Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Για τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό

 




 
Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός: Ὁ μεγαλομάρτυρας τοῦ 1821 στὴν Κύπρο

 

Τοῦ θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λήδρας κ. Ἐπιφανίου

Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ

 

Λόγος ἐκφωνηθεὶς εἰς τὸ Λύκειον Ἁγίου Γεωργίου Λακατάμιας

τῇ 14ῃ Ἀπριλίου 2021

------------------------------------

Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγητές,

Ἀξιότιμε κ. Διευθυντὰ μετὰ τοῦ περὶ Ὑμῶν Καθηγητικοῦ Συλλόγου τοῦ Λυκείου τούτου,

Ἐνθουσιώδης μαθητιῶσα νεολαία,

 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανὸς εἶναι μία σπουδαιότατη προσωπικότητα τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας στὴν Κύπρο. Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ζωή του καὶ ἀναδεικνύουν τὴν πολύπλευρη προσωπικότητα καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀνδρὸς εἶναι λίγο ἢ πολὺ γνωστά μέσα ἀπὸ τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια, τὶς ἐθνικὲς ἑορτές, τὰ μεγαλόπνοα ποιήματα, καθὼς ἐπίσης ἀπὸ τὶς προσωπογραφίες του καὶ τοὺς πίνακες ζωγραφικῆς ποὺ ἀναπαριστοῦν στιγμιότυπατῆς ἱστορικῆς αὐτῆς περιόδου. Συνεπικουρεῖ στὰ ἀνωτέρω καὶ ἡ ἐτήσιος μνήμη του ποὺ τελείται στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Φανερωμένης, ὅπου ὁ κάθε ὁμιλητής, θέλοντας νὰ προβάλει τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνδρός, ξεδιπλώνει ἀριστοτεχνικὰ τὸν βίο τοῦ Κυπριανοῦ κατὰ τὴν ρητορική του δεξιότητα.

Στὶς ὁμιλίες ποὺ κατὰ καιροὺς ἐκφωνοῦνται[1] στὴν μνήμη του, ὁ κάθε ὁμιλητὴς προβάλλει τὶς πτυχὲς τοῦ βίου καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυπριανοῦ ποὺ κρίνει καταλληλότερες, γιὰ νὰ μεταφέρει τὰ μηνύματα ποὺ ἐπιθυμεῖ στὸ παρευρισκόμενο ἀκροατήριο. Οἱ ὁμιλητὲς ἀποκαλοῦν τὸν Κυπριανὸ «μάρτυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος» ἢ «ἱερομάρτυρα». Στὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ 1918 ὁ ὁμιλητὴς Ἰωάννης Παπαπορφυρίου[2] ἀποκάλεσε τὸν Κυπριανὸ «μεγαλομάρτυρα». Καὶ δικαίως, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, γιὰ τρεῖς λόγους:

α) Διότι, ἐνῶ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ φύγει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τὸν παρότρυναν κιόλας πρὸς τοῦτο, τὸ ἀπέρριψε παντελῶς·

β) Σὲ συνάρτηση μὲ τὴν προηγούμενη θέση, πορεύθηκε στὸ αἱματηρὸ μαρτύριο ἐν γνώσει του καὶ ἑκουσίως, μιμούμενος τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ πορεύθηκε ἑκουσίως στὸ Πάθος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας·

γ) Σὲ συνέχεια καὶ ὡς προέκταση τῆς τελευταίας θέσης, μιμούμενος καὶ σὲ αὐτὸ τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦ, προνόησε γιὰ τὴν διαφύλαξη τοῦ ποιμνίου του, πολὺ δὲ περισσότερον, γιὰ τὴ διασφάλισή του στὴν εὐσέβεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τῶν Πατέρων του.

Διασαφηνίζοντας πλατύτερον καὶ ξεχωριστὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς λόγους, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ πρῶτος λόγος ὡς πρῶτο σκαλὶ στὴν κλίμακα τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν καλλίνικο καὶ ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μεγαλομάρτυρος, εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη καὶ σθεναρὴ ἀπόρριψη τῆς δυνατότητας νὰ φυγαδευθεῖ γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του. Ὁ Κυπριανὸς ὡς ἀρχιεπίσκοπος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ κινηθεῖ καὶ νὰ μετακινηθεῖ ὅπου ἤθελε. Ἡ θέση του καὶ ἡ δύναμη ἐξουσίας ποὺ ἀπέρρεε ἐξ αὐτῆς μπόρεσαν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν διαφυγὴ ἀπὸ τὴν Λευκωσία καὶ τὴν διάσωση στὰ προξενεῖα ποὺ βρίσκονταν στὴν Λάρνακα τοῦ προύχοντα Χ΄΄ Πετράκη Κυθέρειου[3]. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε κάνει καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως δὲν τὸ ἔκανε. Ὅταν ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne «γιατί ἐν μέσῳ τέτοιων κινδύνων δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, ἀνακοίνωσε ὅτι θὰ ἔμενε νὰ ὑποστηρίζει τὸν λαό του κατὰ τὴν δύναμή του μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[4]. Ἐπιπροσθέτως, ὁ Κυπριανὸς παροτρύνθηκε ἀπὸ τὸν Κιόρογλου, ἕναν Τοῦρκο προύχοντα μὲ ἀνθρωπιστικὰ αἰσθήματα, δύο φορές, μίαν ἀπὸ τὸν ἴδιο προσωπικὰ καὶ μίαν μέσῳ τοῦ γιοῦ του, γιὰ νὰ φύγει καὶ νὰ γλυτώσει. Ἀπέρριψε καὶ τὶς δύο φορὲς τὴν πρόταση. Μὲ ἐξαίσια ποιητικὴ ἔμπνευση ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης στὸ ποίημά του «Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ [Κύπρου]» σημειώνει τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κιόρογλου: 

«Ἔσσυψεν ὁ Τζυπριανὸς τζι ἔμεινεν νάκκον ὥραν

τζι ἐδκιαλοΐστην νακκουρὶν τζι ἀννοίει τζαὶ λαλεῖ του:

“Δὲν θέλω, Κκιόρογλου, ἐγιὼ νὰ φύω ποὺ τὴν Χώραν,

γιατί, ἂν φύω, τὸ κακὸν ἐννὰ γινῆ περίτου.

Θέλω νὰ μείνω, Κκιόρογλου, τζι ἂς πᾶ’ νὰ μὲ σκοτώσουν,

ἂς μὲ σκοτώσουσιν ἐμὲν τζι οἱ ἄλλοι νὰ γλυτώσουν.

Δὲν φεύκω, Κκιόρογλου, γιατί, ἂν φύω, ὁ φευκός μου

ἐννὰ γενῆ θανατικὸν εἰς τοὺς Ρωμιοὺς τοῦ τόπου.

Νὰ βάλω τὴν συρτοθηλειὰν εἰς τὸν λαιμὸν τοῦ κόσμου;

Παρὰ τὸ γαῖμαν τοὺς πολλοὺς ἐν' κάλλιον τοῦ πισκόπου”». 

 

Σπουδαῖα καὶ μεγαλειώδη λόγια ἐκκλησιαστικοῦ ἄρχοντα, μὲ γνήσιο εὐαγγελικὸ ἦθος, ἐνισχυτικὰ καὶ ἐπιβεβαιωτικὰ ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο.

Καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἀναφορά, ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο, μᾶς εἰσάγει στὸν δεύτερον λόγον καὶ μᾶς ἀνεβάζει στὸ δεύτερο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λίγες μόλις ἑβδομάδες πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ὁ Κυπριανὸς εἶπε χαρακτηριστικὰ στὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne: «Ὁ θάνατός μου δὲν εἶναι μακριά, […] ξέρω ὅτι περιμένουν κάποια δικαιολογία νὰ μὲ ξεκάνουν…» Ὁ ἐν λόγῳ περιηγητής, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν στὰση τοῦ Κυπριανοῦ, προσθέτει στὶς σημειώσεις του: «Συχνὰ δάκρυζε ἐνῶ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὶς σφαγὲς τῶν συμπατριωτῶν του, […] δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, […] θὰ ἔμενε […] μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[5]. Ὅταν ὁ Κουτσιοὺκ Μεχμὲτ τὴν 9ην Ἰουλίου 1821 μάζεψε ὅλους τοὺς πρώτους τῆς Κύπρου, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνάγνωσης τῶν σουλτανικῶν φιρμανιῶν καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν θανατική τους καταδίκη, ὁ Κυπριανὸς «ἀντέδρασε μὲ θάρρος καὶ ἀξιοπρέπεια. Ζήτησε ἀπὸ τὸν κυβερνήτη νὰ τοῦ ἀπαντήσει, σὲ τί ἔφταιξαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀθῶοι ἄνθρωποι ποὺ νὰ δικαιολογεῖ αὐτὴ τὴν σφαγή. Παρ’ ὅλες τὶς ὕβρεις καὶ λοιδωρίες ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ τελευταῖα, ἐντούτοις ἦσαν ἐντελῶς ἀνεύθυνοι, καὶ ἐὰν ζητοῦσε ἡ ἀπανθρωπιὰ τοῦ κυβερνήτη αἷμα, ἂς τὸν ἀρκοῦσε μόνο τὸ δικό του»[6]. Λόγια δηλωτικὰ καὶ ἐπικυρωτικά, ποὺ δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐν γνώσει καὶ ἑκούσιας πορείας πρὸς τὸ μαρτύριο. 

Τέλος, ὁ τρίτος λόγος ποὺ ἀνεβάζει τὸν Κυπριανὸ στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακας τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξης καὶ τὸν ἀναδεικνύει μεγαλομάρτυρα, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς θυσίας του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ ἡ πρόνοιά του τόσον γιὰ τὴν βιολογικὴν ὅσο καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του.

Ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας διέσωσε ἕναν σπουδαῖο λόγο τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κουτσιοὺκ Μεχμέτ. Τὸν καταχωρίζουμε αὐτούσιο ἀμέσως κατωτέρω: «Γιὰ ποιό ἔγκλημα μπορεῖς νὰ κατηγορήσεις τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ θύματά σου, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα θέλεις νὰ χύσεις; Ἔχεις ἀπομυζήσει ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀναρίθμητες θυσίες. Ἐὰν μετὰ ποὺ μᾶς ἔχεις καταντήσει στὴν ἐσχάτη ἔνδεια, ἐὰν μετὰ ποὺ μὲ ἀνάγκασες νὰ συνεισφέρω σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς κυβερνήσεως μὲ βαρεῖς φόρους πάνω στὰ φτωχά μου τέκνα, ἐὰν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἡ ὀργή σου παραμένει ἀνικανοποίητη, τότε, ἂς πέσει ἡ ἐκδίκησή σου μόνο πάνω στὸ κεφάλι μου καὶ χάρισε τὸ αἷμα τῶν ἀθώων αὐτῶν ἀνθρώπων»[7]. Σ’ αὐτὰ τὰ τελευταία λόγια του βλέπουμε τὴν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ τὴν δική του προθυμία νὰ θυσιαστεῖ γιὰ αὐτό. Φυσικά, ἡ μέριμνά του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του δὲν σημειώθηκε τὴν ὕστατη στιγμή. Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Ἀφοπλισμοῦ στὶς 22 Ἀπριλίου 1821 καὶ ἡ Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς τοῦ κατηλλικίου Κυθρέας στὶς 16 Μαΐου 1821, τὸ κύκνειον ἆσμά του, σκοπὸν εἶχαν νὰ προστατεύσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὴν ἀκόρεστη λύσσα τῶν Τούρκων γιὰ αἷμα ἑλληνικό, ῥωμαίικο. Καὶ τὸ πέτυχε σὲ μεγάλο βαθμό, ἐάν λάβωμεν ὑπόψη μας ὅτι ἡ τουρκικὴ καταδρομὴ ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τὴν σφαγὴν τῆς 9ης Ἰουλίου 1821 ἀριθμοῦσε γύρω στοὺς διακόσιους πενήντα περίπου θανατωθέντες, ἐν συγκρίσει μὲ τὴν καταστροφὴ τῆς Χίου καὶ τῶν Κυδωνιῶν τὸν ἑπόμενο χρόνο 1822, ποὺ ἀριθμοῦσε ἀρκετὲς χιλιάδες. Τόσο ἀπὸ τὶς ἐνέργειες ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ, διασώθηκε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ταυτότητα τοῦ ποιμνίου του, ἡ Πίστις καὶ ἡ Πατρίδα, ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα, ἡ Ρωμηοσύνη. Διότι, ὅταν συνειδητοποίησε ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετὴ ἡ δική του θυσία γιὰ νὰ διασώσει τὸ ποίμνιό του, τότε τοὺς ἔδειξε τὴν εὐαγγελικὴ διέξοδο ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀδιέξοδα. Τοὺς ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν βασιλικὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, τοὺς ὑπενθύμισε τὴν λειτουργικὴ ἐκφώνηση «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», μὲ τὸ νὰ παραμείνει σταθερὰ ἀπαρασάλευτος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Ἀπορρίπτοντας τὶς ἀρνησίχριστες προτάσεις τίμησε τὸν Θεὸν τῶν Πατέρων του καὶ Κύριον τῆς Δόξης κάνοντας τὸν σταυρό του καὶ ἐπικαλούμενος τὴν βοήθειά Του, λέγοντας: «Κύριε, ἐλέησον, Χριστέ, ἐλέησον». Ἀκολούθως, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τοὺς παρισταμένους, τοὺς εἶπε τὰ τελευταῖα του λόγια: «Τέκνα, ἔδωκα ὑμῖν παράδειγμα»[8]. Τὸ ἴδιο τὸ μαρτύριό του, ὁ ἀπαγχονισμός του, ἐπισφραγίζει τοὺς λόγους του καὶ τὸ ἴδιο τὸ αἷμα του, μετὰ τὴν καρατόμησή του, τοὺς προσυπογράφει.

Τὸ παράδειγμά του ἔγινε φωτεινὴ ἔμπνευση, πηγὴ ἀκαταμάχητης δύναμης, ἰσχυρὸ θάρρος ἀνδρείας, ὁδοδείκτης οὐρανόδρομης πορείας, ἅμιλλα καλλίνικου στεφανώματος γιὰ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους. Καὶ δὲν ἔγινε παράδειγμα μόνον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ γαλουχεῖ, ἐνθαρρύνει καὶ ἐμπνέει διαχρονικὰ καθεμίαν ψυχὴν γεννημένην καὶ ἀναθρεμμένην μὲ τὰ ἑλληνορθόδοξα δόγματα, ἤθη καὶ ἀξίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας»[9], καὶ αὐτός, ὁ Κυπριανός, ὡς μεγαλομάρτυρας καὶ προέξαρχος τῆς ἑκατόμβης τῶν μαρτύρων τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος, παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ὑπερένδοξου καὶ πάμφωτου καὶ πάγκαλου θρόνου τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ ὡς μέγας πρεσβευτὴς πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν μαζὶ μὲ τοὺς συνάθλους του.

Τοῦτο τὸ γεγονὸς ποιητικῶς ἀπέδωσεν ὁ Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος τὸ 1922 στὸ ποίημά του «Μαρτύρων στεφάνωμα», μὲ τοὺς πιὸ κάτω στίχους:

«Γαλήνιον τὸ ἄπειρον μ’ ἀδάμαντας στρωμένον

τὴν αἰθερίαν πύλην του ἐκράτει ἀνοικτὴν

μ’ ἕνα στεφάνι ἄστρινον ἀγγελοκαμωμένον

καὶ τῶν ἀγγέλων ὁ στρατὸς μὲ θείαν προσοχὴν

τὸν στέφανον ἐκράτει.

Ἀνέβαινον οἱ μάρτυρες τὰς κυανὰς βαθμίδας,

Τὸν δρόμον τὸν ἀστρόστρωτον ἐπάτουν τοὐρανοῦ

καὶ φθάσαντες διέβησαν τὰς ὑψηλὰς ἁψίδας

καὶ μεταξὺ ἐτάχθησαν τἀγγελικοῦ στρατοῦ

ἐν ὄψει λευκοτάτῃ.

 

Εὐθὺς εἰς μέλος ἄφραστον ἐψάλη ὕμνος νέος

καὶ τοὐρανοῦ ἀντήχησαν τὰ ὕψη τἀχανῆ:

–“Κυπριανοῦ αἰώνιον καὶ ἄυλον τὸ κλέος!

Ἔχει ἰσάγγελος αὐτὸς φωνὴν θεοπειθῆ…

ὡς ἄγγελος ἄς ψάλλῃ”.

Ἄπλετον φῶς ἐξήστραψαν τῶν οὐρανῶν οἱ θόλοι

καὶ γίνεται φωτόλουστος ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ.

Κ’ εὐθὺς οἱ ἄγγελοι καταβιβάζουν ὅλοι

τὸν στέφανον τὸν ἄστρινον στὴν κεφαλὴν αὐτοῦ,

μεγάλου οἱ μεγάλοι!»[10].

 

Αὐτὸν τὸν μεγαλομάρτυρα Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ μάρτυρες τοῦ 1821 παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ μὲ τὴν λαϊκὴ μοῦσα, λέγοντες: 

«Μάρτυρες τρισμακάριστοι, δόξα δκιαλαλημένη…

Ψυσιὲς ποὺ μαρτυρήσετε τζι ἔσιετε τέθκοιαν χάριν,

Ππέσετε στ᾽ ἀχναρόποδα τοῦ Πλάστη μας τζαὶ πέτε,

Νὰ κάμῃ τζιαὶ δαμέσα δὰ μέραν τζιαὶ καλοτάριν …

Νὰ δροσιστεῖ κάθε ψυσιὴ ὅπου πλαστεῖ τζι ἂν ἐνι,

Τζι ἐσεῖς οἱ μάρτυρες τζι ἐμεῖς, οἱ λὰς οἱ σκλαβωμένοι»[11].

 

 



[1] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, Ἀρχεῖον Κειμένων, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2009, σσ. 67-109 (Β. Μαρτυρίες ἁγιότητος).

[2] Ιωαννου Παπαπορφυριου, «Λόγος ἐπιμνημόσυνος εἰς τοὺς μάρτυρας τῆς Κύπρου τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ἔτος Α΄, τεῦχ. 1ον (1918), σ. 45.

[3] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου. Ἱστοριογραφική-ποιητική-ἐκκλησιαστικὴ τεκμηρίωσις, ἐπιμ. Θεοδώρου Παπαδοπούλλου, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη 20, Λευκωσία 2013, σ. 167.

[4] JCarneLetters from the EastLondon 1826, σ. 452.

[5] JCarne, αὐτόθι, σσ. 448, 452.

[6] JCarne, αὐτόθι, σ. 463.

[7] Ἀρχεῖον Κειμένων, ὅ.π., «Περιγραφὴ τῶν γεγονότων τοῦ Ἰουλίου 1821 ἀπὸ ἄρθρο ἀγγλικῆς ἐφημερίδας», σ. 365.

[8] Κ. ΣπυριδακιΜελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τ. Α΄, Μέρος Α΄, Λευκωσία 1972, σ. 322. Ὁ συγγραφέας λαμβάνει τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ πρωτότυπο Travels and Adventures of the revJoseph WolfLondon 1861, σ. 172. Βλ. ἐπίσης Κ. Σπυριδακι, «Ὁ περιηγητὴς αἰδ. Ἰωσὴφ Γουὼλφ καὶ ἡ Κύπρος», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΖ΄ (1963) 11-22.

[9] Ἑβρ. 13,8.

[10] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου, ὅ.π., σ. 287 (στροφὲς 13 καὶ 14 τοῦ ποιήματος Μαρτύρων Στεφάνωμα τοῦ Χαραλάμπους Παπαδοπούλλου).

[11] Δημητρη Λιπερτη, «Στοὺς τζυπριώτες μάρτυρες τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», παντα, Κύπρος 1961, σσ. 271-272.