Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Αφιέρωμα στον Φοίβο Σταυρίδη και Μικροφιλολογικά





Ο λογιότατος φαρμακοποιός της Λάρνακος





Κατά δυσάρεστη σύμπτωση, τρεις φίλοι του Γ. Π. Σαββίδη πέθαναν μέσα σε ένα χρόνο. Πρώτος ο μεγαλύτερος των τριών, ο Φοίβος Σταυρίδης, στις 6 Μαρτίου 2012, από “καλπάζουσας” μορφής νόσο, στα 74. Δεύτερος ο νεότερος, ο Μίμης Σουλιώτης, στις 27 Νοεμβρίου 2012, από ασθένεια με την ίδια ραγδαία εξέλιξη, στα 63. Τρίτωσε με τη Νίκη Μαραγκού, στις 7 Φεβρουαρίου 2013, σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στο δρόμο για την πόλη του Φαγιούμ, στα 65. Ήταν ένα χρόνο μικρότερη από τον Σαββίδη όταν πέθανε, στις 11 Ιουνίου 1995, επίσης ταξιδεύοντας. Τυχερότερος εκείνος, πρόλαβε το ταξίδι, καθώς το μοιραίο επήλθε επιστρέφοντας από Λευκάδα. Είναι τρεις μακροχρόνιες φιλίες, που δεν γνωρίζουμε το ιστορικό τους. Για μια φιλία είκοσι σχεδόν ετών, κάνει λόγο η Μαραγκού, σε ομιλία της, στις 11 Μαρτίου 1998. Είναι γνωστό ότι η προτροπή του στάθηκε καθοριστική για να ανοίξει εκείνη το Βιβλιοπωλείο «Κοχλίας» στη Λευκωσία. Παλαιότερος ακόμη φίλος ο Σουλιώτης, ίσως μαθητής του στο Αριστοτέλειο, πάντως ο Σαββίδης στάθηκε συμπαραστάτης στο ξεκίνημα του περιοδικού «Τραμ» το 1971. Δεν είμαστε σίγουροι, αν θα ταίριαζε να αποκληθούν και οι δυο τους, λόγω της εικοσαετούς ηλικιακής διαφοράς, “υιοθετημένοι φίλοι”, όπως χαρακτήριζε ο Σαββίδης τη σχέση του με τον κατά εικοσιεννέα χρόνια μεγαλύτερό του Σεφέρη.
Λίγο μεταγενέστερος φίλος ήταν ο ηλικιακά πλησιέστερός του Σταυρίδης. Η πρώτη συνάντησή τους τοποθετείται στο Πρώτο Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας, Ιούλιο 1981, ακολούθησε η γνωριμία τους στις 14 Σεπτεμβρίου στην Κύπρο. Ήταν επτά χρόνια μετά το πρώτο ταξίδι στη Μεγαλόνησο του Σαββίδη οικογενειακώς, μετά συζύγου και δευτερότοκου γιου, του Μανόλη. Σε επιφυλλίδα του, μετά εκείνο το πρώτο ταξίδι, Αύγουστο 1974, έγραφε πως, “τις προάλλες, ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος φίλος τού είχε ψιθυρίσει”: «Ξέρεις, κάθε φορά που συλλογίζομαι την Κύπρο ή που ακούω το όνομά της, νιώθω σαν μια πινέζα στην καρδιά.» Αυτή η “πινέζα” θα πρέπει να αρχίσει πάλι να κεντά τους Ελλαδίτες. Αν και σήμερα, αυτοί περιορίζονται ακόμη περισσότερο στα του οίκου τους. Προ δεκαπενταετίας ο Μανόλης Σαββίδης παρατηρούσε τη φυλετική διάκριση, με την οποία οι Ελλαδίτες αντιμετωπίζουν τους Κύπριους. Γιατί όχι, υπεροψία, λίγο σαν επαρχιώτες. Κι όμως, τα πρόσφατα οικονομικά γεγονότα έδειξαν για ακόμη μια φορά ότι οι Κύπριοι έχουν βαθύτερη συναίσθηση και αγάπη προς την πατρίδα τους. Επίσης, ως πολίτες επιδεικνύουν συμπεριφορά κεντροευρωπαίου μακράν εκείνης του όχλου, που συχνά χαρακτηρίζει τους κατοίκους της Ελλάδος.

Λογιότατος, ευαίσθητος, εγρήγορος
Την αφορμή για τη μνεία στους τρεις φίλους του Γ. Π. Σαββίδη μας την έδωσε το περιοδικό του Σταυρίδη και των δυο νεότερων φίλων του, Σάββα Παύλου και Λευτέρη Παπαλεοντίου, τα «Μικροφιλολογικά», που ξεκίνησε Άνοιξη 1997, με συχνότητα, δυο τεύχη κατ’ έτος. Από το 2006, ως υπεύθυνος έκδοσης, έμεινε ο τελευταίος, πλαισιωμένος με τριμελή συντακτική επιτροπή, όπου εισχώρησαν και δυο Θεσσαλονικείς. Το 2001, το περιοδικό απόκτησε ως παράρτημα ένα δεύτερο περιοδικό, τα «Τετράδια», που είναι κάθε φορά αφιερωμένο σε κάποιο πνευματικό άνθρωπο της Κύπρου. Το 13ο είναι “εις μνήμην” Φοίβου Σταυρίδη, «Ένα έτος από την αποδημία του». Μια παρουσίαση “του λογιότατου φαρμακοποιού της Λάρνακος”, όπως τον είχε αποκαλέσει ο Σαββίδης στην κριτική παρουσίαση της τρίτης και τελευταίας ποιητικής του συλλογής, η οποία αναδημοσιεύεται στο τεύχος.
Πλήρες το αφιέρωμα, με λεπτομερές χρονολόγιο, εργογραφία που ξεκινά από τα σχολικά δημοσιεύματα του 1955, την οποία είχε καταρτίσει ο ίδιος, ανθολόγηση ποιημάτων του, κείμενα από το ιστολόγιό του και εκτενή παρουσίαση του πρώτου περιοδικού, που είχε εκδώσει, «Ο Κύκλος». “Διμηνιαία έκδοση τέχνης και προβληματισμού”, που κυκλοφόρησε από τον Ιανουάριο 1980 μέχρι τον Αύγουστο 1986, συνολικά 22 τεύχη. Γίνεται αποδελτίωση των τευχών, δίνεται ευρετήριο συγγραφέων, ενώ αναπαράγονται τα εξώφυλλα. Πρόκειται για αξιόλογο περιοδικό, με αφιερωματικά τεύχη και επίλεκτα κείμενα, που αποτελεί συμβολή όχι μόνο στην κυπριακή, αλλά γενικώς στην ελληνική λογοτεχνία. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με φωτογραφίες και κείμενα τρίτων. Τα δυο εκτενέστερα είναι των Γιώργου Κεχαγιόγλου και Πέτρου Παπαπολυβίου, ενώ ακολουθούν συντομότερες αναφορές, μαρτυρίες και επικήδειοι λόγοι. Όπως συμβαίνει συνήθως με παρόμοια κείμενα, μαθαίνεις καμιά φορά περισσότερα για τον γράφοντα και τη σχέση του με τον αποθανόντα παρά για τον ίδιο τον τιμώμενο, για τον οποίο οι αναφορές αλληλοεπικαλύπτονται. Ουσιαστικά απουσιάζουν οι Ελλαδίτες, αλλά και οι γνωστοί στους Ελλαδίτες Κύπριοι.
Ως “λογιότατο, ευαίσθητο και πάντοτε εγρήγορο φαρμακοποιό της Λάρνακας”, αναφέρει τον Σταυρίδη ο Κεχαγιόγλου, που τον γνώρισε σε εκείνο το ίδιο Συνέδριο της Πάτρας και παρέμεινε φίλος και συνεργάτης στα περιοδικά του μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, στο κείμενό του δεν τον παρουσιάζει, αλλά σχολιάζει χειρόγραφο σημαντικού έργου, το οποίο είχε εξασφαλίσει χάρις σε εκείνον. Να θυμίσουμε ότι η παλαιότερη ελληνική πεζογραφία οφείλει στον Σταυρίδη την παρουσίαση του πεζογράφου Επαμεινώνδα Ι. Φραγκούδη (περ. 1825-1897), με εμπεριστατωμένο λήμμα στη γραμματολογία Σοκόλη και την έκδοση του βιβλίου του «Οδοιπορικόν Μαυροβουνίου», καθώς και την έκδοση του απομνημονεύματος, «Ημερολόγιον του βίου μου», του Σάββα Τσερκεζή (1874-1963). Επίσης, ως τελευταία προσφορά, τη «Βιβλιογραφία Κυπριακής Λαϊκής Ποίησης: Φυλλάδες και αυτοτελείς εκδόσεις (1884-1960)».

«Μικροφιλολογικά»
Από το τεύχος των «Μικροφιλολογικών» πληροφορούμαστε έναν ακόμη θάνατο, που θα πρέπει να πέρασε στα ψιλά των αθηναϊκών εφημερίδων. Του φιλόλογου Ξενοφώντα Αστερίου Κοκόλη, στις 17 Οκτωβρίου 2012, στα 73. Να θυμίσουμε, ανάμεσα σε πολλές αξιόλογες μελέτες του, τα δυο μελετήματα για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη και προ εξαετίας, τις «Τριάντα παρωδίες ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη». Κατά τα άλλα, τα κείμενα του τεύχους μοιράζονται σε Κύπριους και Ελλαδίτες συγγραφείς. Τρία κείμενα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη, συνομήλικο του Βιζυηνού. Δυο για τον Νίκο Νικολαΐδη τον κύπριο διηγηματογράφο, συνομήλικο Σικελιανού και Βάρναλη, που αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παραλείψεις της Γραμματολογίας Σοκόλη. Ένα για τον κατά δυο χρόνια μεγαλύτερο και λιγότερο γνωστό στα καθ’ ημάς ποιητή Ιωάννη Περδίο. Επίσης, παρουσίαση του περιοδικού «Φλόγα» ενός τρίτου κύπριου ποιητή, του Τεύκρου Ανθία. Κι αυτός σημαντικός, αλλά το έργο του, εκτός από εκείνη την πρώτη συλλογή τού 1929, «Τα σφυρίγματα του αλήτη», μένει σχεδόν άγνωστο στους Ελλαδίτες.
Ένα τελευταίο «Μικροφιλολογικό» για Κύπριο συγγραφέα αφορά τον λαϊκό ποιητή Χαράλαμπο Μ. Άζινο. Το 1957, που ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, φάνηκε ύποπτος σε κάποιον αστυνομικό στον Πειραιά, που τον οδήγησε στο τμήμα. Μετά την όποια απολογία του, κρίθηκε αθώος και ο ίδιος τον έφερε πίσω στο σημείο που τον είχε συλλάβει. Έχοντας μάθει ότι ήταν ποιητάρης, του ζήτησε να του φτιάξει ένα αυτοσχέδιο δίστιχο. Εκείνος αποδέχτηκε, αλλά με τον όρο να του το απαγγείλει αφού θα έχει επιβιβασθεί. Εύστοχο το δίστιχο στο διηνεκές:
«Έλληνες είσεν, φίλε μου, τότες το Εικοσιένα,
τώρα εκαταντήσετε τσογλάνια ως τον έναν!»

   Περισσότερα είναι τα «Μικροφιλολογικά» για Ελλαδίτες. Μεταξύ άλλων, δυο αθησαύριστα δημοσιεύματα του Ροΐδη, κείμενο για τον Καρυωτάκη, όπου δημοσιεύεται άγνωστη φωτογραφία του με τον πρώτο του εξάδελφο Κωνσταντίνο Επαμεινώνδα Καρυωτάκη, επιστολές Τέλλου Άγρα προς Καίσαρα Εμμανουήλ και ακόμη, περί Ελύτη, Παναγή Λεκατσά και Παλαμά. Η Μ. Καραμπίνη-Ιατρού, στην οποία οφείλουμε την καταγραφική μελέτη, «Βιβλιοθήκη Καβάφη», αναδιφώντας τα υπολείμματα της Βιβλιοθήκης του Τζόϋς, ανακάλυψε πως εκείνος είχε διαβάσει μάλλον επιμελώς τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά, στη μετάφραση των Θ. Στεφανίδη και Γ. Κ. Κατσίμπαλη. Το πιθανότερο, του το είχε στείλει ο Κατσίμπαλης, χωρίς να αποκλείεται να του το είχε δώσει προσωπικά.
Θα επανέλθουμε σε ένα «Μικροφιλολογικό», όχι τόσο για το κυρίως θέμα του, αλλά γιατί δίνει την ευκαιρία να σταθμίσουμε την αξιοπιστία των αυτοβιογραφικών κειμένων των Ξενόπουλου και Νιρβάνα, τα οποία συχνά χρησιμοποιούνται προς τεκμηρίωση γεγονότων. Κι όμως αμφότεροι φαίνεται πως είχαν κύριο μέλημα τη γλαφυρότητα των απομνημονευμάτων τους. Ιδιαίτερα ο Ξενόπουλος, όταν το θέμα διέθετε χαρακτηριστικά κάπως πρωτότυπα, που θα μπορούσαν να κινήσουν την περιέργεια ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, δείχνει να επιτρέπει στον εαυτό του και κάποια μυθοπλασία.

 Μ. Θεοδοσοπούλου
Εποχή, Αθήνα, 9 Ιουνίου 2013


Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Οι λογοτέχνες δεν είναι κοντόφθαλμοι πολιτικοί


«Περιμένοντας τον Γκοντό» (ή τη λύση)

    Συνήθως, όταν απουσιάσουμε από την πατρίδα κι επιστρέφουμε νοσταλγοί, ξέρουμε από την αρχή πως μάλλον τίποτε δεν έχει αλλάξει. Βάζουμε όμως το ραδιόφωνο ήδη από το αεροδρόμιο κι ακούμε, σαν να μην έχουμε φύγει ποτέ, τις ίδιες ειδήσεις που ακούγαμε εξ απαλών ονύχων. Για το αγέρωχο ανάστημά μας και για τις νίκες που έχουμε καταγάγει στο μεταξύ: Ολόιδιες μ’ εκείνες, θυμάμαι, της δηλητηριασμένης εφηβείας (ένας καθηγητής να εξυμνεί στην τάξη την κατασκευή ενός τανκ εκ του μηδενός και εκ των ενόντων. Ενός τρακτέρ, δηλαδή, μοντέλο ’63-’64!). Βλέπουμε τους ίδιους πρωταγωνιστές να ποζάρουν πολιτικώς επαγγελματικά, βγάζοντας με ιδρώτα το ψωμί τους. Κι εμείς να περιμένουμε τον Γκοντό, πενήντα τόσα χρόνια. Περιμένοντας ανερμάτιστα κι ανεδαφικά τον Γκοντό. Ιδιαίτερα από το ’74 και εντεύθεν.
    Αλήθεια, βλέποντας τελευταία το ομώνυμο έργο του Σάμιουελ Μπέκετ σε σκηνοθεσία του φίλου Χρίστου Σιοπαχά, ποτέ, μα ποτέ, δεν ξεστράτισε το μυαλό μου στην Ελλάδα. Στο περιμένοντας την Ελλάδα, δηλαδή, όπως ο ίδιος αφήνει να νοηθεί. Μα αλίμονο. Αυτά είναι παλιά πράγματα και μη ανανεώσιμες πηγές συναισθημάτων. Ούτε στο γνωστό ποίημα του Κ. Μόντη (Τρίτο γράμμα στη μητέρα, 1980) ήρθε ποτέ κανείς, κι ας τους περίμενε εις μάτην ο αφελής, αν και καλός, βεβαίως, πολύ καλός ποιητής. Ούτε εμείς οι σύγχρονοι, βέβαια, μιας που έχουμε ενηλικιωθεί πέραν του δέοντος, και την έχουμε γράψει ή καλύτερα την έχουμε ξεγράψει από τα όνειρά μας την Ελλάδα, κι άμα λάχει κι από τα μπακαλοτέφτερά μας (όπως καλή ώρα η Εκκλησία προσφάτως και λοιποί κεφαλαιοκράτες). Ο μόνος τίτλος, επομένως, που θα ταίριαζε στο υπό αναφορά έργο, για να το καταστήσει εύληπτο, ευεξήγητο στο κυπριακό κοινό και ίσως ευυπόληπτο, θα μπορούσε να ήταν το «Περιμένοντας τη λύση», μέσα σ’ εκείνο το άγονο, κεκλιμένο από νευρωσική τρέλα τοπίο τού επιτυχημένου στην περίπτωση σκηνογράφου.
     Αυτά σαν μια ενδοσκόπηση μόνο, για να πω πως, επιστρέφοντας ξανά προ ημερών, είδα στις εφημερίδες μια είδηση αλλιώτικη. Πως βρήκανε, λέει, τα οστά του εγκλήματος σ’ ένα πηγάδι. Δίπλα σε πολυτελείς επαύλεις αμνησίας. Οι ήρωές μας που αλώνιζαν τότε στον Πενταδάκτυλο και την Ομορφίτα, οι κατασκευαστές δονκιχωτικών ερπυστριών, δρεπανηφόρων στα παιδικά μας όνειρα, πλείστοι των οποίων παρήλασαν ως ηγέτες μας με τον ένα ή άλλο τρόπο, ξάφνου έμειναν γυμνοί. Οστέα γεγυμνωμένα, κι αυτοί, της Ιστορίας! Απεχθείς δολοφόνοι. Η πατρίδα στο μεταξύ έχει δεινοπαθήσει κι αιμορραγεί ακατάσχετα από τις ακατονόμαστες, ηρωικές μωρίες τους. Αμφιβάλλω πια αν την προλαβαίνουμε. Εκτός κι αν ο φίλος και συμφοιτητής μου Υπουργός Υγείας στείλει άμεσα ένα ασθενοφόρο, με οξυγόνο μπόλικο και αίμα ομάδας όμικρον «θετικό». Απαραιτήτως θετικό! Πράγμα που, παρά την αποδεδειγμένη φιλοτιμία και αποτελεσματικότητά του, είναι, φοβάμαι, έξω από τις δυνατότητές του. Είναι σχεδόν έξω από τη δυνατότητα ολονών μας. Έτσι παγιδευμένοι που είμαστε πια σε άγονο, λοξό τοπίο. Τέτοιοι ψοφοδεείς και τομαρόφιλοι, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό ημών των αριστερών, κι αγγελικά πλασμένοι για μιζέρια και υποταγή.
     Εκτός κι αν σηκώσουμε κεφάλι. Προτού μας το πάρουν, εννοείται. (Τα κάνουν, ξέρετε, αυτά μέχρι τις μέρες μας. Έστω, μεταφορικά πια, με χίλιους δυο τρόπους. Παλιά τους τέχνη κόσκινο!) Κι ανεγείρουμε, λέω, όλοι αίφνης εμείς οι ψοφοδεείς, «οι πρωτότοκοι των δύο λαών», έγραφα κάποτε (λαχτάρα μου!), αριστεροί δήθεν και δεξιοί δήθεν, νουνεχείς σ’ αυτόν τον τόπο, ένα μνημείο των νεκρών της ασυναρτησίας μας. Στην οδό Λήδρας. Εκεί, στην τέως γέφυρα των στρατοκρατών. Μαζί, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Να τιμήσουμε τους άδικα χαμένους νεκρούς μας. Όσοι σκοτώθηκαν κι όσοι δολοφονήθηκαν από τα κακά πνεύματα στις δυο όχθες της τρέλας, από την ανεξαρτησία και εντεύθεν. Όλοι μαζί, εκεί. Μπορεί να είναι και η μόνη δικαίωση γι’ αυτούς. Τότε μόνο θα αναπετάξει από τα πηγάδια η ψυχή τους κι από τους άγνωστους τάφους στα λεμονοχώραφα του Καραβά και της Λαπήθου. Σα χάδι να θροΐσει ανάμεσά μας. Η ψυχή τους. Σαν ανθός λεύκης, νιφάδα αμόλυντη, να αποκαθάρει και τη δική μας. Να ημερέψει το κακό, να συνεφέρουμε. Μόνον τότε. Διαφορετικά, πάει, την έχουμε χαμένη την πατρίδα. Το ασθενοφόρο δεν θα φτάσει ποτέ. Όπως και η Ελλάδα δεν ήρθε. Κι ό,τι άλλο περιμέναμε ή θα περιμένουμε από δω και μπρος.

Χρίστος Χατζήπαπας

Πολίτης, Λευκωσία, 11.3.2007

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ανθολογία ποιημάτων του Βασίλη Μιχαηλίδη

Εκδόθηκε πρόσφατα, με επιμέλεια του Λευτέρη Παπαλεοντίου, η καλαίσθητη μονογραφική ανθολογία «Βασίλης Μιχαηλίδης: Επιλεγμένα ποιήματα» (Μικροφιλολογικά 2013, σελ. 315). Στη χρηστική αυτή έκδοση ανθολογούνται τριάντα πέντε ποιήματα, από τα οποία τα είκοσι είναι ιδιωματικά, τα έντεκα μη ιδιωματικά, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα είναι γραμμένα σε «μικτή» γλώσσα. Για την τελική κατάταξη των ποιημάτων, έχουν ληφθεί υπόψη, αφενός, αξιολογικά κριτήρια του επιμελητή και, αφετέρου, οι κατευθύνσεις της γλώσσας και η θεματική τους.
Προκειμένου να σταθμίσουμε σωστά τη σημασία της παραπάνω έκδοσης, θα πρέπει λάβουμε υπόψη την εκδοτική τύχη του ποιητικού έργου του Β. Μιχαηλίδη. Φυσικά, ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να αναφερθούμε στις προηγούμενες («συγκεντρωτικές» ή μερικές) εκδοτικές προσπάθειες, στις οποίες εντοπίζει κανείς πληθώρα λαθών (παραλείψεις ή συμφυρμούς στίχων, παραναγνώσεις, ασύγγνωστες αποκαταστάσεις ή διορθώσεις, αβασάνιστες εικασίες κτλ.). Ούτε προσφέρεται να υπενθυμίσουμε ότι η ποίηση του Β. Μιχαηλίδη δεν αντιμετωπίστηκε με τη δέουσα σοβαρότητα από νεότερους μελετητές, ύστερα από τη θεμελιώδη μονογραφία του Γιάννη Κατσούρη (1987). Αν και δεν παραγνωρίζουμε ορισμένες φιλότιμες εκδοτικές προσπάθειες που έχουν γίνει από την εποχή του Αντώνη Ιντιάνου ώς τις πιο πρόσφατες εργασίες του Κώστα Βασιλείου, θα λέγαμε ότι η εκδοτική πρόταση του Λ. Παπαλεοντίου είναι καλοδεχούμενη, αφού αξιοποιούνται για πρώτη φορά όχι μόνο οι δύο ποιητικές συλλογές του Β. Μιχαηλίδη αλλά και οι πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων του ή και η ιδιόχειρη μορφή τους, γεγονός που συμβάλλει στο να αντιμετωπιστούν πολλά προβλήματα.
Τα ανθολογημένα ποιήματα καλύπτουν μόνο το ένα τρίτο της πρόσφατης έκδοσης (εκτείνονται στις σσ. 71-180), και αυτό γιατί προτάσσονται ή επιτάσσονται διάφορες άλλες ενότητες, που συμβάλλουν στην πληρέστερη ανάγνωση της ποίησης του Β. Μιχαηλίδη. Στην εκτενή Εισαγωγή (σσ. 9-70) παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι βασικοί άξονες των επιλεγμένων (πατριωτικών, ερωτικών και σατιρικών) ποιημάτων και εξετάζονται με βιβλιογραφική πληρότητα βασικά πρότυπα του Β. Μιχαηλίδη. Στις «Πρώτες δημοσιεύσεις - σχόλια» (σσ. 181-192) δίνονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες για ζητήματα χρονολόγησης, πατρότητας, εκδοτικής κτλ. Στις «Κριτικές για τον Β. Μιχαηλίδη» (σσ. 193-253) στεγάζονται πολλές δημοσιευμένες ή και αδημοσίευτες μαρτυρίες (σχόλια, αναφορές, ποιήματα, αποσπασματικές μελέτες και επιστολές της περιόδου 1881-1960), που συμβάλλουν στη γνωριμία μας με το πρόσωπο του ποιητή και με την υποδοχή του έργου του. Στο «Χρονολόγιο» (σσ. 255-288) αποτυπώνεται με ενάργεια, και μέσα από πληθώρα νέων στοιχείων, το εργο-βιογραφικό πορτρέτο του κύπριου ποιητή. Στις «Πηγές - Βιβλιογραφία» (σσ. 289-299) καταγράφονται παλιότερες και πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις για τον Β. Μιχαηλίδη. Τέλος, στο «Γλωσσάρι» (σσ. 301-315) ετυμολογούνται και ερμηνεύονται εκατοντάδες λέξεις του κυπριακού ιδιώματος.
Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση, ας αναφερθεί ότι η έκδοση ιδιωματικών ή άλλων ποιημάτων του Β. Μιχαηλίδη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν αρκεί να αναπαράγει κανείς αβασάνιστα παλιότερες εκδόσεις, στις οποίες έχουν παρεισφρήσει πολλά λάθη. Όσο μπορούμε να κρίνουμε, η εκδοτική πρόταση του Λ. Παπαλεοντίου προωθεί την έρευνα γύρω από το πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου κύπριου ποιητή. Μακάρι η εργασία αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω από νεότερους μελετητές, ώστε να εκπονηθούν πιο συστηματικές μελέτες για βασικές πτυχές της ποίησης και της ποιητικής του Β. Μιχαηλίδη, αλλά και για να φτάσουμε σε μια κριτική έκδοση των Ευρισκομένων του.

Κυριάκος Ιωάννου

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Έκκληση προς διαχειριστές αρχείων


Καταχρήσεις – και μια έκκληση

Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που έχει τη σπάνια τύχη να κατέχει από χρόνια τα κατάλοιπα ορισμένων συγγραφέων. Δυστυχώς αυτά τα ντοκουμέντα παραμένουν απρόσιτα, ακόμη και για τον πιο καλοπροαίρετο μελετητή, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κατέχοντες είναι άσχετοι και καχύποπτοι. Αλλά είτε είναι πρώτος αυτός ο συγγραφέας είτε τέταρτος τῃ τάξει, τα χαρτιά δεν παύουν να είναι το «αίμα της καρδίας» του, που περιμένουν την ταξινόμηση ενός καλού επιμελητή για να δοθούν στη δημοσιότητα. […] Αυτή τη στιγμή υπάρχουν συγγραφείς, που ολόκληρες δεκαετίες μετά το θάνατό τους ζητάνε τη δικαίωση και την αποκατάστασή τους.  Τα χαρτιά τους όμως είναι άφαντα. Άραγε με ποιο δικαίωμα και στο όνομα ποιας αγάπης τα κατακρατούν άνθρωποι καθώς πρέπει, αλλά που δεν έχουν καμιά έφεση προς τη λογοτεχνία; Ποιος νόμος προστατεύει αυτό το στραγγαλισμό, την ψύχωση και την υστερία και ποια δικαιοσύνη τούς αφήνει ελεύθερους; Είναι αλήθεια από τις σπάνιες φορές που για την επέμβαση ενός εισαγγελέα μπορούμε να επικαλεστούμε την «εθνική ανάγκη».


Αυτά έγραφε, προ 25ετίας και πλέον, σε βραχύ σημείωμά του υπό τον τίτλο «Καταχρήσεις» δημοσιευμένο στην αθηναϊκή εφημερίδα Τα Νέα,1 ο ποιητής και πεζογράφος Μάνος Ελευθερίου αποτυπώνοντας με εύγλωττο τρόπο το παλαιόθεν γνωστό και επιστημονικώς και ηθικώς αξιοκατάκριτο έθος όσων έχουν στην κατοχή τους γραπτά τεκμήρια ενός λογίου, να μη φροντίζουν (είτε από άγνοια είτε για άλλους λόγους) να τα δημοσιεύσουν οι ίδιοι ούτε και σε άλλους να το επιτρέπουν, αλλά να τα κατακρατούν ζηλότυπα φυλαγμένα και απρόσιτα, με συνέπεια, όχι σπάνια, να καταλήγουν αυτά στα σκουπίδια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αυτογράφων του Παπαδιαμάντη που βρέθηκαν το 2000 πεταγμένα σε σκουπίδια αθηναϊκού δρόμου.2
Αφορμή για την παρούσα έκκληση παρέχει η είδηση ότι πρόκειται προσεχώς να κυκλοφορήσει από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μ.Ι.Ε.Τ.) φιλολογική έκδοση σαράντα περίπου επιστολών του Ιωάννη Συκουτρή, προερχόμενων από τις συλλογές του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.) και παραχωρημένων σε αυτό από δωρεές φιλομούσων. Από το ίδιο Ίδρυμα, όπως είναι γνωστό, εκδόθηκαν το 2008 σε τόμο τα Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924) με φιλολογική επιμέλεια του καθηγητή Φάνη Ι. Κακριδή: τα Γράμματα αποτελούσαν την πρώτη μεθοδική προσπάθεια έκδοσης σε τόμο μέρους από τη σωζόμενη αλληλογραφία του Συκουτρή, όταν στο παρελθόν η συνήθεια ήταν να δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, Ελλάδας και Κύπρου, μεμονωμένες συκουτρικές επιστολές (συχνά όμως με λάθη, παραναγνώσεις, απαράδεκτες περικοπές και άλλες εκδοτικές ελλείψεις). Το αίσθημα πάντως ικανοποίησης που φυσικό είναι να δημιουργείται από το άκουσμα της επικείμενης έκδοσης αμβλύνεται, δυστυχώς, σημαντικά όταν σκεφτεί κανείς ότι γνωστή αρχειακή πηγή των Αθηνών, η οποία βεβαιωμένως περιέχει ανέκδοτες επιστολές από και προς τον Συκουτρή, παραμένει, εβδομηνταπέντε χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο εκείνου (1937), απρόσιτη στην φιλολογική έρευνα. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αλληλογραφία του Συκουτρή με τον Νικόλαο Β. Τωμαδάκη (1907-1993), διαπρεπή ιστορικό και φιλολογικό ερευνητή του νεότερου ελληνισμού και επί μακρόν (1949-1972) καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η εν προκειμένω μαρτυρία του Τωμαδάκη, σε μελέτη του δημοσιευμένη το 1978, είναι κατηγορηματική: «Ἔζησα ἀπὸ πολύ κοντὰ τὴν ὑπόθεσιν Συκουτρῆ καὶ ἔγραψα ἐπανειλημμένως δι’ αὐτὸν καὶ εἰς περιοδικὰ καὶ εἰς βιβλία. Ἐσιώπησα καὶ σιωπῶ ἔτι δι’ ὡρισμένα σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα (καὶ τηρῶ ἀνέκδοτον τὴν ἀλληλογραφίαν μας)».3 Σε άλλο, ακόμα παλαιότερο, δημοσίευμά του είχε γράψει: «Ἔχω τὰ σχετικὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα θὰ δημοσιευθοῦν ὅταν θὰ ἐκλείψουν τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν».4
Και το ερώτημα είναι: Γιατί οι σημερινοί κάτοχοι του Αρχείου Τωμαδάκη (στο οποίο περιλαμβάνονται, κατά ρητή ομολογία του μακ. καθηγητή, γράμματα και άλλων λογίων, όπως του Γιώργου Θεοτοκά)5 – γιατί λοιπόν, είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού του, παρά την εκπεφρασμένη βούλησή του και παρά τις επανειλημμένες, προφορικές και γραπτές, εκκλήσεις αρνούνται να επιτελέσουν το επιβαλλόμενο καθήκον τους, το άνοιγμα δηλαδή του Αρχείου στην έρευνα και τη δημοσίευσή του; Ή μήπως (για να ξαναθυμηθούμε τον Μάνο Ελευθερίου) θα πρέπει να επικαλεστούμε την «εθνική ανάγκη» για την επέμβαση ενός εισαγγελέα;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μ. Ελευθερίου, «Καταχρήσεις», Τα Νέα, 6.8.1986, σ. 29
2. Βλ. Σ. Μπόρα, «Απροσδόκητα παπαδιαμαντικά ευρήματα»,  Τα Νέα του Ε.Λ.Ι.Α. 57 (2000) 17-33.
3. Ν. Β. Τωμαδάκης, «Ὁ  Ἰωάννης Συκουτρῆς ὡς βυζαντινολόγος»,  Νέα Εστία 104 (1978) 1566, σημ. 2 [αναδημοσίευση: Ν. Β. Τωμαδάκης, Νεοελληνικά, δοκίμια καὶ μελέται, 2, Αθήνα 1983, σ. 296]. Η έμφαση σε τούτο και στο επόμενο παράθεμα είναι δική μου.
4. Ν. Β. Τωμαδάκης, «Στὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν»,  Νέα Εστία 63 (1958) 556.
5. Ό.π. (σημ. 3), 1567, σημ. 3 [αναδημ.: σ. 297].


Γεώργιος Α. Χριστοδούλου

Υ. Γ. Μεταφέρουμε από το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Μικροφιλολογικά (τχ. 33, Άνοιξη 2013, σσ. 67-68) ένα σύντομο δημοσίευμα του πανεπιστημιακού καθηγητή Γ. Α. Χριστοδούλου. Θα ήταν καλά το παραπάνω κείμενο να διαβαστεί με προσοχή όχι μόνο από πνευματικούς κληρονόμους συγγραφέων, αλλά και από άτομα (λ.χ. από τους άρχοντες της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών) ή και από μεγαλόσχημους «ερευνητές», που είτε κρατούν καταχωνιασμένο και απρόσιτο πολύτιμο αρχειακό υλικό, είτε παρεμποδίζουν την έγκαιρη αξιοποίησή του από άλλους ερευνητές προβάλλοντας λογής προσκόμματα. Θα ήταν ευχής έργο αν τα όσα αναφέρουν ο κλασικός φιλόλογος Γ. Α. Χριστοδούλου και ο γνωστός συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου προβλημάτιζαν αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες πολύτιμων αρχείων και ειδικά όσους παρεμποδίζουν την αξιοποίησή τους. Ταιριαστά για την περίσταση είναι και τα λόγια του αείμνηστου Φοίβου Σταυρίδη (από συνέντευξή του στον Χρ. Χρυσάνθου, Ο Φιλελεύθερος, 18.1.2008): «Πρέπει να καταλάβουμε ότι, όταν διασώζουμε κάποιο τεκμήριο που βοηθά να γνωρίσουμε πτυχές της ιστορίας ή της ζωής του τόπου, είναι αδικαιολόγητο να το κρύβουμε, σχεδόν τόσο κατακριτέο όσο και η πράξη καταστροφής του».

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ο Γιώργος Αράγης για την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας

Μια επιστολή του Γιώργου Αράγη

Πεδινή, 23/7/2012

Αγαπητέ κ. Παπαλεοντίου,
σας γράφω λίγα σχόλια πάνω στη δουλειά σας, εννοώ την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, που εδώ και λίγο καιρό τελείωσα το διάβασμά της.
α) Έμεινα έκπληκτος από τον αναγνωστικό όγκο που αναλάβατε να περατώσετε. Για όνομα του Θεού, μια τέτοια δουλειά θα έπρεπε να γίνει από ομάδα εργασίας. Πώς τα καταφέρατε να διαβάσετε, για την ακρίβεια, να μελετήσετε μια τόση ποσότητα έργων; Πόσο καιρό, πόσα χρόνια σάς πήρε; Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να σκοτώσει και ελέφαντα! Όποιος δεν έχει διαβάσει την Ιστορία σας είναι αδύνατο να φανταστεί τί ξόδεμα δυνάμεων σάς στοίχισε. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να παραλείψετε τις επουσιώδεις περιπτώσεις, τους πιο αδύνατους, ας πούμε, συγγραφείς. Αλλά δεν το νομίζω. Γιατί το «επουσιώδεις» προκύπτει εκ των υστέρων. Αν δεν είχατε μελετήσει το έργο τους, πώς θα κρίνονταν ως επουσιώδεις περιπτώσεις; Άρα, το να πραγματευτείτε το έργο τους ήταν ζήτημα ευθύνης. Μετά την Ιστορία σας είναι ίσως συζητήσιμο το θέμα της αποσιώπησής τους, αλλά όχι πριν.
β) Το κείμενό σας δεν είναι απλά γραμματολογικό, αλλά γραμματολογικό-κριτικό, μια και το περιγραφικό μέρος συνοδεύεται πάντα από αξιολογικές γνωματεύσεις. Κάτι που απαιτεί, πέρα από κριτική πρωτοβουλία, και υπεύθυνη παρρησία, καθόσον αφορά και συγγραφείς που βρίσκονται ήδη στη ζωή.   
γ) Ο όγκος της δουλειάς σας θα μπορούσε ίσως να ήταν μια διατριβή επί υφηγεσία ή κάτι τέτοιο, πάντως πρόκειται για ένα έργο υποδομής, χρήσιμο στους πάντες, τώρα και στο μέλλον. Κάτι που θα φανεί ίσως σύντομα.
δ) Ως Ιστορία της λογοτεχνίας, ωστόσο, παρουσιάζει μεγάλη έκταση. Δύσκολα θα καθίσει κάποιος να διαβάσει διεξοδικά όλο το κείμενο.¹ Θα ήταν δυνατό να κυκλοφορήσει ολόκληρο το κείμενο ξεχωριστά, ενώ τα μέρη του, που δίνουν συνοπτικά το κάθε κεφάλαιο, να αποτελούσαν το σώμα της συνοπτικότερης Ιστορίας ή περίπου. Γιατί η Ιστορία σε συνοπτικότερη μορφή περιέχεται μέσα στο κείμενό σας, μια και πάντα σε κάθε ενότητα περιγράφετε αρχικά τα περιεχόμενά της και στο τέλος δίνετε τα εξαγόμενα που προκύπτουν. Π.χ: Στο κεφάλαιο «1914-1960», αναφορικά με την ποίηση, παρουσιάζετε, στις σελίδες 287-293, το γενικό θέμα και στο τέλος, σελίδες 253-254, τα εξαγόμενα της ενότητας αυτής. Το ίδιο κάνετε συστηματικά για όλες τις ενότητες του έργου. Η συνοπτική Ιστορία υπάρχει, λοιπόν, με ευκρίνεια μέσα στο κείμενό σας. Έτσι έχουμε, ας πούμε, το «γενικό κείμενο» της Ιστορίας και ταυτόχρονα το «ειδικό». Στο γενικό υπάρχουν κάποτε στοιχεία που στο ειδικό δεν ταιριάζουν. Π.χ: σσ. 542-545 ή σσ. 547-551 (τι έγραψαν οι κριτικοί για το Μόντη...). Για τον κοινό αναγνώστη που διαβάζει μια Ιστορία της λογοτεχνίας τέτοιες αναφορές είναι κάπως υπερβολικές. Για τους ειδικούς βέβαια είναι χρήσιμες και καθόλου υπερβολικές.
ε) Είναι ίσως συζητήσιμη η λύση της οριζόντιας τομής των γενεών κατά ιστορικές περιόδους: παλαιότεροι μαζί με νεότερους που εμφανίζονται στο μεταξύ. Έτσι η σταδιοδρομία των παλαιότερων παρουσιάζεται, σε κάθε ιστορική περίοδο, αδιαχώριστη από τις ομάδες των νεότερων που τότε αρχίζουν τη δική τους λογοτεχνική πορεία. Ο αναγνώστης, ώς κάποιο βαθμό, μπερδεύεται: δυσκολεύεται να θυμηθεί και να συνδέσει τις προηγούμενες περιόδους προσανατολισμού και γραφής των παλαιότερων λογοτεχνών. Π.χ.: στην οριζόντια ιστορική τομή «1960-1974», ποια ήταν η πορεία του Μελή Νικολαΐδη στην προηγούμενη ιστορική περίοδο. Πιστεύω πως αποδοτικότερο θα ήταν να εξεταζόταν διεξοδικά η κάθε γενιά ή ομάδα, από την εμφάνισή της ώς το τέλος της. Και φυσικά να δίνονταν οι σχετικές διαφοροποιήσεις τους (ατομικές ή όχι, ιδεολογικές ή αισθητικές) στις νεότερες περιόδους όπως τις έχετε ξεχωρίσει. Δεν μιλώ με βεβαιότητα, απλώς το συζητώ.
στ) Όπως θα περίμενε κανείς, είναι φανερή στην Ιστορία σας, μέσα από τα έργα και τα πρόσωπα που πραγματεύεστε, η μαθητεία της κυπριακής λογοτεχνίας² στην ελλαδική λογοτεχνία. Άλλωστε έχουμε και απευθείας ανταλλαγές: Ελλαδίτες γράφουν για Κύπριους συγγραφείς και το αντίστροφο. Μάλιστα διαπιστώνεται ότι όπως η ελλαδική λογοτεχνία ακολουθεῖ την αντίστοιχη ευρωπαϊκή με καθυστέρηση 15 χρόνων περίπου, παρόμοια η κυπριακή ακολουθεί την ελλαδική με καθυστέρηση δέκα χρόνων περίπου. Και πάνω σ᾿ αυτό το θέμα δίνετε μια πλατιά εικόνα της στενής σχέσης που παρουσιάζει η κυπριακή λογοτεχνία με την ελλαδική, στο ευρύτερο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται. Σχέση, όχι μόνο γλωσσική, αλλά και τεχνοτροπική και γενικότερα αισθητικών προσανατολισμών. Φυσικά, φυσικότατα.
ζ) Δυο λόγια για το κυπριακό ιδίωμα. Από καταγωγή γνωρίζω πως η λαϊκή παραδοσιακή γλώσσα ενός τόπου (Εφτάνησα, Κρήτη, Ήπειρος, Κύπρος) υπερέχει κατά πολύ σε ακρίβεια, εμπειρική αμεσότητα και αποχρώσεις από την κοινή νεοελληνική γλώσσα. Με τη διαφορά πως αυτές οι τοπικές γλώσσες παρουσιάζουν κενό στο θεωρητικό τομέα, ενώ δύσκολα ξεπερνούν τα τοπικά σύνορα. Οπωσδήποτε στην περίπτωση του κυπριακού ιδιώματος οι ζυμώσεις, οι όποιες ζυμώσεις, μένει να γίνουν στον αστικό στίβο, μια και οι πόλεις αποτελούν χωνευτήρια συμπεριφορών, τάσεων και γλωσσών. Και βέβαια στο επίπεδο της πράξης.
η) Στο βιβλίο υπάρχουν κάποια «μηχανικά» (τυπογραφικά) λαθάκια, τα οποία θα έχετε ασφαλώς επισημάνει. Αν σας ενδιαφέρει, να σας τα υποδείξω.
θ) Γενικό συμπέρασμα για όλη τη δουλειά σας: Σύμφωνα με τα προηγούμενα, σας αξίζει κάθε έπαινος, τόσο για τον όγκο της εργασίας σας όσο και για την κριτική πραγμάτευση του υλικού. Περιττό να πω ότι το έργο σας αυτό σας κατατάσσει στη χορεία των σκαπανέων του είδους.

Πριν τελειώσω κάτι ακόμα εκτός θέματος. Ως τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Πλανόδιον διάβασα το κείμενο του κ. Βουτουρή, που αναφέρεται στην Ιστορία σας. Ομολογώ πως, αν και διαπίστωνα υπερβολική επιθετικότητα και μονομερή στάση απέναντι στην Ιστορία, δεν είχα άποψη. Τώρα που διάβασα το βιβλίο, έχω το περιθώριο να πω ότι το κείμενο του κ. Βουτουρή γράφτηκε ερήμην της συγκεκριμένης Ιστορίας. Πρόκειται για κείμενο φαντασιόπληκτης διάνοιας, γεμάτο εμπάθεια, παραποιήσεις, ψεύδη και λάσπη. Για ποιο λόγο θέλησε ο κ. Βουτουρής να υποβιβάσει τον εαυτό του τόσο χαμηλά, αδυνατώ να το συλλάβω. Είδα πρόσφατα και την απάντησή σας στο τελευταίο τεύχος του Πλανόδιου. Όπου νομίζω πως βάζετε τα πράγματα στη θέση τους, χωρίς πάθος και υβριστικές αιχμές, αλλά με επιχειρήματα και στοιχεία που προκύπτουν από την ίδια την Ιστορία. Κι έτσι φαίνεται η διαφορά ψυχραιμίας, ήθους και δεδομένων που υπάρχει ανάμεσα στα δυο δημοσιεύματα στο περιοδικό. Αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται καμιά άλλη απάντηση, όποιοι έχουν λίγο νιονιό (νοημοσύνη, μυαλό) καταλαβαίνουν. Άλλωστε «ιδού η Ρόδος», ας διαβάσουν την Ιστορία.

Φιλικά,
Γιώργος Αράγης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Θεωρώ απαραίτητο να σημειώσω, με την ευκαιρία, πως όσοι μιλούν για την Ιστορία σας, θετικά ή αρνητικά, οφείλουν να δώσουν σαφή πειστήρια ότι την έχουν διαβάσει ολόκληρη.
2. Είναι αυτονόητο ότι εφόσον υπάρχουν λογοτεχνικά έργα γραμμένα από Κύπριους λογοτέχνες, υπάρχει και κυπριακή λογοτεχνία, όπως υπάρχει λ.χ. εφτανησιακή, κλπ.


Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περ. Νέα Εποχή, 313 (Καλοκαίρι 2012), όπου περιλαμβάνονται και απόψεις άλλων (λ.χ. των Γιάννη Ιωάννου, Άρη Γεωργίου, Πάνου Ιωαννίδη, Λεωνίδα Γαλάζη κ.ά.) για το ίδιο βιβλίο.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΛΠΙΔΑΣ


ΟΧΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ!

του συγγραφέα Jean-Claude Villain
 

«Η Ελλάδα είναι νεκρή». Ο Δημήτρης Δημητριάδης, στις 9 Ιουνίου 2012, στη Μοντ, υπογράφει λακωνικά την πράξη θανάτου της χώρας του και μέσα σε μια ολόκληρη σελίδα αναλύει τις αιτίες. Αυτή η εντελώς απελπισμένη παρατήρηση διανοουμένων του αναστήματος του Δημήτρη Δημητριάδη, ενός από τους σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, είναι ένα από τα πολλά σημάδια πολιτικής, υλικής και ηθικής σύγχυσης που κυρίευσε τη χώρα αυτή. Επιπλέον, η Μοντ, σε δισέλιδη έρευνά της, στα μέσα Ιουνίου, δικαιολόγησε την απελπισία των συγγραφέων σ’ αυτή τη χώρα με τη μακρόχρονη παράδοση στις εκδόσεις και την ανάγνωση, ιδίως γαλλόφιλων. Έτσι ταξιδεύοντας για αρκετές εβδομάδες στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, από το νότο προς το βορρά και από την ανατολή προς τη δύση, περίμενα να ζήσω την θλιβερή εμπειρία της εξαφάνισής της, να παραβρεθώ, ως παθητικός μάρτυρας, στην ταφή της και σαν παλιός φίλος να συμμετάσχω στο πένθος.
Στις πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, η υλική και ηθική εξαθλίωση είναι άμεσα αισθητές. Και όχι μόνο λόγω των πολλών μεταναστών, πολλοί από τους οποίους είναι παιδιά που περιπλανώνται και επαιτούν. Τα σημάδια είναι σίγουρα εκεί, αδιάψευστα, και επιβεβαιώνουν την βαριά πραγματικότητα της «κρίσης», σε όλο της την έκταση και το βάθος. Αυτό το τελευταίο, δεν αποτελεί πλέον το αντικείμενο μιας αφηρημένης και υπερβολικής φρασεολογίας που κυρίευσε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα δυτικά μυαλά.
Ωστόσο, πέρα από αιτίες που παραθέτει ο Δημήτρης Δημητριάδης, οι οποίες για δεκαετίες εξασθένησαν την Ελλάδα (πελατειακές σχέσεις και διαφθορά των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων εναλλάξ στην εξουσία, φθορά των παραδοσιακών αρετών, κυριαρχία του φιλελευθερισμού σε ληστρικές βάρβαρες μεθόδους, αναποτελεσματικότητα ορισμένων δημοσίων υπηρεσιών, επίμονες φεουδαρχικές οικονομικές πρακτικές, αυξανόμενη ανεργία, μετανάστευση των νέων), θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στο να δημιουργηθεί μια αχτίνα ελπίδας, υπενθυμίζοντας τις ασύγκριτες εναπομείνασες δυνάμεις που υπάρχουν σε αυτή τη χώρα, δυνάμεις ικανές να προτείνουν ένα όραμα λιγότερο απελπιστικό για το παρόν και το μέλλον της. Επειδή πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για μια κινητήρια ελπίδα, που η χώρα την έχει ανάγκη, ώστε να απελευθερωθεί από τις προβλέψεις που την γονατίζουν. Μέσα στην τρύπα της ύφεσης, θα πρέπει να κινητοποιήσει την πίστη για τη μοναδικότητά της ως χώρα, τα διδάγματα της ιστορίας της, για το ότι οι ρίζες της είναι ζωντανές, και από κει να αναπτύξει μια δυναμική η οποία, «σε κάθε κατάρρευση αποδεικτικών στοιχείων», θα την έκανε να απαντήσει με «έναν χαιρετισμό του μέλλοντος», όπως θα πρότεινε ο Ρενέ Σαρ σε καιρούς ταραγμένους.
Όπως και οι περισσότερες χώρες του κόσμου, οι ελληνικές πόλεις συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού πληθυσμού και έχουν την τάση να ξεχνούν «την άλλη Ελλάδα», οι πόλεις της οποίας δεν αντιλαμβάνονται ούτε και βιώνουν την κρίση με τον ίδιο τρόπο. Αρκεί ν’ απομακρυνθεί κανείς από τις πόλεις, να γυρίσει τα χιλιάδες χιλιόμετρα των άγριων ελληνικών ακτών, των προστατευμένων, σε αντίθεση με άλλες μεσογειακές ακτές, από τα πολυπληθή κτίρια που τις έχουν παραμορφώσει τελείως και τους έχουν αφαιρέσει καθετί ποιητικό, να διατρέξει την ύπαιθρο που καλύπτεται με ελαιόδεντρα, οπωροφόρα δένδρα, αμπέλια, όπου χοροπηδούν κατσίκια και πετούν μελίσσια, να καθυστερήσει στα χωριά των οποίων η σιλουέτα αλλάζει σιγά-σιγά, για να ξαναβρεί έναν τρόπο ζωής ελάχιστα ταραγμένο από την κρίση, ο οποίος ξέρει πώς να κρατηθεί και πώς να προωθεί την παραγωγή, την αυτονομία και την αλληλεγγύη. Αυτό επιτρέπει μια ευεργετική αποστασιοποίηση, τόσο ψυχολογική όσο και πραγματική, από τον προβληματισμό της κρίσης που ταράζει τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Μπορεί να ακούγεται αφελές να αντιστέκονται έτσι, με σχετική ηρεμία, οι άνθρωποι της νησιωτικής και υπαίθριας χώρας, προστατευμένοι από τη διαιώνιση των παραδοσιακών τρόπων, την άσχημα αυξανόμενη αστική ζωή που είναι πιο άμεσα εκτεθειμένη, να εκθειάζουν τα πλεονεκτήματα του φυσικού περιβάλλοντος και μια πιο ποιοτική ζωή επικεντρωμένη στην απόλαυση των βασικών πρωτογενών αγαθών, σε αντίθεση με το βύθισμα ολόκληρων πληθυσμών στη μοναξιά, τη δυστυχία και την απόγνωση. Στην Ελλάδα όμως αυτή η περικοπή είναι λιγότερο απλοϊκή από ό,τι φαίνεται αρχικά. Επειδή, παρά τον εκτεταμένο χαρακτήρα της Αθηναϊκής μεγαλούπολης και των νοτιοανατολικών βιομηχανικών προαστίων της, παρά τα διαφορετικά μεγέθη των πόλεων της χώρας, η ελληνική πόλη είναι σπανίως βαθιά αποκομμένη από το εσωτερικό της χώρας, που χρησιμεύει ως πραγματική βάση ψυχολογικών και υλικών πόρων, συναισθηματικών και ποιητικών. Πολλοί Έλληνες έχουν, στην ύπαιθρο ή σε ένα νησί, ένα σπίτι - συχνά μια οικογένεια- απ’ όπου οι ίδιοι, αν όχι και οι συγγενείς τους, συγκεντρώνουν και μοιράζονται ελιές, λάδι, λαχανικά, φρούτα, μαρμελάδες, μέλι, τυρί, ψωμί, κρασί, ούζο, τσικουδιά. Αυτά τα προϊόντα αποτελούν πολύ μεγαλύτερη εγγύηση από ένα πιάτο νόστιμο φαγητό: ένα συναισθηματικό παραδοσιακό δεσμό που τρέφει μια αντοχή ψυχική, συναισθηματική και ποιητική, μέσα από την οποία πολλοί Έλληνες φαίνεται να αντιστέκονται καλύτερα στο άγχος και την πείνα που δημιουργούνται από την κρίση από ό, τι φανταζόμαστε από τις πληροφορίες που μας έρχονται στη Γαλλία. Η παραδοσιακή οικογενειακή αλληλεγγύη, που παραμένει πολύ ισχυρή στην Ελλάδα, συμβάλλει, όσον αφορά το υλικό σωματικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό επίπεδο, στο να αντέχουν. Αυτό που ξεχωρίζει επίσης, μια και μοιράστηκα για μερικές βδομάδες τη ζωή αυτού του λαού, είναι η διαιώνιση των ουσιαστικών ψυχολογικών και πολιτιστικών πλεονεκτημάτων, μέσα από τα οποία, χωρίς να πέσουμε στα στερεότυπα των τουριστικών γραφείων, ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής παραμένει ακόμα ζωντανός και εν μέρει σωτήριος. Οι καφετέριες και οι ταβέρνες στο πεζοδρόμιο είναι γεμάτες από Έλληνες οι οποίοι, εμφανίζοντας μια ήσυχη χαλαρότητα παρ’ όλ’ αυτά, αρέσκονται, περισσότερο από άλλους, να μοιράζονται ένα ποτήρι ή ένα πιάτο στον καθαρό αέρα, κάτω από τον ήλιο, και να τραβούν τις καρέκλες στο δρόμο για να κουβεντιάσουν. Γι’ αυτή την πλούσια χώρα με τις απέραντες άγριες εκτάσεις, που η έξοχη ομορφιά της παραμένει αμετάβλητη, είναι λοιπόν αναγκαίο - και πολύ μάλιστα - να διορθωθεί η διαστρεβλωμένη παρουσίαση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εμπνευσμένη από μια αστική αναφορά μόνο (δηλαδή συγκεντρωτική) και να λαμβάνεται υπόψη το δέσιμο με τις ρίζες που διατηρεί κάθε Έλληνας με μια αρχαία παράδοση του εθιμικού τρόπου ζωής. Αυτά είναι σίγουρα σε μεγάλο βαθμό λιγότερο εμφανή, λιγότερο ευνοούμενα από τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, μικρότερης αξίας από τις πολιτικές πελατειακές σχέσεις, οι οποίες φαίνεται να επιμένουν στο να ευνοούν, μέσω της επανάληψης του φόβου για το μέλλον, μια λαϊκίστικη αντίδραση που προωθείται από τα άκρα.
Η χώρα αυτή είναι ιδιαίτερη από γεωγραφική και κοινωνιολογική άποψη. Είναι επίσης μια χώρα μυθική, με μια ιστορία που εξακολουθεί να την διαποτίζει ακόμα, έστω και αν μερικές φορές την βαραίνει. Χωρίς να ανατρέξουμε πολύ πίσω στο χρόνο, στο δέκατο ένατο αιώνα, αντιστάθηκε στον τούρκικο ζυγό και επανέκτησε την ανεξαρτησία της. Στον εικοστό αιώνα, αντιστάθηκε στο φασισμό που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο, και ακολούθησε η αντίσταση στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Όμως η πιο πρόσφατη ιστορία δεν μπορεί να επισκιάσει την επίδραση της αρχαιότητας που είναι πάντοτε παρούσα. Αντί να την ξεπαστρέψει μια για πάντα, όπως προτείνει ο Χρήστος Χρυσόπουλος στο μυθιστόρημά του Ο βομβιστής του Παρθενώνα (και πριν από αυτόν ο Γιώργος Μακρής), με τη μεταφορική σημασία της κονιορτοποίησης της Ακρόπολης, που δεσπόζει πάνω στην πρωτεύουσα και κατά συνέπεια πάνω σ’ ολόκληρη τη χώρα, πρέπει αντίθετα ο λαός να λάβει υπόψη το ψυχολογικό πλεονέκτημα που του προσφέρει, ακόμη και σήμερα, η συνείδηση τού ότι είναι κληρονόμος ενός διάσημου και αναγνωρισμένου παρελθόντος. Αυτό φαίνεται με πολλούς τρόπους στην εθνική ζωή και συμβάλλει στο αίσθημα της μοναδικότητας, της ενότητας και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Οι δρόμοι με ονόματα ανθρώπων, με αναφορές θεών και προσώπων από τη μυθολογία, οι ιστορίες και οι θρύλοι, που παίζονται ή τραγουδιούνται στο θέατρο, που βρίσκονται στη μουσική και στα τραγούδια, υπάρχουν στην καθημερινή ζωή όλων των Ελλήνων, διατηρούν δηλαδή αυτή την συνεχή αναφορά σε μια επιβλητική περίοδο της ιστορίας της χώρας, που παρέχει σε μεγάλο βαθμό την τιμή, αν όχι την εθνική υπερηφάνεια. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα γνωρίζει -και έμμεσα υπενθυμίζει σε όλους- ότι είναι σίγουρα η πιο πρωταρχική, η πιο ουσιαστική- και ίσως η πιο ενωτική- χώρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι λοιπόν απαραίτητη για να συνεχιστεί η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική οικοδόμηση της Ευρώπης.
Αν και χτυπημένη από το οικονομικό και τραπεζικό σύστημα που την έχει υπερβεί – χωρίς να είναι σε θέση να απαλλαγεί από τα εσωτερικά της κακά, κυρίως πολιτικά, που την έχουν αποδυναμώσει πολύ σοβαρά-η Ελλάδα δεν είναι μόνο ο φτωχός προβληματικός συγγενής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη ζώνη του ευρώ. Είναι μια εξαιρετική χώρα, της οποίας οι ιστορικοί, γεωγραφικοί, πολιτιστικοί, ανθρώπινοι, μυθολογικοί και ποιητικοί πόροι είναι χρήσιμοι για όλους τους Ευρωπαίους· ένας λαός ανήσυχος μα γενναίος, ικανός να αντιμετωπίσει για μια ακόμη φορά μία μοίρα αρνητική. Μια χώρα που ενστικτωδώς ξέρει ότι εξακολουθεί να φέρει τον ανέγγιχτο πλούτο της γεωγραφίας της, της ιστορίας της και την ανθρωπολογική της μοναδικότητα, και η οποία αντλεί από εκεί τη διακριτική, αλλά σταθερή δύναμή της για αντίσταση και ανάκαμψη. Αναμφισβήτητα όχι, η Ελλάδα δεν πρέπει να επισπεύσει το θάνατό της, να προσφέρει τον εαυτό της ως εξιλαστήριο θύμα μιας ξένης κοινότητας, που αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την δική της επιβίωση, καθιστώντας την αποδιοπομπαίο τράγο, δεν πρέπει να αρνηθεί ούτε να υποταχθεί στις αυτοκτονικές τάσεις που θα της φέρουν την κατάρρευση που την επηρεάζει, να προσποιείται ότι προετοιμάζεται για την εξαφάνισή της. Οι διανοούμενοι της χώρας θα πρέπει, αντί να παίζουν τη νεκρική πομπή των πενθούντων, να αναζωογονήσουν τις υπόγειες ανέπαφες δυνάμεις στη χώρα που τους χρειάζεται, ως μια σύγχρονη χορωδία. Όχι Δημήτρη Δημητριάδη, η Ελλάδα δεν πέθανε.

Μετάφραση: Βάσω Δερμάνη Jean-Claude


Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ «ΒΟΛΕΜΑΤΟΣ»

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
                        
                        ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*

Στο χώρο του πολιτισμού η Κύπρος, λόγω της αγγλικής αποικιοκρατίας και των προβλημάτων που προέκυψαν μετά την ανεξαρτησία, δεν γνώρισε σε βάθος, πέρα από το εθνικό κίνημα, άλλα πολιτισμικά ή και πολιτικά κινήματα που παρουσιάστηκαν ιδίως τη δεκαετία του ’60 στον υπόλοιπο κόσμο. Το γεγονός άλλωστε ότι δεν διέθετε πανεπιστήμιο και οι Κύπριοι φοιτητές βρίσκονταν διεσπαρμένοι ανά τον κόσμο, την αποστέρησε από τα φοιτητικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στη δεκαετία του ’60 στον υπόλοιπο κόσμο. Το εθνικό πρόβλημα εξάλλου απορροφούσε τις πιο ζωντανές δυνάμεις και απέτρεπε την όποια αμφισβήτηση των διάφορων κατεστημένων. H μόνιμη αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας μέχρι το 1960, δεν ήταν αρκετή για να δημιουργήσει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές αμφισβητήσεις και ανατροπές. Μετά το ’60 και με το αίσθημα της μη δικαίωσης, χάθηκε ακόμη και το αντιστασιακό πνεύμα και κυριάρχησε μια κουλτούρα «βολέματος».
Σε γενικές γραμμές το κυπριακό πολιτισμικό πλαίσιο, στην πρώτη περίοδο της ανεξαρτησίας παρέμεινε, τουλάχιστον εν μέρει, κλειστό, βίωσε μια σχετική απομόνωση, και αρκέστηκε, εν πολλοίς, σε ένα είδος fast food από την Αγγλία και την Ελλάδα.
Ένας από τους λόγους που τα νερά παρέμειναν λιμνάζοντα στο χώρο της κυπριακής κουλτούρας, οφειλόταν και στην ομοιογένεια που παρουσίαζε ο χώρος της Αριστεράς με το ΑΚΕΛ, προσηλωμένο στα σοβιετικά πρότυπα. Στο θεωρητικό επίπεδο ο χώρος αυτός παρήγαγε ελάχιστα και τα κομματικά στελέχη ικανοποιούνταν με το σοβιετικό fast food. Ούτε οι ευρωκομμουνιστικές ανησυχίες, ούτε η άνθιση του μαοϊσμού και του τροτσκισμού ή του τσεχοσλοβάκικου σοσιαλισμού με «ανθρώπινο πρόσωπο», έφτασαν ποτέ στην Κύπρο, πέρα από κάποιους μακρινούς απόηχους. Κατά συνέπεια και στο χώρο του πολιτισμού  αναπαραγόταν ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», φτωχότερος φυσικά από τον πρωτογενή του σοβιετικού χώρου που τουλάχιστον σε κάποιους τομείς παρουσίαζε μια τεχνική εντέλεια. Ακόμη και σε σύγκριση με την ελληνική Αριστερά που βγήκε ηττημένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο, το ΑΚΕΛ παρουσιάζεται σε μειονεκτική θέση. Η αριστερή διανόηση στην Ελλάδα παρά την ήττα του  Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας-ΚΚΕ στον Εμφύλιο Πόλεμο, πέτυχε ουσιαστικά την ιδεολογική και πολιτισμική επιβολή της. Ακόμη και σε επίπεδο θεωρητικής σκέψης, παρά τους δογματικούς περιορισμούς που επέβαλε το ΚΚΕ, παρατηρείται μια έστω και περιορισμένη ζύμωση και ανανέωση. Κυρίως όμως στο χώρο της τέχνης και της κουλτούρας γενικότερα, η ελληνική Αριστερά παρουσιάζει μεταπολεμικά μια αξιοσημείωτη διακίνηση ιδεών και μια παραγωγική ευφορία. Όλα αυτά ανακόπηκαν βέβαια στην Ελλάδα με τη στρατιωτική δικτατορία.
Στην Κύπρο το κοινωνικο-πολιτισμικό και κοινωνικο-πολιτικό κλίμα δεν επέτρεψε καμιά ρωγμή ούτε στο χώρο της μεταπρατικής αστικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων, ούτε στο χώρο ενός συντηρητικού ουσιαστικά και κομφορμιστικού κόμματος της Αριστεράς, του ΑΚΕΛ. Φυσικά όλα αυτά δεν αναιρούν το ρόλο του ΑΚΕΛ στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ούτε τους αγώνες του για τη βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων. Ούτε και υποτιμάται ο ρόλος διανοουμένων που κινήθηκαν με ανησυχίες στο χώρο του ή στα κομματικά του σύνορα, αν και οι πιο ανήσυχοι από αυτούς κινήθηκαν εκτός Κύπρου τον περισσότερο καιρό και σε επαφή με ιδέες που διακινούνταν στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.
Ακόμη και σε ένα χώρο όπου παραδοσιακά οι Κύπριοι είχαν μια σχετικά σεβαστή παρουσία, αυτός της λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίησης, εισέβαλε ο κρατισμός, ο δημοσιοϋπαλληλισμός και ο συντηρητισμός, αν όχι η οσφυοκαμψία. Θα ήταν ενδιαφέρον να γινόταν μια έρευνα για να μαθαίναμε, πόσοι από τους λογοτέχνες της περιόδου της ανεξαρτησίας δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Πόσο όμως «αμφισβητίας» ή κριτικός, για να μη πω επαναστάτης, μπορεί να είναι ο διανοούμενος που βιώνει τον γνωστό κυπριακό δημοσιοϋπαλληλισμό;
Τελικά η κυπριακή κοινωνία παράγει πολιτισμό με αυτή την κομφορμιστική νοοτροπία των διανοουμένων της; Κι είναι δυνατό να πάει μπροστά μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους με κριτική αντίληψη του κόσμου;

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

* E-mail   stephanos.constantinides@gmail.com