Δευτέρα, 3 Μαΐου 2021

Για τη βιβλιοθήκη του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού

 


Ἡ προσωπικὴ βιβλιοθήκη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ

 

Τοῦ θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λήδρας κ. Ἐπιφανίου

Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ


 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός[1], ὁ Μάρτυρας τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος, ἕλκει τὴν πνευματική του καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Μονὴν Μαχαιρᾶ. Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Μαχαιρᾶ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 18ου αἰῶνος περιέπεσε σὲ οἰκονομικὴ ἀνέχεια καὶ περιῆλθε σὲ οἰκοδομικὴ ἐξαθλίωση. Ἡ ἀνάγκη ὁδήγησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς πατέρες τῆς Μονῆς νὰ κατευωδόσουν τοὺς συγγενεῖς Χαράλαμπο οἰκονόμο καὶ Κυπριανὸ ἱεροδιάκονο ἐκτὸς Κύπρου τὸ 1783[2], στὰ ξένα, μὲ σκοπὸ τὴν ἐξασφάλιση οἰκονομικῶν πόρων. Μέσα ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ[3] ὁδηγήθηκαν στὴν Μολδοβλαχία. Ἡ παραμονὴ τοῦ Κυπριανοῦ γιὰ δεκαεννέα καὶ τοῦ Χαράλαμπου γιὰ εἴκοσι καὶ πλέον χρόνια στὰ ξένα, τοὺς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἀποστολή τους ἐπιτυχῶς σὲ ποικίλα πεδία καὶ ἐπίπεδα[4]. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ἡ ἀγορὰ διαφόρων βιβλίων.

 

Στὸ Σκευοφυλάκιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ φυλάσσονται τριάντα δύο βιβλία, ἔντυπα ἢ παλαίτυπα ἢ χειρόγραφα, καθὼς ἐπίσης ἄλλα δύο μουσικὰ χειρόγραφα ποὺ βρίσκονται στὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς[5] καὶ τὰ ὁποῖα προσκόμισαν ἀπὸ τὴν Μολδοβλαχία στὴν Κύπρο οἱ Χαράλαμπος καὶ Κυπριανός. Αὐτὰ τὰ δύο τελευταῖα χειρόγραφα κατὰ πάσαν πιθανότητα θὰ τὰ εἶχε πάρει μαζί του ὁ Κυπριανὸς ὅταν ἀνέλαβε χρέη Μεγάλου Οἰκονόμου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μετὰ τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ 1804 καὶ παρέμεναν στὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μετὰ τὸν μαρτυρικό του θάνατο.

 

Ὅλα αὐτὰ τὰ τριάντα τέσσερα βιβλία μποροῦμε νὰ τὰ διαχωρίσουμε σὲ τρεῖς κατηγορίες: τὰ μουσικά, ποὺ εἶναι χειρόγραφα· τὰ λειτουργικά, ποὺ εἶναι ἔντυπα καὶ παλαίτυπα· καὶ τὰ πατερικά, ποὺ εἶναι κυρίως παλαίτυπα. 

Ἡ πρώτη κατηγορία, τὰ μουσικά, εἶναι ὅλα χειρόγραφα καὶ ἀριθμοῦνται σὲ δώδεκα δέκα τῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ καὶ τὰ δύο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Κάποια ἐξ αὐτῶν φέρουν τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Χαραλάμπους, σὲ ἄλλα ἡ ὑπογραφὴ τοῦ προαναφερθέντος συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὴν σφραγίδα του, καὶ ἕτερα φέρουν τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Κυπριανοῦ[6]. Τὸ περιεχόμενο τῶν χειρόγραφων κωδίκων ἀπαρτίζεται ἀπὸ μελοποιημένα κείμενα λειτουργικῶν ἀκολουθιῶν ὅλου τοῦ ἐνιαύσιου ἐκκλησιαστικοῦ κύκλου καὶ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δοξαστικὰ καὶ ἰδιόμελα ἀργὰ μαθήματα τονισμένα κατὰ τὸ σύστημα τῆς παλαιᾶς Παρασημαντικῆς.

Ἡ δεύτερη κατηγορία, τὰ λειτουργικά, περιλαμβάνει ἑπτὰ ἔντυπα Μηναῖα, τοὺς μῆνες Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Ἀπρίλιον, Ἰούλιον, Σεπτέμβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριο, καὶ ἕνα σύρραμα ἀκολουθιῶν διαφόρων ἅγιων, παλαίτυπο. Ἡ κολοβὴ σειρὰ τῶν Μηναίων μπορεῖ νὰ προέκυψε εἴτε ἀπὸ τὴν ἔλλειψη πρὸς διάθεση τῶν συγκεκριμένων μηνῶν εἴτε διότι καταστράφηκαν κατὰ τὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1892. Τὰ ἐνυπάρχοντα Μηναῖα δὲν φέρουν ὅλα τὴν ἴδια χρονολογία ἔκδοσης, ἀλλὰ κάποια ἐξ αὐτῶν ἐκδόθηκαν τὸ 1803, ἕνα τὸ 1804, ἕνα τὸ 1806 καὶ ἕνα τὸ 1815. Ὅλα ὅμως τὰ Μηναῖα προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐκδοτικὴ δραστηριότητα ἐν Βενετία τοῦ Νικολάου Γλυκὺ ἐξ Ἰωαννίνων, καὶ φέρουν τὴν ἰδιόχειρη ὑπογραφὴ τοῦ Χαραλάμπους συνοδευομένην ἀπὸ τὴν προσωπικήν του σφραγίδα. Ἡ συρραφὴ περιλαμβάνει ἕξι ἔντυπες παλαίτυπες ἀκολουθίες[7], πλεῖστες τῆς τυπογραφικῆς δραστηριότητας τοῦ Νικαολάου Γλυκὺ καὶ ἑτέρων δύο τυπογράφων, ποὺ δραστηριο-ποιοῦνταν στὴν Βενετία.

Ἡ τρίτη κατηγορία, τὰ πατερικά, περιλαμβάνει κυρίως ἔργα ἅγιων Πατέρων: τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, τὰ εὑρισκόμενα σὲ τρεῖς τόμους· τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ τὰ εὑρισκόμενα ἅπαντα σὲ δύο τόμους· τοῦ Ἁγίου Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας – ἑρμηνεία στὰ τέσσερα Εὐαγγέλια, ἕνας τόμος. Περιλαμβάνονται ἐπίσης ἔργα ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων· τοῦ μοναχοῦ Ἀγαπίου Λάνδου Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία· τοῦ Θεοδωρίτου ἐπισκόπου Κύρου  Ἅπαντα, ὑπάρχουν οἱ τρεῖς τελευταῖοι τόμοι καὶ λείπουν οἱ δύο πρῶτοι· τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε, Ἐξήγησις τῆς Θείας Λειτουργίας, τόμος Α΄ μόνον· τοῦ Νικηφόρου πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καὶ Σταυρου-πόλεως Κυριακοδρόμιον, τόμος Β΄ μόνον· τὸ βιβλίον τοῦ σοφωτάτου καὶ ἐξοχωτάτου ἰατροφιλοσόφου κυρίου Θωμὰ Μανδακάση Καστοριανοῦ Περὶ τῶν ἀοράτων διὰ τῶν ὁρατῶν ἐννοουμένων πραγμάτων· καὶ τελευταῖον τὸ Glossarium Tueodoreteum ad usus exegeticos et criticos - separatim edidit Carolus Ludovicus Bauerus, (μόνον  Ζ΄ τόμος). Τὰ παραπάνω ἔντυπα ἀριθμοῦνται σὲ δεκατέσσερα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ δεκατρία φέρουσι τὴν ἰδιόχειρη ὑπογραφὴ τοῦ Χαραλάμπους καὶ συνοδεύονται ἀπὸ τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ σφραγίδα. Μόνον ἡ Ἐξήγησις τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε φέρει δὶς τὴν προσωπικὴ σφραγίδα τοῦ Κυπριανοῦ. Μέχρι στιγμῆς εἶναι τὸ μοναδικὸ βιβλίο ποὺ ἐντοπίσαμε, τὸ ὁποῖο  φέρει τὴν σφραγίδα τοῦ Κυπριανοῦ. Κατὰ πάσαν πιθανότητα τὰ ἐλλείποντα ἐκ τῶν σειρῶν τῶν ἔργων ποὺ προεγράφησαν νὰ καταστράφηκαν στὴν πυρκαϊὰ τοῦ 1892 ὅταν  ἀποτεφρώθηκε πλήρως ἡ Μονή.

Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κυπριανοῦ περὶ τῶν βιβλίων δὲν ἐξαντλήθηκε στὴν παραπάνω καταγραφεῖσαν ἀγορὰ καὶ συλλογὴ κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Μολδοβλαχία. Ὑπάρχει στὸ Σκευοφυλάκιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ ἕνα Μηναῖο τοῦ Μαΐου[8], ἀφιερωθὲν ὑπὸ τοῦ Κυπριανοῦ ὡς Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Ἐπισκεπτόμενος ὁ ρχιεπίσκοπος Κυπριανὸς τὴν Μονὴ Ἀποστόλου Βαρνάβα τὴν 1ην Φεβρουαρίου τοῦ 1816, ἀφιερώνει σὲ αὐτὴν τὸ δωδεκάμηνον (ὅλα τὰ Μηναῖα τῶν δώδεκα μηνῶν) μαζὶ μὲ τὸ Τριώδιο, τὸ Πεντηκοστάριο καὶ τὴν Παρακλητική, σημειώνοντας ἐντός του κάθε βιβλίου καὶ τὴν προσωπικὴν ἰδιόχειρην ἀφιέρωση μὲ τὴν ὑπογραφή του. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος, ἐμπλουτίζοντας τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη ἀγοράζει τὸ 1820 τὸ Πηδάλιον[9]. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ βιβλίο βρίσκεται στὸ Ἵδρυμα Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Ὑπάρχει ἀκόμη ἕνα βιβλίο[10], στὸ ὁποῖο ὁ Κυπριανὸς ὑπογράφει: «Κυπριανοῦ Μ<αχαι-ριώτου> ἱερομονάχου ἐκ κώμης Στροβύλου» καὶ αὐτὸ φυλάσσεται στὴν βιβλιοθήκη τοῦ Ἱδρύματος Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ´.

Νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ βιβλίο ποὺ φέρει τὴν ὑπογραφὴ «Ἱεροψάλτης Κυπριανός»[11] δὲν εἶναι κτῆμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀλλὰ ἄλλου συνωνύμου του, καὶ ἐκείνου Μαχαιριώτου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸν κώδικα ἀρ. 1 τῶν χειρογράφων τῆς ρχιεπισκοπῆς[12]. Ὁδηγηθήκαμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ὑπογραφὴ δὲν ἀνήκει στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κυπριανὸ  γιὰ τρεῖς λόγους: α) Ὁ γραφικὸς χαρακτήρας στὴν ἐν λόγῳ ὑπογραφὴ δὲν προσομοιάζει καθόλου μὲ τὸν δικό του ὅπως ὑπέθεσαν κάποιοι ἐρευνητὲς (βλ. Γ. Χριστοδουλου, «Ἡ συμβολὴ τοῦ ἀρχιεπι-σκόπου Κυπριανοῦ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κυπριακοῦ 1821», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΞΖ΄-ΞΗ΄ [2003-2004] 320. Χριστιανασ Δημητριου, «Ἡ ἀνανέωση καὶ ἀναμόρφωση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς παράδοσης στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸν ἐθνομάρτυρα Κυπριανό», ὅ.π., σ. 437). Αὐτὸ μπορεῖ εὔκολα κανεὶς νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ, ἀντιπαραβάλλοντας τὶς φωτογραφίες τῶν σσ. 444 καὶ 445 στὸ ἄρθρο τῆς Χριστιάνας Δημητρίου. β) Τὸ ἴδιο πρόσωπο, δηλαδὴ ὁ ἱεροψάλτης Κυπριανός, ἀναγράφει ἰδιόχειρη σημείωση σὲ χειρόγραφο μουσικὸ κώδικα ποὺ βρίσκεται στὸν Πανάγιο Τάφο. Συγκεκριμένα στὴν σ. 137 τοῦ χειρογράφου ὑπ᾽ ἀριθμὸν 396, πρὶν τὸ μουσικὸ κείμενο ἀναγράφεται ἡ ἑξῆς φράση: «χερουβικὰ κὺρ πέτρου πελοπονισίου ἅτινα εὑρέθησαν μετὰ τὴν θανὴν αὐτοῦ, ἐξηγίθησαν ἀπὸ τὸ παλαιὸν εἰς τὴν νέαν γραμμὴν παρ᾽ ἐμοῦ ἱεροψάλτου Κυπριανοῦ καὶ Ἰεζεκιὴλ τῶν κυπρίων». Ὁ γραφικὸς χαρακτήρας εἶναι ὅμοιος μὲ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἱεροψάλτου Κυπριανοῦ στὸ παλαίτυπο τοῦ 1768 (ἐλάχιστοι χαρακτῆρες διαφέρουν, ἀλλὰ αὐτὸ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση). Ἔχοντας ὑπόψιν ὅτι ὁ Ἰεζεκιὴλ ἄρχισε νὰ διδάσκεται τὴν νέα παρασημαντικὴ τὸ 1818, καὶ ἑπομένως πολὺ ἀργότερα θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ ἐξηγεῖ κείμενα ἀπὸ τὴν παλαιὰ στὴν νέα, συνάγεται ὅτι ὁ ἱεροψάλτης Κυπριανὸς ποὺ ἀνέγραψε τὴν σημείωση ἐπ᾽ οὐδενὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος (ἐκτὸς τοῦ ὅτι σὲ καμμία περίπτωση ἕνας Ἀρχιεπίσκοπος δὲν θὰ εὕρισκε χρόνο νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ μεταφράσεις μουσικῶν κειμένων, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἔκανε, δὲν θὰ ὑπέγραφε ὡς  «εροψάλτης Κυπριανός» ἀλλὰὡς «Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός»). γ) Ἡ φράση «Ἱεροψάλτης Κυπριανὸς τοῦ Μακαριωτάτου ἁγίου Κύπρου» ἀνευρίσκεται, αὐτὴ τὴν φορὰ σὲ ἔντυπη μορφή, καὶ στὸν κατάλογο συνδρομητῶν ναστασιματαρίου τοῦ 1832 (Ἀναστασιμα-τάριον Νέον, παρὰ τοῦ διδασκάλου Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, ἐν τῇ βρεταννικῇ τυπογραφίᾳ Ἰσὰκ δὲ Κάστρο, εἰς Γαλατᾶν τῆς Κωνσταντι-νουπόλεως 1832, σ. 379). Προφανῶς εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο ποὺ ὑπογράφει καὶ στὸ παλαίτυπο τοῦ 1768 καὶ στὸ χειρόγραφο τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἡ μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1768 καὶ 1832 δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα, καθὼς τὸ 1768 εἶναι ἡ χρονολογία ἐκδόσεως τοῦ βιβλίου, ἡ ὑπογραφὴ ὅμως «Ἱεροψάλτης Κυπριανὸς» θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀναγραφεῖ πολὺ ἀργότερα.

Ἐὰν καὶ μόνον «ἡ ὄψις τῶν βιβλίων ὀκνηροτέρους ποιεῖ ἡμᾶς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν», κατὰ τὸν λόγον τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου[13], ἄρα καὶ μόνον ἡ ὄψις τῶν βιβλίων μᾶς παρακινεῖ πρὸς τὴν ἀρετήν, πόσῳ μᾶλλον ἡ μελέτη αὐτῶν δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀρετήν, ἐὰν μετ’ ἐπιμελείας μελετῶμεν καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ἐφαρμόζωμεν τὰ μελετώμενα. Ἴσως αὐτὴ ἡ μελέτη καὶ αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῶν μελετηθέντων νὰ εἶναι μία ἐκ τῶν πηγῶν τῆς εὐλαβείας καὶ ἔμπνευσης γιὰ τὴν πρόσκτηση τῆς μεγάλης ἀρετῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Κυπριανοῦ, ἡ ὁποία τελικὰ τὸν ὁδήγησε στὸν ἔνδοξο θάνατο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς μαρτυρίας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ χάρισε τὸν καλλίνικο στέφανο ἁγιότητος τοῦ Ἱερομάρτυρος.



[1] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (φωτογραφικὸν λεύκωμα), ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2008. Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, Ἀρχεῖον κειμένων, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2009. Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, Ἐπιστημονικὸς Τόμος, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2012.

[2] Φιλιππου ΓεωργίουΕἰδήσεις ἱστορικαὶ περὶ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, Ἀθήνα 1875 (φωτοτ. ἀνατ., Λευκωσία 1975, Κυπρολογικὴ Βιβλιοθήκη 4), σ. 117.

[3] Επισκοπου Ληδρας Επιφανιου Ηγουμενου Μαχαιρα, «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανὸς καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος», Πεμπτουσίαhttps://www.pemptousia.gr/2014/07/o-archiepiskopos-kiprou-kiprianos-ke/.

[4] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (φωτογραφικὸν λεύκωμα), ὅ.π., σσ. 153-178, 290-291.

[5] Ανδρεου ΓιακοβλεβιτσΚατάλογος Χειρογράφων Κωδίκων Βυζαντινῆς Μουσικῆς Ἱερᾶς Άρχιεπισκοπῆς Κύπρου, ἔκδ. Ἱερᾶς Άρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία 2019: α) Κώδ. 29 - στιχηράριο μὲ παλαιὰ βυζ. μουσικὴ γραφή, σσ. 110-126. β) Κώδ. 38 - στιχηράριο μὲ παλαιὰ βυζ. μουσικὴ γραφή, σσ. 158-164.

[6] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (φωτογραφικὸν λεύκωμα), ὅ.π., σσ. 166-174.

[7] α) Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, τυπογράφος Σόμμερ, Λειψία 1784. β) Ἀκολουθίαι τῶν ὁσίων Χαρίτωνος καὶ Αὐξεντίου, τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ἁγίου Δημητριανοῦ Κυθήρης, τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ καὶ Κωνσταντίνου μάρτυρος, τυπογράφος Νικόλαος Γλυκύς, Βενετία 1779. γ) Ἀκολουθίαι τοῦ προφήτου Μωϋσῆ καὶ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, τυπογράφος Νικόλαος Γλυκύς, Βενετία 1778. δ) Ἀκολουθία ὁσίου Χριστοδούλου τοῦ ἐν Πάτμῳ, τυπογράφος Ἀντώνιος Τζατάς, Βενετία 1755. ε) Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Βλαδιμήρου + Ἐγκώμια + Παρακλητικὸς Κανών, τυπογράφος Νικόλαος Γλυκύς, Βενετία 1774. στ) Ἀκολουθία τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, τυπογράφος Ἀντώνιος Βόρτολης, Βενετία 1756.

[8] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος (φωτογραφικὸν λεύκωμα), ὅ.π., σσ. 190-191.

[9] Αγαπιου Ιερομοναχου και Νικοδημου ΜοναχουΠηδάλιον τῆς νοητῆς νηός, τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς, καὶ ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροὶ καὶ θεῖοι κανόνες, ἐν Λειψίᾳ τῆς Σαξωνίας, ἐν τῇ τυπογραφίᾳ τοῦ Βραϊτκὸπφ καὶ Ἅιρτελ, 1800 (ὑπογραφὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ μὲ χρονολογία 1820 στὴν εἰσαγωγικὴ σελίδα μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ βιβλίου).

[10] Τοῦ μακαρίου Συμεὼν ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τὰ Ἅπαντα, παλαίτυπο τοῦ 1791.

[11] «Περὶ τῶν διχονοιῶν τῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Πολονίας. Δοκίμιον Ἱστορικὸν καὶ Κριτικόν, ἐκ τῆς γαλλικῆς εἰς τὴν κοινοτέραν τῶν καθ’ ἡμᾶς ἑλλήνων διάλεκτον μεταφρασθὲν μετὰ καὶ σημειωμάτων τινῶν ἱστορικῶν καὶ κριτικῶν οἷς ἐν τέλει προσετέθη καὶ σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας», παλαίτυπο τοῦ 1768.

[12] Ανδρεου ΓιακοβλεβιτσΚατάλογος Χειρογράφων Κωδίκων Βυζαντινῆς Μουσικῆς Ἱερᾶς Άρχιεπισκοπῆς Κύπρου, ὅ.π., κώδ. 1, σσ. 3-4.

[13] Ἀποφθέγματα Γερόντων, σειρὰ Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καὶ ἀσκητικῶν 1, πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», σ. 214.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Για τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό

 




 
Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός: Ὁ μεγαλομάρτυρας τοῦ 1821 στὴν Κύπρο

 

Τοῦ θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λήδρας κ. Ἐπιφανίου

Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ

 

Λόγος ἐκφωνηθεὶς εἰς τὸ Λύκειον Ἁγίου Γεωργίου Λακατάμιας

τῇ 14ῃ Ἀπριλίου 2021

------------------------------------

Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγητές,

Ἀξιότιμε κ. Διευθυντὰ μετὰ τοῦ περὶ Ὑμῶν Καθηγητικοῦ Συλλόγου τοῦ Λυκείου τούτου,

Ἐνθουσιώδης μαθητιῶσα νεολαία,

 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανὸς εἶναι μία σπουδαιότατη προσωπικότητα τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας στὴν Κύπρο. Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ζωή του καὶ ἀναδεικνύουν τὴν πολύπλευρη προσωπικότητα καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀνδρὸς εἶναι λίγο ἢ πολὺ γνωστά μέσα ἀπὸ τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια, τὶς ἐθνικὲς ἑορτές, τὰ μεγαλόπνοα ποιήματα, καθὼς ἐπίσης ἀπὸ τὶς προσωπογραφίες του καὶ τοὺς πίνακες ζωγραφικῆς ποὺ ἀναπαριστοῦν στιγμιότυπατῆς ἱστορικῆς αὐτῆς περιόδου. Συνεπικουρεῖ στὰ ἀνωτέρω καὶ ἡ ἐτήσιος μνήμη του ποὺ τελείται στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Φανερωμένης, ὅπου ὁ κάθε ὁμιλητής, θέλοντας νὰ προβάλει τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνδρός, ξεδιπλώνει ἀριστοτεχνικὰ τὸν βίο τοῦ Κυπριανοῦ κατὰ τὴν ρητορική του δεξιότητα.

Στὶς ὁμιλίες ποὺ κατὰ καιροὺς ἐκφωνοῦνται[1] στὴν μνήμη του, ὁ κάθε ὁμιλητὴς προβάλλει τὶς πτυχὲς τοῦ βίου καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυπριανοῦ ποὺ κρίνει καταλληλότερες, γιὰ νὰ μεταφέρει τὰ μηνύματα ποὺ ἐπιθυμεῖ στὸ παρευρισκόμενο ἀκροατήριο. Οἱ ὁμιλητὲς ἀποκαλοῦν τὸν Κυπριανὸ «μάρτυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος» ἢ «ἱερομάρτυρα». Στὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ 1918 ὁ ὁμιλητὴς Ἰωάννης Παπαπορφυρίου[2] ἀποκάλεσε τὸν Κυπριανὸ «μεγαλομάρτυρα». Καὶ δικαίως, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, γιὰ τρεῖς λόγους:

α) Διότι, ἐνῶ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ φύγει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τὸν παρότρυναν κιόλας πρὸς τοῦτο, τὸ ἀπέρριψε παντελῶς·

β) Σὲ συνάρτηση μὲ τὴν προηγούμενη θέση, πορεύθηκε στὸ αἱματηρὸ μαρτύριο ἐν γνώσει του καὶ ἑκουσίως, μιμούμενος τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ πορεύθηκε ἑκουσίως στὸ Πάθος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας·

γ) Σὲ συνέχεια καὶ ὡς προέκταση τῆς τελευταίας θέσης, μιμούμενος καὶ σὲ αὐτὸ τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦ, προνόησε γιὰ τὴν διαφύλαξη τοῦ ποιμνίου του, πολὺ δὲ περισσότερον, γιὰ τὴ διασφάλισή του στὴν εὐσέβεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τῶν Πατέρων του.

Διασαφηνίζοντας πλατύτερον καὶ ξεχωριστὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς λόγους, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ πρῶτος λόγος ὡς πρῶτο σκαλὶ στὴν κλίμακα τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν καλλίνικο καὶ ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μεγαλομάρτυρος, εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη καὶ σθεναρὴ ἀπόρριψη τῆς δυνατότητας νὰ φυγαδευθεῖ γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του. Ὁ Κυπριανὸς ὡς ἀρχιεπίσκοπος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ κινηθεῖ καὶ νὰ μετακινηθεῖ ὅπου ἤθελε. Ἡ θέση του καὶ ἡ δύναμη ἐξουσίας ποὺ ἀπέρρεε ἐξ αὐτῆς μπόρεσαν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν διαφυγὴ ἀπὸ τὴν Λευκωσία καὶ τὴν διάσωση στὰ προξενεῖα ποὺ βρίσκονταν στὴν Λάρνακα τοῦ προύχοντα Χ΄΄ Πετράκη Κυθέρειου[3]. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε κάνει καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως δὲν τὸ ἔκανε. Ὅταν ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne «γιατί ἐν μέσῳ τέτοιων κινδύνων δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, ἀνακοίνωσε ὅτι θὰ ἔμενε νὰ ὑποστηρίζει τὸν λαό του κατὰ τὴν δύναμή του μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[4]. Ἐπιπροσθέτως, ὁ Κυπριανὸς παροτρύνθηκε ἀπὸ τὸν Κιόρογλου, ἕναν Τοῦρκο προύχοντα μὲ ἀνθρωπιστικὰ αἰσθήματα, δύο φορές, μίαν ἀπὸ τὸν ἴδιο προσωπικὰ καὶ μίαν μέσῳ τοῦ γιοῦ του, γιὰ νὰ φύγει καὶ νὰ γλυτώσει. Ἀπέρριψε καὶ τὶς δύο φορὲς τὴν πρόταση. Μὲ ἐξαίσια ποιητικὴ ἔμπνευση ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης στὸ ποίημά του «Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ [Κύπρου]» σημειώνει τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κιόρογλου: 

«Ἔσσυψεν ὁ Τζυπριανὸς τζι ἔμεινεν νάκκον ὥραν

τζι ἐδκιαλοΐστην νακκουρὶν τζι ἀννοίει τζαὶ λαλεῖ του:

“Δὲν θέλω, Κκιόρογλου, ἐγιὼ νὰ φύω ποὺ τὴν Χώραν,

γιατί, ἂν φύω, τὸ κακὸν ἐννὰ γινῆ περίτου.

Θέλω νὰ μείνω, Κκιόρογλου, τζι ἂς πᾶ’ νὰ μὲ σκοτώσουν,

ἂς μὲ σκοτώσουσιν ἐμὲν τζι οἱ ἄλλοι νὰ γλυτώσουν.

Δὲν φεύκω, Κκιόρογλου, γιατί, ἂν φύω, ὁ φευκός μου

ἐννὰ γενῆ θανατικὸν εἰς τοὺς Ρωμιοὺς τοῦ τόπου.

Νὰ βάλω τὴν συρτοθηλειὰν εἰς τὸν λαιμὸν τοῦ κόσμου;

Παρὰ τὸ γαῖμαν τοὺς πολλοὺς ἐν' κάλλιον τοῦ πισκόπου”». 

 

Σπουδαῖα καὶ μεγαλειώδη λόγια ἐκκλησιαστικοῦ ἄρχοντα, μὲ γνήσιο εὐαγγελικὸ ἦθος, ἐνισχυτικὰ καὶ ἐπιβεβαιωτικὰ ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο.

Καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἀναφορά, ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο, μᾶς εἰσάγει στὸν δεύτερον λόγον καὶ μᾶς ἀνεβάζει στὸ δεύτερο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λίγες μόλις ἑβδομάδες πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ὁ Κυπριανὸς εἶπε χαρακτηριστικὰ στὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne: «Ὁ θάνατός μου δὲν εἶναι μακριά, […] ξέρω ὅτι περιμένουν κάποια δικαιολογία νὰ μὲ ξεκάνουν…» Ὁ ἐν λόγῳ περιηγητής, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν στὰση τοῦ Κυπριανοῦ, προσθέτει στὶς σημειώσεις του: «Συχνὰ δάκρυζε ἐνῶ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὶς σφαγὲς τῶν συμπατριωτῶν του, […] δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, […] θὰ ἔμενε […] μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[5]. Ὅταν ὁ Κουτσιοὺκ Μεχμὲτ τὴν 9ην Ἰουλίου 1821 μάζεψε ὅλους τοὺς πρώτους τῆς Κύπρου, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνάγνωσης τῶν σουλτανικῶν φιρμανιῶν καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν θανατική τους καταδίκη, ὁ Κυπριανὸς «ἀντέδρασε μὲ θάρρος καὶ ἀξιοπρέπεια. Ζήτησε ἀπὸ τὸν κυβερνήτη νὰ τοῦ ἀπαντήσει, σὲ τί ἔφταιξαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀθῶοι ἄνθρωποι ποὺ νὰ δικαιολογεῖ αὐτὴ τὴν σφαγή. Παρ’ ὅλες τὶς ὕβρεις καὶ λοιδωρίες ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ τελευταῖα, ἐντούτοις ἦσαν ἐντελῶς ἀνεύθυνοι, καὶ ἐὰν ζητοῦσε ἡ ἀπανθρωπιὰ τοῦ κυβερνήτη αἷμα, ἂς τὸν ἀρκοῦσε μόνο τὸ δικό του»[6]. Λόγια δηλωτικὰ καὶ ἐπικυρωτικά, ποὺ δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐν γνώσει καὶ ἑκούσιας πορείας πρὸς τὸ μαρτύριο. 

Τέλος, ὁ τρίτος λόγος ποὺ ἀνεβάζει τὸν Κυπριανὸ στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακας τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξης καὶ τὸν ἀναδεικνύει μεγαλομάρτυρα, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς θυσίας του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ ἡ πρόνοιά του τόσον γιὰ τὴν βιολογικὴν ὅσο καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του.

Ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας διέσωσε ἕναν σπουδαῖο λόγο τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κουτσιοὺκ Μεχμέτ. Τὸν καταχωρίζουμε αὐτούσιο ἀμέσως κατωτέρω: «Γιὰ ποιό ἔγκλημα μπορεῖς νὰ κατηγορήσεις τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ θύματά σου, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα θέλεις νὰ χύσεις; Ἔχεις ἀπομυζήσει ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀναρίθμητες θυσίες. Ἐὰν μετὰ ποὺ μᾶς ἔχεις καταντήσει στὴν ἐσχάτη ἔνδεια, ἐὰν μετὰ ποὺ μὲ ἀνάγκασες νὰ συνεισφέρω σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς κυβερνήσεως μὲ βαρεῖς φόρους πάνω στὰ φτωχά μου τέκνα, ἐὰν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἡ ὀργή σου παραμένει ἀνικανοποίητη, τότε, ἂς πέσει ἡ ἐκδίκησή σου μόνο πάνω στὸ κεφάλι μου καὶ χάρισε τὸ αἷμα τῶν ἀθώων αὐτῶν ἀνθρώπων»[7]. Σ’ αὐτὰ τὰ τελευταία λόγια του βλέπουμε τὴν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ τὴν δική του προθυμία νὰ θυσιαστεῖ γιὰ αὐτό. Φυσικά, ἡ μέριμνά του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του δὲν σημειώθηκε τὴν ὕστατη στιγμή. Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Ἀφοπλισμοῦ στὶς 22 Ἀπριλίου 1821 καὶ ἡ Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς τοῦ κατηλλικίου Κυθρέας στὶς 16 Μαΐου 1821, τὸ κύκνειον ἆσμά του, σκοπὸν εἶχαν νὰ προστατεύσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὴν ἀκόρεστη λύσσα τῶν Τούρκων γιὰ αἷμα ἑλληνικό, ῥωμαίικο. Καὶ τὸ πέτυχε σὲ μεγάλο βαθμό, ἐάν λάβωμεν ὑπόψη μας ὅτι ἡ τουρκικὴ καταδρομὴ ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τὴν σφαγὴν τῆς 9ης Ἰουλίου 1821 ἀριθμοῦσε γύρω στοὺς διακόσιους πενήντα περίπου θανατωθέντες, ἐν συγκρίσει μὲ τὴν καταστροφὴ τῆς Χίου καὶ τῶν Κυδωνιῶν τὸν ἑπόμενο χρόνο 1822, ποὺ ἀριθμοῦσε ἀρκετὲς χιλιάδες. Τόσο ἀπὸ τὶς ἐνέργειες ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ, διασώθηκε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ταυτότητα τοῦ ποιμνίου του, ἡ Πίστις καὶ ἡ Πατρίδα, ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα, ἡ Ρωμηοσύνη. Διότι, ὅταν συνειδητοποίησε ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετὴ ἡ δική του θυσία γιὰ νὰ διασώσει τὸ ποίμνιό του, τότε τοὺς ἔδειξε τὴν εὐαγγελικὴ διέξοδο ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀδιέξοδα. Τοὺς ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν βασιλικὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, τοὺς ὑπενθύμισε τὴν λειτουργικὴ ἐκφώνηση «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», μὲ τὸ νὰ παραμείνει σταθερὰ ἀπαρασάλευτος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Ἀπορρίπτοντας τὶς ἀρνησίχριστες προτάσεις τίμησε τὸν Θεὸν τῶν Πατέρων του καὶ Κύριον τῆς Δόξης κάνοντας τὸν σταυρό του καὶ ἐπικαλούμενος τὴν βοήθειά Του, λέγοντας: «Κύριε, ἐλέησον, Χριστέ, ἐλέησον». Ἀκολούθως, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τοὺς παρισταμένους, τοὺς εἶπε τὰ τελευταῖα του λόγια: «Τέκνα, ἔδωκα ὑμῖν παράδειγμα»[8]. Τὸ ἴδιο τὸ μαρτύριό του, ὁ ἀπαγχονισμός του, ἐπισφραγίζει τοὺς λόγους του καὶ τὸ ἴδιο τὸ αἷμα του, μετὰ τὴν καρατόμησή του, τοὺς προσυπογράφει.

Τὸ παράδειγμά του ἔγινε φωτεινὴ ἔμπνευση, πηγὴ ἀκαταμάχητης δύναμης, ἰσχυρὸ θάρρος ἀνδρείας, ὁδοδείκτης οὐρανόδρομης πορείας, ἅμιλλα καλλίνικου στεφανώματος γιὰ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους. Καὶ δὲν ἔγινε παράδειγμα μόνον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ γαλουχεῖ, ἐνθαρρύνει καὶ ἐμπνέει διαχρονικὰ καθεμίαν ψυχὴν γεννημένην καὶ ἀναθρεμμένην μὲ τὰ ἑλληνορθόδοξα δόγματα, ἤθη καὶ ἀξίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας»[9], καὶ αὐτός, ὁ Κυπριανός, ὡς μεγαλομάρτυρας καὶ προέξαρχος τῆς ἑκατόμβης τῶν μαρτύρων τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος, παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ὑπερένδοξου καὶ πάμφωτου καὶ πάγκαλου θρόνου τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ ὡς μέγας πρεσβευτὴς πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν μαζὶ μὲ τοὺς συνάθλους του.

Τοῦτο τὸ γεγονὸς ποιητικῶς ἀπέδωσεν ὁ Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος τὸ 1922 στὸ ποίημά του «Μαρτύρων στεφάνωμα», μὲ τοὺς πιὸ κάτω στίχους:

«Γαλήνιον τὸ ἄπειρον μ’ ἀδάμαντας στρωμένον

τὴν αἰθερίαν πύλην του ἐκράτει ἀνοικτὴν

μ’ ἕνα στεφάνι ἄστρινον ἀγγελοκαμωμένον

καὶ τῶν ἀγγέλων ὁ στρατὸς μὲ θείαν προσοχὴν

τὸν στέφανον ἐκράτει.

Ἀνέβαινον οἱ μάρτυρες τὰς κυανὰς βαθμίδας,

Τὸν δρόμον τὸν ἀστρόστρωτον ἐπάτουν τοὐρανοῦ

καὶ φθάσαντες διέβησαν τὰς ὑψηλὰς ἁψίδας

καὶ μεταξὺ ἐτάχθησαν τἀγγελικοῦ στρατοῦ

ἐν ὄψει λευκοτάτῃ.

 

Εὐθὺς εἰς μέλος ἄφραστον ἐψάλη ὕμνος νέος

καὶ τοὐρανοῦ ἀντήχησαν τὰ ὕψη τἀχανῆ:

–“Κυπριανοῦ αἰώνιον καὶ ἄυλον τὸ κλέος!

Ἔχει ἰσάγγελος αὐτὸς φωνὴν θεοπειθῆ…

ὡς ἄγγελος ἄς ψάλλῃ”.

Ἄπλετον φῶς ἐξήστραψαν τῶν οὐρανῶν οἱ θόλοι

καὶ γίνεται φωτόλουστος ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ.

Κ’ εὐθὺς οἱ ἄγγελοι καταβιβάζουν ὅλοι

τὸν στέφανον τὸν ἄστρινον στὴν κεφαλὴν αὐτοῦ,

μεγάλου οἱ μεγάλοι!»[10].

 

Αὐτὸν τὸν μεγαλομάρτυρα Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ μάρτυρες τοῦ 1821 παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ μὲ τὴν λαϊκὴ μοῦσα, λέγοντες: 

«Μάρτυρες τρισμακάριστοι, δόξα δκιαλαλημένη…

Ψυσιὲς ποὺ μαρτυρήσετε τζι ἔσιετε τέθκοιαν χάριν,

Ππέσετε στ᾽ ἀχναρόποδα τοῦ Πλάστη μας τζαὶ πέτε,

Νὰ κάμῃ τζιαὶ δαμέσα δὰ μέραν τζιαὶ καλοτάριν …

Νὰ δροσιστεῖ κάθε ψυσιὴ ὅπου πλαστεῖ τζι ἂν ἐνι,

Τζι ἐσεῖς οἱ μάρτυρες τζι ἐμεῖς, οἱ λὰς οἱ σκλαβωμένοι»[11].

 

 



[1] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, Ἀρχεῖον Κειμένων, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2009, σσ. 67-109 (Β. Μαρτυρίες ἁγιότητος).

[2] Ιωαννου Παπαπορφυριου, «Λόγος ἐπιμνημόσυνος εἰς τοὺς μάρτυρας τῆς Κύπρου τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ἔτος Α΄, τεῦχ. 1ον (1918), σ. 45.

[3] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου. Ἱστοριογραφική-ποιητική-ἐκκλησιαστικὴ τεκμηρίωσις, ἐπιμ. Θεοδώρου Παπαδοπούλλου, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη 20, Λευκωσία 2013, σ. 167.

[4] JCarneLetters from the EastLondon 1826, σ. 452.

[5] JCarne, αὐτόθι, σσ. 448, 452.

[6] JCarne, αὐτόθι, σ. 463.

[7] Ἀρχεῖον Κειμένων, ὅ.π., «Περιγραφὴ τῶν γεγονότων τοῦ Ἰουλίου 1821 ἀπὸ ἄρθρο ἀγγλικῆς ἐφημερίδας», σ. 365.

[8] Κ. ΣπυριδακιΜελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τ. Α΄, Μέρος Α΄, Λευκωσία 1972, σ. 322. Ὁ συγγραφέας λαμβάνει τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ πρωτότυπο Travels and Adventures of the revJoseph WolfLondon 1861, σ. 172. Βλ. ἐπίσης Κ. Σπυριδακι, «Ὁ περιηγητὴς αἰδ. Ἰωσὴφ Γουὼλφ καὶ ἡ Κύπρος», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΖ΄ (1963) 11-22.

[9] Ἑβρ. 13,8.

[10] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου, ὅ.π., σ. 287 (στροφὲς 13 καὶ 14 τοῦ ποιήματος Μαρτύρων Στεφάνωμα τοῦ Χαραλάμπους Παπαδοπούλλου).

[11] Δημητρη Λιπερτη, «Στοὺς τζυπριώτες μάρτυρες τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», παντα, Κύπρος 1961, σσ. 271-272. 

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

Νέα στοιχεία για τον Ιωάννη Συκουτρή

 


Τα αυτόγραφα των τελευταίων σημειωμάτων του Ι. Συκουτρή

(Α΄)

 

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1937 ο περίφημος Σμυρνιός φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής, που απασχόλησε και παλιότερα συνεργάτες των Μικροφιλολογικών, βρέθηκε νεκρός σ’ ένα ξενοδοχείο της Κορίνθου. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 36 του χρόνια. Πίσω του άφησε (όπως ξέρουμε τώρα) δύο σημειώματα, τα οποία μαρτυρούσαν πως ο θάνατός του ήταν εκούσιος. Οι γιατροί όμως διέγνωσαν «καρδιακό νόσημα»,1 η κηδεία του έγινε στην Αθήνα χωρίς άλλα σκάνδαλα, και τα σημειώματα έμειναν άγνωστα στους αμύητους ως τον Απρίλιο του 1958, όταν δημοσιεύτηκαν εν μέρει στο περ. Νέα Εστία (τχ. 738, 1958, σσ. 542-543), σε επετειακό αφιέρωμα που επιμελήθηκε κυρίως ο μαθητής του Συκουτρή Νάσος Δετζώρτζης. 

Στη σελίδα 542 βρίσκουμε «απόσπασμα από την τελευταία του επιστολή, γραμμένη στον Ακροκόρινθο, στις 21.9.1937, ημέρα του θανάτου του». Δεν δηλώνεται ο παραλήπτης και δημοσιεύονται αποκλειστικά τα εξής: «Η Ποιητική θα εκδοθῄ όσο μέρος ετυπώθηκε. Μένει το σπουδαιότερο της Εισαγωγής, αλλά συνέχεια θα μπῃ το εσώκλειστο χαρτί. Ας μη αναλάβῃ κανείς να την συμπληρώσῃ... Ι. ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ». Απέναντι ακριβώς εκδίδεται χωρίς περικοπές (αλλά όχι και απόλυτα πιστά όπως θα δούμε) «Το τελευταίο χειρόγραφο του Ιωάννου Συκουτρή (Ακροκόρινθος, 21.9.1937)», που αρχίζει με τη φράση «Το υπόλοιπον μέρος της Εισαγωγής δεν εστάθη δυνατόν να γραφῄ» και τελειώνει με τη φοβερή διαπίστωση: «Μα ο έρως θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα: έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός...»

Άλλα σχόλια δεν υπάρχουν, ούτε φωτογραφίες των πρωτοτύπων, ούτε στοιχεία για την πηγή και τον κάτοχό τους.

Για να γλυτώσουμε τις ασάφειες, στο εξής το πρώτο κείμενο θα το λέμε «επιστολή» και το δεύτερο «επίλογο».         

Παρά τη διακριτικότητα της Νέας Εστίας, ο ενήμερος αναγνώστης θα έπρεπε να συμπεράνει ασφαλώς τα εξής: α) Ο φημισμένος «επίλογος» είναι το ίδιο πράγμα με το «εσώκλειστο χαρτί» που μνημονεύει η «επιστολή»· β) ο Συκουτρής τον προόριζε για τη σελίδα 148* (τελευταία) της εισαγωγής που είχε γράψει για την έκδοση της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη (δεύτερο τόμο της «Ελληνικής Βιβλιοθήκης» της Ακαδημίας Αθηνών), τα ημιτελή δοκίμια της οποίας εκκρεμούσαν ήδη μήνες στο τυπογραφείο· γ) η βούλησή του δεν εισακούστηκε, αφού το βιβλίο2βγήκε σε λίγο χωρίς τον «επίλογο» και μ’ ένα συντομότατο παραπλανητικό του υποκατάστατο: «Το υπόλοιπον μέρος της Εισαγωγής, λόγῳ του αιφνιδίου θανάτου του συγγραφέως, δεν εγένετο δυνατόν να γραφῄ».

Στη βιβλιογραφία ωστόσο βρίσκουμε μόνο αμηχανία και σύγχυση – ίσως να φταίει κι ο Δετζώρτζης γι’ αυτό. Τριάντα χρόνια ύστερα, σε μία γνωστή και συναρπαστική ομιλία, αναπαράγει ο ίδιος ξεκρέμαστο τον «επίλογο», με το σχόλιο «πώς το γράφει, ποιος μπορεί να το πει»· αψηφά την «επιστολή», και τελικά υποβάλλει (εννοώ στοναμύητο) την εντύπωση ότι πρόκειται σχεδόν για επιθανάτιο παραλήρημα. Περίπου τα ίδια θα δούμε πιο πρόσφατα στο Βερονάλ του Θεοδωρόπουλου (2015), που ωστόσο «ξέρει» πώς το γράφει ο Συκουτρής – σε «σημειωματάριο»! Ο Χαρτοκόλλης (2003), μολονότι ο ίδιος στο μεταξύ ανακάλυψε πάλι και δημοσίεψε την «επιστολή», γράφει ότι ο «επίλογος» είναι η ίδια η εισαγωγή της «Ποιητικής», ενώ ο Αλικανιώτης (2008), που γνώριζε βέβαια καλύτερα το βιβλίο, πείστηκε τελικά ότι το «εσώκλειστο» θα περιείχε τη στρεψόδικη κατακλείδα που πλάστηκε στην Ακαδημία· και η εξειδικευμένη εργασία της Καπετανίδου (2018) θα σερβίρει ένα μίγμα όλων αυτών με κάμποσες δευτερογενείς παρανοήσεις.3

Αφήνω όσα γράφτηκαν από πιο αναρμόδιους... 

Η σύγχυση μεγαλώνει σαν δούμε το κείμενο της «επιστολής», όπως τελικά το παρουσίασε ο Χαρτοκόλλης στο βιβλίο του.4 Μαθαίνουμε βέβαια για πρώτη φορά πως ο παραλήπτης ήταν ο γνωστός πολιτικός μηχανικός και φίλος του Συκουτρή Άγγελος Καλογεράς (1903-1970), και πως ο «φάκελος με το αποχαιρετιστήριο σημείωμα» βρίσκεται «σήμερα» στα χέρια του γιου του, Νίκου Καλογερά. Ο εκδότης παραθέτει το «σημείωμα» και χωριστά άλλες «δύο οδηγίες» (που τελικά είναι τρεις), εξηγώντας πως τις «περιέχει» ο φάκελος. Σ’ όλα υπάρχουν χάσματα («δυσδιάκριτες λέξεις»), ασυνταξίες, ασάφειες και γλωσσικοί τύποι ξένοι στο Συκουτρή. Την καλύτερη απόδοση τη βρίσκουμε στην τελευταία «οδηγία», η οποία είναι στην πραγματικότητα η πιο «δυσδιάκριτη» απ’ όλες, ταυτίζεται όμως με το απόσπασμα που είχε εκδώσει το 1958 η Νέα Εστία. Αλλά εδώ δεν υπάρχει ούτε παραπομπή στη Νέα Εστία, ούτε και άλλος συσχετισμός με τον «επίλογο» της Ποιητικής.

Όπως μου εξήγησε εντέλει τηλεφωνικά (30.3.2020) ο 85χρονος σήμερα Νίκος Καλογεράς, ο ίδιος δεν είδε ποτέ τον αυτόγραφο φάκελο ή το «σημείωμα»· ο πατέρας του ευθύς το είχε παραδώσει στη χήρα του Συκουτρή Χαρά (1899-1972). Η έκδοση του σημειώματος έγινε στην πραγματικότητα από ένα δυσανάγνωστο φωτοαντίγραφο της εποχής, το οποίο διατηρήθηκε με άλλα σχετικά ενθύμια σ’ έναν κοινό αρχειακό φάκελο. Αυτό φυσικά εξηγεί και τις αστοχίες της. 

Στην έκδοση όμως το φταίξιμο για τις αστοχίες ρίχνεται τελικά στον ίδιο το Συκουτρή, που έγραφε τάχατες «βιαστικά, κάτω από ισχυρή συγκίνηση ή την επίδραση πιοτού»· και τα ίδια βεβαιώνει και ο Αλικανιώτης, που ολοφάνερα πήρε απ’ το Χαρτοκόλλη το κείμενο, πρόσθεσε όμως φανταστικές συμπληρώσεις «δυσδιάκριτων λέξεων» με τρόπο που ασφαλώς δε θα έκανε, αν είχε την ευκαιρία να δει το πρωτότυπο· έτσι, η κλασική συκουτρική αποφώνηση «φως και χαρά γύρω σου και μέσα σου» στην έκδοση Αλικανιώτη γίνεται «(φιλώ τη;) μάνα σου με (αγάπη;)»... Όσο για τις «οδηγίες», ο Αλικανιώτης παρεξήγησε την ήδη ασαφή διατύπωση του Χαρτοκόλλη και θεώρησε πως ο Συκουτρής τις «συμπλήρωσε» πάνω στον υποτιθέμενο φάκελο.

Από κει διαδόθηκε η κατακρεουργημένη πια Επιστολή στο Διαδίκτυο για τα περαιτέρω.

Χρειαζότανε μια νέα έκδοση των δύο τεκμηρίων, από τα πρωτότυπα. Αλλά αυτά ήταν άφαντα.

Τον Ιούλιο του 2019 χρειάστηκε ν’ αδειάσει για να πουληθεί η παλιά μονοκατοικία της οδού Ουμπλιανής 9 στα Ιλίσια, όπου έζησαν και πέθαναν η γυναικαδέλφη του Συκουτρή Ελένη Κοκολάκη και οι δυο ανύπαντρες κόρες της. Αρχιτέκτονας του σπιτιού, κατά σύμπτωση γνήσια διαβολική, ήταν ο Άγγελος Καλογεράς.

Ξέραμε ότι μετά το θάνατο της χήρας Συκουτρή (1972) είχαν στεγαστεί εδώ κομμάτια του προσωπικού αρχείου του· και το 2012 είχαμε περιμαζέψει λιγοστά απομεινάρια, που βρίσκονται σήμερα με άλλα πολλά στο «αρχείο Ιωάννου Συκουτρή» του Ιδρύματος Λασκαρίδη.5 Θεωρούσαμε το σπίτι «τελειωμένο» απ’ την άποψη αυτή. Στην ταράτσα του όμως, σε μια ξεχαρβαλωμένη αποθήκη πλάι στο πλυσταριό, μέσα σε σωρούς από καρέκλες, χαλιά, φορέματα και στρωσίδια, βρέθηκε τώρα μία μικρή στοίβα χαρτιά – θα τολμούσα να πω μία «κρύπτη». Περιείχε κυρίως ενθύμια της Χαράς Συκουτρή και των ανηψιών της, αλλά και του ίδιου του Συκουτρή: σχολικά ενδεικτικά από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης,6 διάφορα διπλώματα και διοριστήρια, αλληλογραφία του ζεύγους πριν και μετά το γάμο τους, αλλά και αντίγραφα υστερότερα κειμένων του ή έγγραφα, αναμνήσεις και άλλα γραψίματα για τον ίδιο, από τα οποία αρκετά δε δημοσιεύτηκαν ποτέ.

Μαζί με αυτά και ο φάκελος που δίνει την αφορμή του κειμένου αυτού. Ανοίγοντάς τον, παρευθύς αντίκρυσα την ανατριχιαστική αρχή των «οδηγιών» του Χαρτοκόλλη, που ο ίδιος την είχα χρησιμοποιήσει το 2017, προλογίζοντας τον κατάλογο του αρχείου του Συκουτρή:

«Τα χειρόγραφά μου όλα και αι σημειώσεις παρακαλώ να καούν...»

Διακριτικά, απ’ τον τάφο του, ο νεκρός μάς επιτιμούσε. Αλλά ήταν αργά.

Ο φάκελος (15,5Χ12,5 εκ.) έχει το λογότυπο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ψυχικού και στη μέση τη διεύθυνση: «Κύριον Άγγελον Καλογεράν, Μηχανικόν, οδός Σκουφά - Ηρακλείτου, ΙΧ.». Πάνω δεξιά: «Τελευταί[ες;]». Όμως, το γράψιμο δεν είναι πουθενά του Συκουτρή· ανήκει στη Χαρά. Είναι άραγε αντίγραφο του πρωτότυπου φακέλου, που ύστερα χάθηκε (άγνωστο πώς); Δεν ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε πού ακριβώς βρέθηκε το πρωτότυπο, και πώς έφτασε στα χέρια του Καλογερά.

Ο φάκελος περιέχει την «επιστολή» και τον «επίλογο». Πρόκειται για ξεχωριστά διπλωμένα ημίφυλλα 21,5x14 εκ., κομμένα με το χέρι από τη δεξιά πλευρά τους – ο «επίλογος» πιο αδέξια, μάλλον σκισμένος παρά κομμένος. Δίχως την παραμικρή αμφιβολία είναι αυτόγραφα του Συκουτρή.

Θα εξετάσω εδώ την «επιστολή», αφήνοντας τον «επίλογο» για το επόμενο τεύχος.

Το κυρίως σημείωμα στον Καλογερά, με την ημερομηνία και υπογραφή του Συκουτρή στο τέλος, γράφτηκε με μελάνι στην πρώτη σελίδα. Δεν είναι καθόλου «βιαστικό» ή δυσανάγνωστο (με τα μέτρα τουλάχιστο των υπόλοιπων χειρογράφων του). Από πίσω (και όχι σε άλλο χαρτί) με μολύβι πρόσθεσε σαν υστερόγραφο ό,τι ως τώρα ονομάστηκε «οδηγίες», πιο δυσανάγνωστες λόγω του μολυβιού, αλλά και γιατί μοιάζουν σα να μη γράφτηκαν σε τραπέζι, αλλά σε καμμία πέτρα ή στο πόδι. Υποθέτω ότι το σημείωμα γράφτηκε αλλού και μόνο οι «οδηγίες» στον Ακροκόρινθο, όπως ρητά σημειώνει στο τέλος. Η στερνή «οδηγία», αυτή για την «Ποιητική», γραμμένη κάπως στριμωχτά, προστέθηκε μάλλον ακόμα πιο ύστερα, όταν θα είχε τελειώσει και τον «επίλογο».

Παραθέτω πιστά το κείμενο, μονάχα μονοτονίζω. Με πλάγια στοιχεία μερικές αναγνώσεις κάπως αβέβαιες. Μέσα σε άγκιστρα ({ }) λέξεις ή γράμματα που έχουν σβηστεί ή διορθωθεί (με παύλες στα δυσανάγνωστα). Στο τέλος της κάθε σελίδας σημειώνω (με αστερίσκο) τις κυριότερες αποκλίσεις της έκδοσης Χαρτοκόλλη (παραβλέποντας λάθη στην ορθογραφία, τη στίξη, τα -ν κλπ.).

 [σελ. 1]

Αγαπημένε μου Άγγελε,

Γράφω σ’ εσένα γιατί δεν έχω την δύναμη και την τόλμη να γράψω στην ακριβή μου Χαρούλα – έστω και για να την αποχαιρετίσω. Σε παρακαλώ φρόντισε, μαζί με τον Κώστα Δαμβέργη και τον Κάρολο Beregean, για ό,τι θα {–} χρειαστῄ. Της αξίζει και χωρίς την παράκλησίν μου.

Ιδίως θα ήθελα να μην είχεν ενοχλήσεις εις τα ζητήματα τα οικονομικά. Σχετικώς έχω ένα σημείωμα στο γραφείο μου στην Ακαδημία. Στο πνεύμα εκείνου θα ήθελα να ρυθμισθούν όλα.

Στην Έλλη πολλούς χαιρετισμούς, φιλιά στον Νίκο. Σου σφίγγω το χέρι αγαπητέ μου. Φως και χαρά γύρω σου και μέσα σου.

21/9/37                                                                                         Ι. Συκουτρής

Χαρούλα: *Χαρά / ό,τι θα: *ό,τι της / Της αξίζει και χωρίς: *Τις αξίζει (δυο δυσδιάκριτες λέξεις) / τα οικονομικά: *(λέξη δυσδιάκριτη) νομικά / ένα σημείωμα: *σε σημειώματα / εκείνου: *εκείνο / ρυθμισθούν όλα: *ρυθμιστεί / Φως ... μέσα σου: *(δυσδιάκριτη λέξη) μάνα σου με (δυσδιάκριτη λέξη) / Ι. Συκουτρής: *Γιάννης

 

[σελ. 2]                                                    

Τα χ/φα μου όλα και αι σημειώσεις παρακαλώ να καούν. Μόνον όπου έχω αντιβολάς χ/φων αρχαίων εις βιβλία ή χαρτιά να δοθούν εις την Εθν. Βιβλιοθήκην, ώστε να χρησιμεύσουν ενδεχομένως εις άλλους.

Το εσώκλειστον δίδεις της Χαράς. (1000 δρ)

Η Ποιητική θα εκδοθή όσο μέρος ετυπώθηκε. Μένει το σπουδαιότερο της Εισαγωγής αλλά {θ} συνέχεια θα μπῃ το εσώκλειστο χαρτί. Ας μην αναλάβῃ κανείς να την συμπληρώση.

Ακροκόρινθος {22}21/9/37                                                                           Γιάννης

και αι: *ως και / Μόνον... αντιβολάς: *(λέξη δυσδιάκριτη) / ή: *και / χρησιμεύσουν: *χρησιμοποιηθούν / εις άλλους: *από άλλους / δίδεις της: *δίνεις στης / ετυπώθηκε: *εκτυπώθηκε 

Δε θα σταθώ σε γενικότερο σχολιασμό της ήδη πολυσυζητημένης επιστολής. Αρκούμαι σε δύο σημεία που ξεκαθαρίζουν καλύτερα με τη νέα ανάγνωση:

α) Στην Εθνική Βιβλιοθήκη ο Συκουτρής δεν αφήνει μήτε «αρχαία χειρόγραφα» μήτε βιβλία, αλλά μόνο «αντιβολές», δηλαδή σημειώσεις για τις διαφορετικές γραφές που δίνουν σε «αρχαία» κείμενα οι κώδικες που μελέτησε ο ίδιος ή άλλοι σε διάφορες βιβλιοθήκες.7 Ο όρος αυτός δεν τηρήθηκε βέβαια, όπως δεν τηρήθηκαν οι άλλοι δυο που έθεσε μαζί του, δηλαδή να καούν τα άλλα χαρτιά του και να προστεθεί ο «επίλογος» στην εισαγωγή της «Ποιητικής» (αν κι εδώ δεν είναι τόσο απλά τα πράματα, όπως θα δούμε πιο κάτω). Καμμιά δωρεά χειρογράφων του Συκουτρή (και το έχω ελέγξει προσωπικά) δεν καταχωρήθηκε ποτέ στα βιβλία του Τμήματος Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που εκείνο τον καιρό τα τηρούσε ακόμα με κάποια συνέπεια ο Λίνος Πολίτης.

β) Η επιστολή παραπέμπει σε δύο ακόμη αυτόγραφα του ίδιου του Συκουτρή. Το ένα είναι το γνωστό «εσώκλειστο» που θα μας απασχολήσει παρακάτω· το άλλο είναι «ένα σημείωμα στο γραφείο μου στην Ακαδημία», το οποίο αφορούσε «τα ζητήματα τα οικονομικά», κι είχε στόχο «να μην έχει ενοχλήσεις» η γυναίκα του Χαρά.

Τί σημείωμα ήταν αυτό;

Πιστεύω πως το μαντεύουμε: Μια διαθήκη.

Η διαθήκη του Συκουτρή είναι τελείως άγνωστη στους βιογράφους του και όσους άλλους έγραψαν για τις αιτίες της αυτοκτονίας του. Την ήξεραν όμως η Χαρά και ο κύκλος της, και στις 4.10.1937 ο δικηγόρος της Νίκος Ασκούτσης (μακρινός συγγενής και αργότερα υπουργός του ΕΑΜ) την υπέβαλε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, δηλώνοντας πράγματι ότι είχε βρεθεί στην Ακαδημία. Τρεις μάρτυρες – ο Μπερζάν, ο Δετζώρτζης και ο (επίσης υπουργός αργότερα) Κωνσταντίνος Τρυπάνης – βεβαίωσαν πως το γράψιμο είναι του Συκουτρή. Δημοσιεύτηκε με την απόφαση 10616/7.10.1937 (αριθμός διαθήκης 3744), που μαζί με τη δικογραφία της έχει κατατεθεί με το υπόλοιπο αρχείο του Πρωτοδικείου στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Σώζεται ο αρχικός της φάκελος (26,5x18 εκ.) με τα γράμματα του Συκουτρή: «Κυρίαν Χαράν Συκουτρή / Ι.Χ.». Το αυτόγραφο της διαθήκης βρέθηκε εντέλει παρατοποθετημένο στο τέλος του φακέλου.8 Είναι δύο καθαρογραμμένα φύλλα 28,5x21,5 εκ., με μια πιο αχνή κατοπινή προσθήκη. Δύο ταυτόσημα αντίγραφα της διαθήκης (το ένα με το χέρι της Χαράς) εντοπίστηκαν στα έγγραφα της «κρύπτης». 

Παραθέτω το πρωτότυπο από φωτογραφία:

Την σήμερον 1 Δεκεμβρίου 1936 ημέραν των γενεθλίων μου αισθάνομαι την ανάγκην, ανασκοπών τα 35 χρόνια που έζησα ώς τώρα, να διαθέσω τα της περιουσίας μου εν περιπτώσει θανάτου μου. Αφήνω λοιπόν διά του παρόντος μοναδικήν και αποκλειστικήν κληρονόμον της περιουσίας μου, κινητής και ακινήτου, την αγαπημένην, την ανεκτίμητον σύζυγόν μου Χαράν, χωρίς {-} κανείς να έχῃ το δικαίωμα εκ {της} των πατρικών μου συγγενών να την ενοχλήσῃ ή να διεκδικήσῃ τίποτε. Η σύζυγός μου θα δικαιούται να διαθέσῃ τα της περιουσίας μου όπως αυτή νομίζει, αδέσμευτος από κάθε περιορισμόν. Θα δικαιούται επίσης να {δια} κανονίσῃ την ζωήν της σύμφωνα προς την κρίσιν της. Ό,τι αποφασίσῃ θα είναι ποτισμένον από αρετήν, σύνεσιν και καλωσύνην. Θα την παρακαλούσα μόνον να δώσῃ εις τα τρία μου παιδιά, την Μαρίαν, την Αγλαΐαν και την Μαριάνθην, [φύλλο 2] ένα μικρόν ενθύμιον είτε εις βιβλία εικονογραφημένα της βιβλιοθήκης μου είτε εις άλλο αντικείμενον. Είναι ολίγον απέναντι της αγάπης που μου έδειξαν εις τα τελευταία χρόνια της μοναξιάς μου. 

Ένα παράπονον έχω κατά του εαυτού μου: πως δεν κατώρθωσα να κάνω την Χαράν μου τόσον ευτυχισμένην, όσον ήθελα και της ήξιζε.

Αθήναι 1 Δεκεμβρίου 1936                                                            Ι. Συκουτρής

Υ.Γ. Και τα δικαιώματά μου επί της κατοικίας της οδού Μαυρομματαίων 7, αν τύχῃ και δεν προφθάσω και επισήμως να τα μεταγράψω, ανήκουν δικαιωματικώς εις την σύζυγόν μου. Προέρχονται από τας οικονομίας, που επραγματοποιήσαμεν χάρις εις την εργασίαν της.

Αθήναι 25 Ιουλίου 1937                                                                Ι. Συκουτρής

Οι όροι της διαθήκης δεν ξαφνιάζουν. Η κακή σχέση του Συκουτρή με τη μητέρα του Μαρία και τους αδερφούς του, που εδώ τους αποκληρώνει ρητά, είναι γνωστή. Η έκφραση «τα τρία μου παιδιά» για τις παλιές μαθήτριες και φοιτήτριες που συχνά τον περιστοίχιζαν (Μαρία Κακισοπούλου, Αγλαΐα Φακάλου και Μαριάνθη Σακορράφου), τολμηρή για τέτοιο έγγραφο, δε θα παραξενέψει τους γνώστες της αλληλογραφίας του Συκουτρή. Ούτε η ταυτόχρονη έμφαση στην εσώτερη μοναξιά του.9

Ολοφάνερα η διαθήκη (και προπάντων το υστερόγραφό της) δεν αντιπροσωπεύει ένα φρόνιμο νοικοκύρη που προβλέπει κάθε μέτρο για την εξασφάλιση του οίκου του από μελλοντικά απρόοπτα, αλλά έναν άνθρωπο που ήδη αποφάσισε ή το λιγότερο διαπραγματεύεται με το θάνατο. Γι’ αυτό οι ημερομηνίες έχουν εδώ σημασία. Όταν ο Συκουτρής γιόρταζε τα 35 του χρόνια καταστρώνοντας τη διαθήκη του, έμπαινε ήδη στον τρίτο της μήνα η υστερική συκοφαντική εκστρατεία που λάνσαραν εναντίον του ηθικολόγοι και γλωσσαμύντορες για την έκδοση του «Συμποσίου» του Πλάτωνα (1934). Η καταλαλιά κορυφώθηκε το επόμενο καλοκαίρι, με το λίβελλο που του έγραψε ο συνυφηγητής του Σταματάκος και την παραπομπή του σε δίκη για «δυσφήμηση» των συκοφαντών του. Φαίνεται να είχε πάρει την απόφασή του. Εκκρεμούσε το θέμα του καινούργιου σπιτιού του (του πρώτου ιδιόκτητου της ζωής του), που θα ήταν συνάμα η αποζημίωση και η προίκα του στην «ανεκτίμητη» Χαρά – αλλά ακόμα δεν ήταν έτοιμο. Το Σεπτέμβριο πήρε τα κλειδιά στα χέρια του και τράβηξε αμέσως για την Κόρινθο. Όλα αυτά γίνονται τώρα πιο κατανοητά, και απλοϊκή θα πρέπει να κριθεί κατά τη γνώμη μου η στάση μερικών, οι οποίοι απορούν πώς αυτοκτόνησε ένας άνθρωπος μόλις έλυσε το στεγαστικό του πρόβλημα. Από την άλλη το κείμενο της διαθήκης αποδυναμώνει τον κατοπινό συσχετισμό που έκαναν πολλοί ανάμεσα στο τέλος του και την «απογοήτευση» που ένιωσε ο Συκουτρής τον ίδιο Αύγουστο, όταν με Έλληνες φοιτητές επισκέφτηκε τη ναζιστική Γερμανία, ένα ταξίδι που άρχισε αμέσως μετά την υπογραφή του υστερόγραφου της διαθήκης.

Χωρίς «ενοχλήσεις» δεν έμεινε πάντως η Χαρά Συκουτρή. Οι κοινές τους «οικονομίες» δεν έφταναν και το διαμέρισμα της Μαυρομματαίων είχε υποθηκευτεί για 400.000 δραχμές στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ίδια είχε εγγυηθεί και το μερίδιο του συζύγου της. Το Μάρτιο του 1939 επιτέλους της αναγνώρισαν μια σύνταξη χηρείας, 880 δρχ. το μήνα. Ένα ποσό ακόμη μικρότερο δόθηκε στη μητέρα του Συκουτρή. Σημειώνω επίσης την πολύχρονη διένεξη της Ακαδημίας με τη Χαρά για τα εκδοτικά δικαιώματα του πλατωνικού «Συμποσίου», η οποία διευθετήθηκε μ’ έναν απρόθυμο συμβιβασμό τον Απρίλη του ’67...10

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Έχουν γράψει ότι έγινε και νεκροψία, αλλά δεν υπάρχει τέτοια εγγραφή στο αντίστοιχο βιβλίο του αρχείου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας (σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους).

2. Αριστοτέλους: Περί ποιητικής. Μετάφρασις υπό Σίμου Μενάρδου. Εισαγωγή, κείμενον και ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή. Αθήνα, Ι. Κολλάρος, 1937. Ο πρόλογος του Συκουτρή έχει ημερομηνία «Μάρτιος 1936». 

3. [Δετζώρτζης,] Ιωάννης Συκουτρής. Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1988, σσ. 68-69· Τ. Θεοδωρόπουλος, Βερονάλ, Μεταίχμιο, 2015, κεφ. ΙΧ· Π. Χαρτοκόλλης, Ιδανικοί αυτόχειρες. Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν, Εστία, 2003, σσ. 99-100· Διον. Αλικανιώτης, Ιωάννης Συκουτρής. Η ζωή του, Κάκτος, 2007, σσ. 468-471· Π. Καπετανίδου, «Το σημείωμα αυτοκτονίας: Μεταξύ λογοτεχνίας και μαρτυρίας» (2018), σσ. 28-33 (http://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/29128/1/Μ.Ε. ΚΑΠΕΤΑΝΙΔΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ 2018.pdf).

4. Χαρτοκόλλης, ό.π., σ. 136 (36 σελίδες μετά την αντίστοιχη αναφορά στον «επίλογο»).

5. Βλhttp://www.laskaridisfoundation.org/wp-content/uploads/2018/01/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΑΡΧΕΙΟΥ-ΙΩΑΝΝΟΥ-ΣΥΚΟΥΤΡΗ.pdf· Μιχ. Κοκολάκης, «Αρχείο Ιωάννου Συκουτρή (1901-1937). Κατάλοιπα της συλλογής Μίνωος Κοκολάκη», Ελληνικά 67 (2017) 103-187 (στη σ. 104 για το συγκεκριμένο σπίτι).

6. Έχουν δημοσιευτεί σε φωτογραφίες στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας (τχ. 738, 1958, σσ. 545 και 547) και είχα ο ίδιος σχολιάσει την απουσία τους από το σωζόμενο αρχείο του Συκουτρή (Κοκολάκης, ό.π., σ. 114). 

7. Τα περισσότερα βιβλία του Συκουτρή δωρήθηκαν το 1972 στην Εστία Νέας Σμύρνης. Μερικά χειρόγραφα και «αντιβολές» σώζονται σήμερα στο Ίδρυμα Λασκαρίδη.

8. Όλα αυτά βρέθηκαν και φωτογραφήθηκαν χάρη στην εμπειρία και το μεράκι της Υπακοής Χατζημιχαήλ.

9. Βλ. σχετικά το εξαντλητικό Επίμετρο της Ε. Ράμφου στο: «Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη». Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριές του, εισαγωγή Γ. Α. Χριστοδούλου, ΜΙΕΤ, 2014, σσ. 279-303 (ιδίως σ. 292 κε.).

10. Όλες οι πληροφορίες από έγγραφα της «κρύπτης». Είναι αβάσιμο πως οι κληρονόμοι του Συκουτρή «από σεβασμό προς την Ακαδημία» τής εκχώρησαν και τα πνευματικά τους δικαιώματα (Αλικανιώτης, ό.π., σ. 138).

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ                                                                     Μιχάλης Κοκολάκης


Μικροφιλολογικά 48 (Φθινόπωρο 2020) 73-79

 


 

Τα αυτόγραφα των τελευταίων σημειωμάτων του Ι. Συκουτρή

Β΄

Στο προηγούμενο τεύχος των «Μικροφιλολογικών» δημοσίευσα ολόκληρη την αποχαιρετιστήρια επιστολή που φέρεται να έγραψε από τον Ακροκόρινθο ο Συκουτρής τη μέρα της αυτοκτονίας του (21/9/1937) στον Άγγελο Καλογερά, με βάση το πρωτότυπο που εντοπίστηκε το 2019 στο σπίτι της γυναικαδέλφης του Συκουτρή Ελένης Πετυχάκη-Κοκολάκη. Απέδειξα επίσης ότι: (α) Οι αστοχίες της πρωτύτερης έκδοσης του κειμένου από τον Π. Χαρτοκόλλη (2003) δεν οφείλονται σε ελαττώματα του πρωτοτύπου, αλλά του κακού φωτοαντιγράφου που μεταχειρίστηκε· (β) η επιστολή φανέρωνε την ύπαρξη της άγνωστης μέχρι τώρα διαθήκης του Συκουτρή, την οποία και δημοσίευσα· (γ) το γνωστό «τελευταίο χειρόγραφο» ή «φιλολογική διαθήκη» ή «επιστολή χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη» (!) που επίσης γράφτηκε στον Ακροκόρινθο, και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία της 1/4/1958, το είχε βάλει ο Συκουτρής εσώκλειστο στο μήνυμά του στον Καλογερά· (δ) το δεύτερο τούτο χειρόγραφο, που προτίμησα να το αποκαλώ «επίλογο», είχε «αποδέκτες» πολύ συγκεκριμένους, αφού ο συγγραφέας του το προόριζε ως υστερόγραφο στη μισοτελειωμένη εισαγωγή της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη, την οποία είχε αναλάβει προ πολλού για λογαριασμό της Ακαδημίας Αθηνών. Υπαινίχθηκα επίσης ότι: (α) Το δημοσιευμένο κείμενο του «επιλόγου», αν και δεν έχει χονδροειδείς αλλοιώσεις ή σφάλματα, δεν είναι ωστόσο απόλυτα πιστό· (β) η παράλειψή του από την τελική μεταθανάτια έκδοση της «Ποιητικής» (1937-1938) δεν είναι τυχαία, μα αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια της επιθυμίας όλων των ενδιαφερόμενων να κουκουλωθεί το γεγονός πως ο Συκουτρής αυτοκτόνησε.1       

Τις δύο αυτές διαπιστώσεις θα τις εκθέσω αναλυτικότερα παρακάτω.

Παραθέτω πρώτα ακριβή μεταγραφή του «επιλόγου» βασισμένος στο πρωτότυπο σημείωμα, το οποίο βρέθηκε το 2019 μαζί με την επιστολή Καλογερά. Όπως κι εκείνη, είναι ένα ημίφυλλο 21,5x14 εκ., γραμμένο με μολύβι κι απ’ τις δυο μεριές, αρκετά δυσανάγνωστο. Εφαρμόζω τους κανόνες που τήρησα και στην επιστολή: Μονοτονικό, διατήρηση στίξης, ορθογραφίας και διαγραμμένων λέξεων (μέσα σε άγκιστρα), πλάγια γράμματα σε αβέβαιες λεξούλες, υπόμνημα με τις λιγοστές στραβές αποδόσεις της Νέας Εστίας (όπου όμως παραλείπω τις πολλές και ενοχλητικές παρεμβολές που τότε έγιναν στη στίξη του κειμένου, όπως εξηγώ με συντομία παρακάτω):  

γραφῄ{.}· ό,τι υπάρχει δεν είναι δημοσιεύσιμον. Θα εξήταζε το πρόβλημα των τραγικών συναισθημάτων, δηλ. το πρόβλημα του τραγικού ανθρώπου. Αλλά το πρόβλημα αυτό εζούσεν ο συγγραφεύς μέσα του τόσον έντονα, τόσον προσωπικά, ώστε δεν κατώρθωνεν επί πολύ να το {--------} περιλάβῃ εις {αντάξ---} ισότιμον και αποστρογγυλευμένην διατύπωσιν. Είχεν αρχίσει να το κάν τον χειμώνα 1936-37, όταν ανέλυεν εις {τους} τον Φιλολογικόν Κύκλον τας τραγικάς μορφάς του {L} Ρωμαίου και του Lorenzo, του Lear και της Cordelia, του Βρούτου και του Μάκβεθ, και όταν ετοίμαζε την ανάλυσιν του Hamlet. Δυστυχώς δεν κατώρθωσε να {τα} το γράψῃ ούτε την άνοιξιν του 1937, {παρασυρθείς εις} περιπλακείς εις συζητήσεις μικροπρεπείς και ταπεινάς. Και το τραγικόν είναι παραλλαγή του υψηλού πάντοτε. Ευτυχώς εξεκαθάρισεν εφέτος το καλοκαίρι τας ιδέας του, και ημπορούσε να υποσχεθ εις αγαπητόν του πρόσωπον, ότι + [σελ. 2] προ της αναλύσεως των έργων του Shakespeare και των Ελλήνων τραγικών, που θα έκαμνεν το έτος 1937-38 εις τον Ασκραίον, θα διέθετε μερικά μαθήματα δια να ομιλήσῃ γενικώς περί του τραγικού ανθρώπου. Εκεί θα ανέπτυσσε και την ιδικήν του θεωρίαν περί καθάρσεως, την οποίαν, {συνέδεε} αυτοτελή και ασύνδετον ως τώρα με το υπόλοιπον της Ποιητικής, συνέδεεν ο συγγραφεύς με τα περί του καθόλου: ήτο η «καθολικοποίησις» των ελεεινών και φοβερών παθημάτων μέσα εις την ψυχήν του θεατού, ο οποίος με τον έλεον και τον φόβον που του προκαλεί ο ποιητής, αισθάνεται τα γινόμενα επί σκηνής ως ιδικήν του υπόθεσιν, ως υπόθεσιν πανανθρώπινον μάλλον. {Έτσι} Έτσι «καθῄρετο» το απλούν συμπτωματικόν μυθικόν γεγονός. Απ’ αυτά θα επροχωρούσεν εις την ψυχολογίαν του τραγικού προσώπου. Ήλπιζε πως θα επρόφθανεν... {Δυστυχώς} Μα ο έρως θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα: έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός...

                                                            Ακροκόρινθος 21/9/37 

εζούσεν: *εζούσε / 1936-37: *του 1936-1937 / Shakespeare: *Σαίξπηρ / 1937-38: *1937-1938 / έκαμνεν: *έκαμνε / Απ’ αυτά: *Απ’ αυτό (έτσι και σε όλα τα χφ. αντίγραφα)

Διευκρινίζω ότι σώθηκαν και έξι αντίγραφα του «επιλόγου», 3 χειρόγραφα και 3 δακτυλόγραφα. Μερικά ανήκουν στο εύρημα του 2019 και άλλα βρίσκονται από το 2017 στο αρχείο Συκουτρή του Ιδρύματος Λασκαρίδη.2 Δυο απ’ τα χειρόγραφα αντίγραφα είναι πιστότατα (το ένα είναι με το χέρι της Χαράς Συκουτρή) και με βοήθησαν στην ανάγνωση του ξεθωριασμένου πρωτοτύπου.3 Δεν ισχύει το ίδιο για τα δακτυλόγραφα, που είναι και η άμεση πηγή της δημοσίευσης του 1958. Πέρα από τις μικροαλλαγές που ήδη σημείωσα, βρίσκουμε «διορθώσεις» στον τονισμό και στα κόμματα, ανακάτεμα στα εισαγωγικά και τις υπογραμμίσεις, και ιδίως μιαν αυθαίρετη φιλολογίζουσα κατανομή σε παραγράφους, που εξασθενίζει το κείμενο και ενθαρρύνει παρανοήσεις (π.χ. με το σπάσιμο που έγινε μετά τη λέξη «ταπεινάς»). Βαρύνεται, τέλος, η έκδοση του 1958 με την παράλειψη της αναγκαίας επεξήγησης που επίτηδες είχε προσθέσει στο δακτυλόγραφο η χήρα του Συκουτρή: «Το κάτωθι σημείωμα προωρίζετο από τον Ι. Σ. ν’ αποτελέσῃ την κατακλείδα της ημιτελούς εισαγωγής εις τον τόμον Αριστοτέλους Περί Ποιητικής». Έχουμε δει πού οδήγησε αυτή η παράλειψη.

Περισσότερο ενδιαφέρον απ’ αυτές τις λεπτομέρειες έχουν οι απόπειρες που έγιναν να νοθευτεί στην ουσία του το τελευταίο γραφτό του αυτόχειρα Συκουτρή – γιατί και οι δυο επόμενες παραλλαγές του ολοφάνερα γράφτηκαν με σκοπό να δημοσιευτούν:

α) Στο τρίτο αντίγραφο του χειρογράφου έχουν διαγραφεί οι λέξεις «Ευτυχώς»4 και «εις αγαπητόν του πρόσωπον», λείπει το τέλος («Ήλπιζε ... φωτός»), και αντί για την ένδειξη «Ακροκόρινθος 21/9/37» βλέπουμε τη μονογραφή της Χαράς Συκουτρή!

β) Σε αδέσποτο φύλλο αδιόρθωτου τυπογραφικού δοκιμίου της τελευταίας σελίδας (148) της Εισαγωγής του Συκουτρή στην «Ποιητική» διαβάζουμε τα ακόλουθα γνώριμα (με τα τυπογραφικά τους λάθη):

Το υπόλοιπον μέρος της Εισαγωγής, λόγω του παρεμπεσόντος αιφνιδίου θανάτου του συγγραφέως, δεν εγένετο δυνατόν να γραφῄ. Ως εκ των ευρεθέντων σημειωμάτων εξάγεται και έκ τινων άλλων σημείων της Εισαγωγής καθίσταται φανερόν, θα εξήταζε το πρόβλημα των τραγικών συναισθημάτων, δηλαδή το πρόβλημα του τραγικού ανθρώπου. Είχεν αρχίσει να το συνθέτῃ κατά τον χειμώνα 1936-37 ότε ανέλυεν εις φιλολογικόν κύκλον τας τραγικάς μορφάς του Ρωμαίου και του Loren=o, του Lear και της Cordelia, του Βρούτου και του Mánbed και ητοίμαζε την ανάλυσιν του Hamlei. Δεν προέβη δέ εις την σύνταξιν ούτε 

Η συνέχεια θά ’ταν στην επόμενη σελίδα, αλλά τέτοια δεν υπάρχει.

Είναι φανερό λοιπόν πως συγγενείς και Ακαδημία ήξεραν την ύπαρξη του «επιλόγου» από την επαύριο του θανάτου του Συκουτρή (δε θα είχε στείλει λογικά και στην Ακαδημία ένα αντίγραφο;)· και πως δεν είχαν ουσιαστική αντίρρηση να εκδοθεί το περιεχόμενό του. Μόνο που έπρεπε να γίνει αυτό χωρίς την υπογραφή του αυτόχειρα και με τις αναγκαίες αλλοιώσεις, για να μην καταρρεύσει η σκηνοθεσία του «τυχαίου» θανάτου. Ο ίδιος ο Συκουτρής τους διευκόλυνε, διατυπώνοντας όλο το κείμενο σε τρίτο πρόσωπο.

Τελικά είναι μάλλον ευτύχημα που ωριμότερη σκέψη απέκλεισε από τη δημοσίευση τα παραπάνω εκτρώματα, επιτρέποντας να δημοσιευτεί υστερότερα ο γνήσιος Επίλογος, έστω και με μία ήπια «επιμέλεια». Στη θέση τους τυπώθηκε το 1937, στο τέλος της Εισαγωγής, μόνο η σιβυλλική κατακλείδα: «Το υπόλοιπον μέρος της Εισαγωγής, λόγῳ του αιφνιδίου θανάτου του συγγραφέως, δεν εγένετο δυνατόν να γραφῄ».

Ίσως να ήταν ειλικρινέστερο και διεισδυτικότερο, αν είχαν γράψει: «Το υπόλοιπον μέρος της Εισαγωγής ήτο αδύνατον να γραφῄ, ο δέ συγγραφεύς λόγῳ και τούτου επιτέλους απέθανε».5

Μέσα στα θύματα του δράματος της Κορίνθου ήταν και η συκουτρική «θεωρία περί καθάρσεως». Αφορούσε φυσικά την ερμηνεία του περίφημου χωρίου από τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας στο κεφάλαιο 6 της «Ποιητικής»: «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Από τον «επίλογο» βγαίνει ότι ο Συκουτρής δεχόταν τη θέση της πλειοψηφίας των φιλολόγων πως «παθήματα» σημαίνει «πάθη και συγκινήσεις που διεγείρονται στην ψυχή των ακροατών μιας τραγωδίας»· απέκρουε όμως, ο παθιασμένος αυτός, την πουριτανική εκδοχή που συνδέεται με το όνομα του Γιάκομπ Μπερνάις (1824-1881) και βλέπει στα πάθη «αρρώστιες» βλαβερές και απόβλητες. «Κάθαρσις» για το Συκουτρή είναι όχι η εξάλειψη των παθών, αλλά ο εξευγενισμός τους – η «καθολικοποίησις». Ανάλογες θέσεις θα προβάλει αργότερα ο περίπου συνομήλικός του Ε. Παπανούτσος, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε το 1958.6

Τις ιδέες του αυτές τις καταγράφει ο Συκουτρής γύρω στο 1935 σε πυκνογραμμένο σχεδίασμα 15 φύλλων, που βρίσκεται σήμερα στο αρχείο του στο Ίδρυμα Λασκαρίδη.7 Κανείς ειδικός – ακόμα κι ο κληρονόμος και κάτοχος του αρχείου για 40 και πάνω χρόνια, ο οποίος έγραψε το 2000 πραγματεία για το ίδιο θέμα ακριβώς!8– δε μοιάζει ώς τώρα να γνώριζε ή να μελέτησε το πολύ δυσανάγνωστο και σχετικά χαοτικό αυτό προσωπικό χειρόγραφο, που δεν ήταν βέβαια «δημοσιεύσιμον» για το συντάκτη του, αλλά ούτε και κάηκε όπως είχε ορίσει στη στερνή του παραγγελία.

Είναι αδύνατο να εκδώσω εδώ ολόκληρο το σχεδίασμα. Δισταχτικά μεταφέρω λίγα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα φύλλα 3α και 9, σαν «testimonia» ας πούμε, ελπίζοντας ότι θα διευκόλυναν κάπως την κατανόηση του πολύπαθου «επιλόγου» της «Ποιητικής».     

Εις τί όμως συνίσταται η κάθαρσις αυτή του ελέου και φόβου από τα ταπεινά συναισθήματα και νοσηρά; Ο Αρ. [= Αριστοτέλης] δεν απαντᾴ. <Ούτε και νεώτεροι>. Αναπλάττομεν.

Το δράμα τροποποιεί τα αισθήματ’ αυτά (κατά τον Butcher) όχι τον έλεον. [...] Αλλά τον φόβον. Όχι πλέον ιδιοτελές αίσθημα, ότι κινδυνεύομεν ημείς [...] Αλλά συμπάθεια δι’ ήρωα που μας μοιάζει.

Τέτοιος φόβος δεν είναι κάτι παθητικόν ούτε συνθλίβει όπως η απλή συμφορά. Δεν μας περνᾴ η σκέψις ότι θα βρεθούμε στην θέσιν του ΟΤ [= Οιδίποδος Τυράννου] αλλ’ αόριστος φρίκη 14,1 άμεσον αίσθημα όχι σκέψις. <Αλλά αίσθημα ότι όχι κάτι εξαιρετικόν και μοναδικόν διακυβεύεται εις ΟΤ. αλλά βαθεία ανθρ. μοίρα>.

Πηγή τεραστίας παρεξηγήσεως ότι ταυτίζουν κάθαρσιν με ηδονήν.

Τώρα εξηγείται διατί δεν ορίζει εδώ την κάθαρσιν. Διότι είναι ο σκοπός της ποιήσεως γενικώς όχι της τραγῳδίας ειδικώς. Και της τραγῳδίας τα μέσα διαφορετικά. Διατί ομιλεί περί ελέου και φόβου δια μακρών.

<Ίσα που κάθαρσις γίνεται φυσικά και στον έρωτα, δηλ.[;] με την ερμηνείαν μου>.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αγνοώ πότε άρχισε «επίσημα» να διαδίδεται η εκδοχή της αυτοκτονίας. Πολλές από τις νεκρολογίες που του έχουν αφιερωθεί είναι χαρακτηριστικά διφορούμενες· ήξεραν μάλλον (ή υποψιάζονταν) οι συντάκτες τους την αλήθεια, αλλά σα να κωλύονταν να το πουν ανοιχτά. Ο αθώος όμως ξένος Μόραβτσικ έγραφε ακόμα, το Σεπτέμβριο του ’38, για «καρδιακή προσβολή» (JSycoutrisPhilologie et Vie, Βουδαπέστη 1938, σ.7).

2. Μιχ. Κοκολάκης, «Αρχείο Ιωάννου Συκουτρή. Κατάλοιπα της συλλογής Μίνωος Κοκολάκη», Ελληνικά, 67 (2017), σ. 161 (#467). 

3. Αποκλίνω μόνο όταν γράφω «Απ’ αυτά» (αντί «Απ’ αυτό») και παραπάνω «τα (αντί «το») περί του καθόλου», όπου προτίμησα την ανάγνωση της Νέας Εστίας.

4. Στη θέση του έγραψαν «Με βαθείαν ικανοποίησίν του».

5. Ήταν (ισχυρίζομαι) αδύνατο λόγω της ομολογημένης δυστοκίας του, μα κι επειδή θα έχαναν πια οι εργοδότες του την υπομονή τους. Υποθέτω πως αργά ή γρήγορα θα έβαζε η Ακαδημία κάποιον τρίτο για να «συμμαζέψει» την Εισαγωγή της «Ποιητικής», όπως ακριβώς σχεδίαζε και για το ήδη τυπωμένο αλλά «αμαρτωλό» πλατωνικό «Συμπόσιο», κι όπως είχε κάνει πρόσφατα ο Γερμανός εκδότης Τόυμπνερ για την επίσης ημιτελή συκουτρική εκδοχή των λόγων του Δημοσθένη. Κατά τ’ άλλα δεν ξέρουμε ίσως όσα θα έπρεπε για τις σχέσεις των ανθρώπων της Ακαδημίας με τον Συκουτρή τον τελευταίο χρόνο (ή και μήνα) της ζωής του, και την ενδεχόμενη αλληλεπίδρασή τους με τα πολλά και γνωστά προσωπικά και υπαρξιακά του αδιέξοδα. 

6. Ε. Παπανούτσος, «Η κάθαρση των παθών μέσα στον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας», Νέα Εστία, τεύχη 614-615 (1953)· «Η κάθαρση των παθών κατά τον Αριστοτέλη», Φιλοσοφία και Παιδεία, 1958, σσ. 279-309· «Έρως θανάτου», επιφυλλίδα του 1958 (Κοκολάκης ό.π., σ. 164, #496). Πβ. «Η εξήγηση της τραγωδίας» (1930), πρόχειρα στο https://pribas.blogspot.com/2017/09/blog-post_30.html.

7. Κοκολάκης ό.π. σσ. 143-144 (#332).

8. Μίνως Μ. Κοκολάκης, «Οι παράγοντες του τραγικού ελέου», ΕΕΦΣΠΑ 32 (1998-2000) 259-296 = Από τον Όμηρο στη Δεύτερη Σοφιστική, Πατάκης, 2004, σσ. 74-112. Στη σ. 268 = 83 διαβάζουμε μόνο ότι «ο Συκουτρής [...] θα πραγματευόταν το προαιώνιο αίνιγμα της καθάρσεως με τη γνώριμη κριτική του οξύνοια και την απαράμιλλη ενημερότητά του στη διεθνή βιβλιογραφία της Ποιητικής», αλλά «δυστυχώς το αδόκητο τέλος του» ματαίωσε και τη συγγραφή του αντίστοιχου κεφαλαίου.

 

        Μιχάλης Κοκολάκης 

 

  Μικροφιλολογικά 49 (Άνοιξη 2021) 71-75