης κυπριακής ιστορίας: Ο απελευθερωτικός και ενωτικός αγώνας μνημειώνεται κυρίως με τις σελίδες που γράφει ο νεαρός Κορνάρος στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, προτού απαγχονιστεί από τους βρετανούς αποικιοκράτες. Άλλα περιστατικά, όπως οι πρώτες αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους το καλοκαίρι του 1958, συσσωρεύονται επαναληπτικά, με υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις, και επανέρχονται επίμονα και βασανιστικά στον μονόλογο και στις ανομολόγητες ενδοσκοπήσεις της κεντρικής ηρωίδας, που αποτυπώνονται συχνά με καφέ τυπογραφικά στοιχεία, ή ακόμα και σε λογής μεταδιηγήσεις, όπως τη διήγηση της Ανθούσας. Επίσης, ιδίως σε πολιτικές συζητήσεις δυο δικηγόρων του μυθιστορήματος, του Ίωνα και του Γιώργου, περνούν οι προβληματικές συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, με τις οποίες προβλεπόταν η ίδρυση μιας δήθεν ανεξάρτητης αλλά στην ουσία εξαρτημένης και κολοβής Κυπριακής Δημοκρατίας, το αίσθημα της διάψευσης που επικρατούσε στο δυσλειτουργικό κυπριακό κράτος, οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Μακαρίου για τροποποίηση του Συντάγματος με τα λεγόμενα δεκατρία σημεία, με αποκορύφωμα την έκρηξη των διακοινοτικών συγκρούσεων παραμονές Χριστουγέννων του 1963. Παράλληλα ενσωματώνονται και διηγήσεις, βιώματα, μνήμες, υπαινιγμοί που παραπέμπουν σε παλιότερες εποχές· λ.χ. σε μορφές της αρχαίας κυπριακής ιστορίας (Κινύρας, Ευαγόρας, Ονήσιλος), στο μαρτύριο του Βραγαδίνου κατά την άλωση της Αμμοχώστου από τους Τούρκους το 1571, στον απαγχονισμό του «δεσπότη», δηλ. του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, κατά τα αιματηρά γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821, κτλ. Όλα αυτά υποτυπώνονται και συνυφαίνονται με ποικίλους ρητορικούς τρόπους στον αφηγηματικό ιστό του μυθιστορήματος, καλά συγχωνευμένα με τη μυθοπλασία.
Η συγγραφέας επιλέγει να φωτίσει τα πράγματα κυρίως από τη σκοπιά της Μαργαρίτας και κατά δεύτερο λόγο με το βλέμμα του θείου Ίωνα. Η εστίαση εκχωρείται περισσότερο φευγαλέα στον Νικήτα, στη Φρύνη και στον Κορνάρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση είναι εστιασμένη στο πρόσωπο της Μαργαρίτας, η οποία κινείται με το αμάξι της στον χώρο – κυρίως στην περίκλειστη από τα ενετικά τείχη παλιά πόλη της Λευκωσίας και κατεξοχήν στη βορινή πλευρά της – και φωτογραφίζει με το βλέμμα της αναγνωρίσιμα μνημεία και κτίσματα (ενετικά τείχη, τάφρος, Φραγκοεκκλησιά, Πύλη Κερύνειας, άγαλμα του Ατατούρκ, Πλατεία Σεραγίου, μεσαιωνική εκκλησία Αγίας Σοφίας, τέμενος Μπαϊραχτάρη, Πύλη Πάφου κτλ.), και ταυτόχρονα επιχειρεί διαρκείς καταδύσεις και αναδιπλώσεις στον χρόνο, για να φέρει στην επιφάνεια γεγονότα και συμβάντα που σημάδεψαν την πολιτική ζωή του τόπου (και τη δική της): Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος δίνονται κομματιαστά και αρκετά συγκαλυμμένα οι σφαγές ομάδας Ελληνοκυπρίων από φανατισμένους Τουρκοκύπριους, οι οποίες έγιναν με την υποκίνηση και τη συμβολή βρετανών αποικιοκρατών τον Ιούνιο του 1958 ανάμεσα στα χωριά Κιόνελι και Κοντεμένος. Πρόκειται για εύγλωττο παράδειγμα της αποικιοκρατικής πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε» («divide et impera»). Καθώς η Μαργαρίτα διασχίζει τον κάμπο από τη Λευκωσία προς την Κερύνεια, αναπλάθει νοερά την αγωνιώδη προσπάθεια των αθώων ελληνοκύπριων πολιτών να γλιτώσουν τη σφαγή τρέχοντας μέσα στα αθέριστα σπαρτά και στο γυμνό τοπίο, που δεν τους παρέχει καμιά κάλυψη και προστασία. Σε τέτοιες σκηνές εσωτερικής αναδίπλωσης, η Μαργαρίτα στρέφεται στον εαυτό της και συνδιαλέγεται με το διχασμένο εγώ της, την Ελένη. Υιοθετώντας ανάλογες τεχνικές συγγραφέων του μοντερνισμού και του γαλλικού Νέου Μυθιστορήματος (λ.χ. του Κλοντ Σιμόν και του Σάμιουελ Μπέκετ), η Μελεάγρου φρόντισε να εκτυπώσει με σκουροκόκκινο χρώμα τέτοια χωρία ενδοσκόπησης και αναμέτρησης με το άλλο εγώ, που λειτουργούν ως βαλβίδας ασφαλείας για να διοχετευτούν φόβοι, εμμονές, παιδικά τραύματα και ανομολόγητοι πόθοι.
Δεν έχει άδικο ο Σεφέρης όταν γράφει στις 25 Ιουνίου 1970 σε επιστολή του προς τη Μελεάγρου: «Εσείς όμως έχετε μιαν άμεση αίσθηση της γης, που δεν το βρίσκει κανείς εύκολα». Αυτή η άμεση αίσθηση της γης επιτυγχάνεται μέσω της Μαργαρίτας, που εισπνέει και εγκλωβίζει με όλες τις αισθήσεις της τον χώρο που την περιβάλλει, την πόλη με τα τείχη και τα μνημεία της, την άνυδρη γη του κάμπου, τα βουνά, τη θάλασσα. Μάλιστα η ηρωίδα επιδιώκει να ζωγραφίσει τοπιογραφίες, όσο και αν η ζωγραφική είναι απλώς μια διέξοδος, μια αφορμή για να ξεφεύγει από τα προβλήματά της. Το κείμενο αρχίζει (και τελειώνει) με αποσιωπητικά, με μικρό αρχικό γράμμα, για να υποδηλωθεί ότι δεν έχει αρχή ούτε τέλος, όπως ταιριάζει με την πεζογραφία του μοντερνισμού.
Η ερωτική (και πολιτική) μορφή της Μαργαρίτας έλκει γύρω της (σαν συγκολλητικός ιστός αράχνης) πρόσωπα και καταστάσεις, όπως το πρόσωπο του θείου Ίωνα και, χωρίς να το ξέρει, τη μορφή του ετοιμοθάνατου νεαρού αγωνιστή Κορνάρου. Ο εξ αγχιστείας θείος Ίων, καλός δικηγόρος και κατεξοχήν ιδεολόγος, είναι το πλέον πολιτικό αφηγηματικό πρόσωπο του μυθιστορήματος (το όνομά του ενδέχεται να παραπέμπει στον ιδεολόγο Ίωνα Δραγούμη και συνειρμικά στον έρωτά του για την Π. Δέλτα). Ο Ίων αναπλάθει νοερά εικόνες από τον αγώνα της ΕΟΚΑ και βιώνει έντονα την ιδεολογική διάψευση που επισφράγισε την έκβασή του, με τις συνθήκες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την προοπτική του αφηγηματικού παρόντος (Δεκέμβριος 1963) ο θείος Ίων ανακαλεί στη μνήμη του τις τελευταίες στιγμές και την εκτέλεση του Κορνάρου (που είχε γίνει το 1958, μετά την πρώτη έκρηξη των διακοινοτικών συγκρούσεων), διαβάζοντας και το ημερολόγιο που άφησε ο τελευταίος. Ο ίδιος αξιολογεί ως υπερβολικά τα προνόμια που δόθηκαν στους Τουρκοκύπριους με τις συνθήκες εγκαθίδρυσης και θεωρεί ότι η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος σε «δεκατρία σημεία» δεν πρόκειται να επιφέρει «τομήν εις την κατάργησιν των πανάθλιων Συμφωνιών».
Ο έφηβος Κορνάρος συνοψίζει στο πρόσωπό του νεαρούς αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, όπως τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον Μιχαλάκη Καραολή αλλά και τον Μάρκο Δράκο, που ζήτησε να ακούσει την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν προτού οδηγηθεί στην αγχόνη. Οι υποτιθέμενες ημερολογιακές σημειώσεις του Κορνάρου, που εκτυπώνονται με πένθιμο μοβ χρώμα, αποτελούν μιαν από τις πιο γοητευτικές σελίδες που γράφτηκαν για τον κυπριακό αγώνα του 1955-1959: Εδώ ο αφηγηματικός χρόνος διαστέλλεται για να χωρέσει ένας καταιγισμός σκέψεων της ύστατης στιγμής, όταν ο νέος συνωθεί σε ημερολογιακές σημειώσεις, που καταλήγουν σε παραληρηματικό μονόλογο, μνήμες από τον αγώνα και τους συναγωνιστές του, οράματα και ιδανικά, την αγάπη για τη ζωή και τον φόβο του θανάτου, ενώ η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν ηχεί στα αυτιά του ως πένθιμο εμβατήριο για τον επικείμενο απαγχονισμό του. Αρχικά ο δεκαοχτάχρονος ήρωας προσπαθεί να πιαστεί από τη ζωή, συνομιλώντας νοερά με τον συναγωνιστή του Βασίλη, που έχει ήδη εκτελεστεί, και με την ερωτική μορφή της Μαργαρίτας. Στο τέλος, όμως, στρέφεται στον εαυτό του, ξεπερνά τον φόβο του θανάτου και αναγνωρίζει το μεγαλείο της ψυχής του· είναι έτοιμος πια να αντιμετωπίσει την αγχόνη των βρετανών αποικιοκρατών για χάρη της πατρίδας του.
Ο Σεφέρης, εκτός από την «άμεση αίσθηση της γης», πρόσεξε και επιδοκίμασε στην Ανατολική Μεσόγειο και την παρουσία του «τυφλού ποιητάρη», του επαγγελματία ριμαδόρου που τύπωσε σε φυλλάδα ένα τραγούδι του στην κυπριακή διάλεκτο, στο οποίο αποτυπώνονται οι διακοινοτικές συγκρούσεις και ο φόνος ενός παλικαριού. Ασφαλώς ο Σεφέρης γοητεύεται από την εμφάνιση ενός λαϊκού στιχοπλόκου, ο οποίος μεταφέρει σε στίχους την επικαιρότητα. Η σκηνή με τον τυφλό ποιητάρη, που δίνεται από τη σκοπιά της Μαργαρίτας, προφανώς αποδίδει το λαϊκό αίσθημα και την κοινή αντίληψη για την έξαρση των διακοινοτικών συγκρούσεων και την αυξανόμενη εχθρότητα ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Οι ποιητάρικοι στίχοι, που γράφτηκαν από την ίδια τη Μελεάγρου με πρότυπο τις ποιητάρκες φυλλάδες, λειτουργούν ως μεταδιήγηση και αποδίδουν μανιχαϊστικά, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη, τις βλέψεις και τις διεκδικήσεις των Τουρκοκυπρίων.
Η Ανατολική Μεσόγειος αλλά και η πιο σύνθετη Προτελευταία εποχή προϋποθέτουν την πεζογραφία του μοντερνισμού (λ.χ. J. Joyce, Οδυσσέας, 1922· W. Faulkner, H βουή και το πάθος, 1929, Καθώς ψυχορραγώ, 1930), το ευρωπαϊκό ιδεολογικοπολιτικό μυθιστόρημα (λ.χ., του J.-P. Sartre), σε κάποιο βαθμό και τις εξελίξεις στο γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα, αλλά και τις Ακυβέρνητες πολιτείες (1960-1965) του Στρ. Τσίρκα. Η τεχνική του ματιού, η πολυεστίαση (ή πολλαπλή εσωτερική εστίαση), οι ενδοσκοπικές αφηγηματικές τεχνικές (εσωτερικός μονόλογος, ροή της συνείδησης, ψυχοαφήγηση, αφηγημένος ή μνημονικός μονόλογος) είναι από τις νεότροπες αφηγηματικές στρατηγικές που επιστρατεύονται για να έρθουν στην επιφάνεια και να αρθρωθούν οι διεργασίες που συντελούνται στο ασυνείδητο αλλά και στη σκέψη των βασικών αφηγηματικών χαρακτήρων, για να ρηματοποιηθούν οι ανομολόγητες και καταπιεσμένες επιθυμίες τους, οι σκέψεις της στιγμής και οι βασανιστικοί διαλογισμοί, οι υπαρξιακές, ερωτικές ή άλλες ανησυχίες τους, το άγχος και ο πανικός που τους διακατέχουν για την αβέβαιη πολιτική κατάσταση του τόπου τους, που προδιαγράφεται ζοφερή και επικίνδυνη. Η τεχνική της πολυεστίασης, καλά δοκιμασμένη στα παραπάνω μυθιστορήματα του Joyce, του Faulkner, του Στρ. Τσίρκα, αλλά και στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο (1957-1960) του L. Durrell, βοηθά και τη Μελεάγρου να δείξει τα πράγματα πολυπρισματικά, μέσα από διαφορετικές και συμπληρωματικές σκοπιές· λ.χ. μέσα από την ξεχωριστή ευαισθησία, τις σκέψεις, τις εμμονές και το ιδιόλεκτο της Μαργαρίτας, ή μέσα από την πολιτική σκέψη του Ίωνα και την οπτική γωνία άλλων, δευτερευόντων αφηγηματικών προσώπων.
Παράλληλα, θα ήταν χρήσιμη η ένταξη της Ανατολικής Μεσογείου και στα συμφραζόμενα της κυπριακής ή άλλης πεζογραφίας της εποχής, για να διαπιστωθεί ότι είναι το πρώτο αξιόλογο μυθιστόρημα που γράφεται στην Κύπρο, ύστερα από τα συνθετικά πεζογραφήματα που γράφτηκαν από Κυπρίους που έζησαν εκτός Κύπρου (όπως ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Λουκής Ακρίτας). Όταν ο L. Durrell εξέδωσε το προπαγανδιστικό μυθιστορηματικό χρονικό Πικρολέμονα (1957), στο οποίο παρουσιάζει από καθαρά βρετανική σκοπιά τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων ως τρομοκρατική ενέργεια, πλαισιώνοντας τις πολιτικές του θέσεις με ειδυλλιακές ταξιδιωτικές περιγραφές μερικών περιοχών του νησιού (ιδίως στην επαρχία της Κερύνειας), ένας διπλωμάτης και συγγραφέας, ο Ρόδης Ρούφος, αναλαμβάνει να ανασκευάσει με το μυθιστόρημά του Η χάλκινη εποχή (1960) τις αποικιακές στρατηγικές του προηγουμένου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Κώστας Μόντης επιλέγει να γράψει ένα αφήγημα (Κλειστές πόρτες, 1964), χρησιμοποιώντας κυρίως τη γλώσσα της ποίησης και της καρδιάς, για να δώσει τη δική του εκδοχή για τον κυπριακό αγώνα και για να απαντήσει στα Πικρολέμονα του Durrell και, πιο έμμεσα, στις μετα-αποικιακές στρατηγικές τις οποίες χρησιμοποιεί συνειδητά ο Ρούφος στη Χάλκινη εποχή του. Η Μελεάγρου δεν έχει ως προτεραιότητά της στην Ανατολική Μεσόγειο να απαντήσει στα Πικρολέμονα. Πάνω απ’ όλα επιδιώκει (και επιτυγχάνει) να μεταποιήσει την ιστορία σε μυθοπλασία, να μεταπλάσει σε ένα μυθιστόρημα-ποταμό τις πολιτικές περιπέτειες της Κύπρου κατά τα τελευταία χρόνια της βρετανοκρατίας και στα εντελώς πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, οι σελίδες του μυθιστορήματος που αναφέρονται στον κυπριακό αγώνα (κυρίως οι ημερολογιακές αναφορές του Κορνάρου, ενταγμένες σε ανάλογες πολιτικές σκέψεις και τοποθετήσεις του Ίωνα), αλλά και οι επανειλημμένες υπομνήσεις ότι οι βρετανοί αποικιοκράτες υποκινούσαν διασπαστικές τάσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους – όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν έμμεση και πειστική, αποστομωτική απάντηση στις προπαγανδιστικές θέσεις των Πικρολέμονων. Άλλωστε, τον δρόμο τον είχε δείξει ο Σεφέρης (παλιός φίλος του δήθεν φιλέλληνα Durrell, γνωστός του Ρούφου και όψιμη γνωριμία της Μελεάγρου) με την ώριμη ποιητική συλλογή του ...Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν... ή Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ (1955), στην οποία κατόρθωσε να μνημειώσει με θαυμαστική-μοντερνιστική ματιά αλλά και με ρεαλιστική τόλμη τον κόσμο της Κύπρου, τις αρχέγονες καταβολές του και τα πολιτικά του προβλήματα, χωρίς να τον ψευτίζει και χωρίς να καταφεύγει σε προπαγανδιστικά δεκανίκια· πέτυχε να τον αποδώσει αυθεντικά, όπως τον απέδωσε με τον ζωγραφικό του χρωστήρα ο Διαμαντής. Έχω την αίσθηση ότι κάτι ανάλογο επιχείρησε να πετύχει και η Μελεάγρου στην Ανατολική Μεσόγειο· να συλλάβει με εξαιρετική αισθαντικότητα την αύρα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να δείξει αφαιρετικά και νεοτερικά τον κόσμο της Κύπρου του 1960, που εξαιτίας των πολιτικών πραγμάτων (της αποικιακής πολιτικής των Βρετανών, των στρατηγικών βλέψεων της Τουρκίας, της «εθνικοφροσύνης» ορισμένων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και της εχθρικής στάσης των ελλαδιτών συνταγματαρχών απέναντι στην κυβέρνηση Μακαρίου) παρασυρόταν στον διχασμό και στη ρήξη, γεγονός που οδήγησε στη συμφορά του 1974 και στα γνωστά τραγικά αποτελέσματά της.
Η Ανατολική Μεσόγειος φαίνεται πως διαψεύδει την αρχικά υπερβολική άρνηση της κριτικής· όσο πειραματικό και δύσβατο και αν είναι το μυθιστόρημα αυτό, όσο και αν δύσκολα ελκύει τον μέσο αναγνώστη, που μάταια θα αναζητήσει σ’ αυτό μια κανονική πλοκή και ιστορία, με αρχή μέση και τέλος· όσο και αν ένας υπομονετικός και υποψιασμένος αναγνώστης θα πρέπει να εργαστεί εντατικά για να βάλει σε τάξη τις άφθονες λεπτομέρειες και τους παραληρηματικούς μονόλογους, τα χάσματα της αφήγησης και το χάος μιας αέναης ψυχολογικής ρευστότητας, τις εναλλαγές της εστίασης και τις διαρκείς χρονικές παλινδρομήσεις ή να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει τις φευγαλέες αναφορές, τις αποσιωπήσεις, τους σκοτεινούς υπαινιγμούς και τις αμφισημίες, τελικά η Ανατολική Μεσόγειος φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα με τον χρόνο και να μας προσκαλεί σε νέες αναγνώσεις. Πάντως, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να διδάξει πολλά σε νέους συγγραφείς, που πειραματίζονται με τη μυθοπλασία.
   
    Λευτέρης Παπαλεοντίου

Αποσπάσματα από την Εισαγωγή στην έκδοση: Ήβης Μελεάγρου, Ανατολική Μεσόγειος, επιμ. Λ. Παπαλεοντίου, Λευκωσία, Αρμίδα, 2011. Ο τόμος παρουσιάζεται απο τους Γιάννη Ιωάννου και Μυρτώ Αζίνα σε εκδήλωση την οποία διοργανώνει η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου (Πολιτιστικό Κέντρο Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Λευκωσία, 2 Μαΐου 2012).