Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ

Φοίβος Σταυρίδης

Στα πολλά θλιβερά μαντάτα που ακούμε τον τελευταίο καιρό, στους πολλούς αποχαιρετισμούς σε πρόσωπα αγαπητά της δημόσιας ή της ιδιωτικής μας σφαίρας (σα να μην έφτανε το τέλος που τίθεται σε μια σειρά υλικές και άυλες παραδοχές της ζωής μας), ένα ακόμα φευγιό ήρθε να πάρει τη δική του θέση «στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου», όπως θα έλεγε κι ο αφηγητής στην «Αγέλαστο Πέτρα». Έφυγε από τη ζωή πριν από μόλις τρεις ημέρες, αδόκητα για όσους δεν είχαν νέα του τελευταία, ο Φοίβος Σταυρίδης, εξέχουσα φυσιογνωμία των κυπριακών γραμμάτων και πατέρας του εκλεκτού φίλου Χάρη Σταυρίδη. Μια καλπάζουσα ασθένεια, λένε τα νέα, του έκοψε με βιάση το νήμα της ζωής σε μια ηλικία που είχε ακόμα πολλά να προσφέρει σε όλα όσα αγαπούσε αυτός ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής, ο απλός, ευγενής και βαθύτατα πολιτισμένος, με όλη τη σημασία της λέξης. Αν όλη η Κύπρος, όπως και αν τη δει κανείς, είναι μια ατέλειωτη σμίξη αντιθέσεων (ενίοτε, ίσως, και αντιφάσεων), ο κύριος Φοίβος, όπως ακόμα και τώρα θέλω να τον σκέφτομαι και να τον φέρνω στο μυαλό μου, ήταν η εφαρμογή αυτού του κανόνα στην πιο γόνιμη, στην πιο γοητευτική του εκδοχή. Βαθύτατα Έλληνας στη συνείδησή του, αλλά ταυτόχρονα αφοσιωμένος λάτρης και μελετητής του γενεθλίου τόπου του, άνθρωπος που είχε προσωπική εμπειρία από την Εγγύς Ανατολή και την έφερνε πάντα με τρόπο όμορφο στην ψυχή του, συνδυάζοντάς την γόνιμα με τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό, θεράπων των θετικών επιστημών (φαρμακοποιός στις σπουδές και στο επάγγελμα) αλλά παντοτινός και ακαταπόνητος εραστής των γραμμάτων και των τεχνών, με αποτελεσματικότητα που θα ζήλευαν και οι πιο συστηματικοί φιλόλογοι, με μεράκι που θύμιζε ιστοριοδίφη του 19ου αιώνα, ο Φοίβος Σταυρίδης, τον οποίο πρωτοσυνάντησα μερικά χρόνια αφότου είχα γνωρίσει τον Χάρη, συνδέθηκε με μερικές ανεξίτηλες αναμνήσεις από τα ταξίδια μου στην Κύπρο. Δεν ξεχνώ το τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας, δυο απανωτές χρονιές, στο απέριττο σπίτι του στη Λάρνακα, που περιλάμβανε εκλεκτές λιχουδιές της γης και της θάλασσας και τελείωνε πάντα υποχρεωτικά με χαλβά ανατολής, δυσεύρετο στα ελλαδίτικα μέρη μας, μοναδικό στην υφή και τη γεύση. Με πόση συγκίνηση, ένα από εκείνα τα Καθαροδεύτερα, μας είχε πάρει μετά το φαγητό και μας είχε πάει στη βιβλιοθήκη του και μας έβαλε να ακούσουμε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» στην πλήρη εκτέλεσή του (με όλες τις στροφές τραγουδισμένες από χορωδία), από δίσκο που είχε εξασφαλίσει μετά από μακρά έρευνα στην Αθήνα (πόσοι ξέρουμε άραγε την ύπαρξη αυτής ή κάποιας παρεμφερούς ηχογράφησης; και πόσοι την έχουμε στα σπίτια μας;). Βιώνοντας και ο ίδιος τον βαθύ δεσμό που υπόγεια ενώνει κάθε Κύπριο με το αθηναϊκό κέντρο του ελληνισμού (δυστυχώς τείνουμε να αντικρίζουμε αυτόν τον δεσμό ή να τον ανακαλούμε μόνο στις πιο ευτελείς εκδοχές του), διατηρούσε σπίτι στην Αθήνα, σε ένα ήσυχο δρομάκι των Εξαρχείων, και επισκεπτόταν τακτικά την πρωτεύουσα σε αναζήτηση πνευματικής τροφής στα θέατρα και στα βιβλιοπωλεία. Μετά από ένα τέτοιο ταξίδι του θυμάμαι τον φίλο Χάρη να μου εξομολογείται ότι ο πατέρας του είχε δακρύσει βλέποντας στον κινηματογράφο την «Αγέλαστο Πέτρα», που και νωρίτερα ανέφερα. Ο πόνος του για τις ρωγμές στην ψυχή του ελληνισμού ήταν ίδιος, είτε αντίκριζε τις γιγάντιες ρεκλάμες του “real estate” σχεδόν σε κάθε σπιθαμή της γενέθλιας γης του, είτε έβλεπε στην οθόνη την ισοπέδωση της μνήμης στην ιστορική Ελευσίνα. Διέθετε μια τεράστια συλλογή βιβλίων και λοιπού υλικού που αφορούσε την Κύπρο και τη λογοτεχνία της κι ακόμα περισσότερο την πόλη του τη Λάρνακα. Πέρα από το πλούσιο συγγραφικό του έργο είχε μια αξιοπρόσεκτη δραστηριότητα ως εκδότης/επιμελητής περιοδικών εκδόσεων και, τα τελευταία χρόνια, ως διαχειριστής ιστοσελίδων για θέματα της Κύπρου και ειδικότερα της Λάρνακας – μια ματιά σε αυτές δείχνει ότι ήταν δραστήριος στην ενημέρωσή τους μέχρι και λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό του. Τελευταία φορά τον είχα δει στην Αθήνα – τέλη του 2010 πρέπει να ήταν, στα εγκαίνια μιας έκθεσης στηριγμένης στο δικό του αρχείο, στον φιλόξενο χώρο του Σπιτιού της Κύπρου στην οδό Ηρακλείτου – δεν ξέρω αν αισθανόταν ήδη κοντά τα σημάδια του τέλους, γεγονός είναι ότι στη σύντομη κουβέντα μας έδειχνε να τον απασχολεί πολύ η τύχη της βιβλιοθήκης και του αρχείου του μετά το θάνατό του, μου εκμυστηρεύτηκε την αγωνία να περιέλθει αυτός ο θησαυρός σε χέρια που θα τον εκτιμήσουν και θα τον αξιοποιήσουν προς όφελος των ερευνητών του μέλλοντος.

Τα αλλόκοτα παιχνίδια της μοίρας θέλησαν να πληροφορηθώ το θάνατό του προχθές το βράδυ, την ώρα που η τηλεόραση μετέδιδε τον ποδοσφαιρικό αγώνα του ΑΠΟΕΛ ενάντια στη Λιόν. Ήταν μια βραδιά που κι εγώ και πολλοί άλλοι Ελλαδίτες νιώσαμε πολύ κοντά στη Μεγαλόνησο, που καρδιοχτυπήσαμε για αυτό το απίθανο συνονθύλευμα από απόκληρους του ελληνικού πρωταθλήματος και τριτοκλασάτους λατινοαμερικάνους που στα χέρια ενός επίσης απόκληρου από την Ελλάδα προπονητή έχουν γίνει μια ΟΜΑΔΑ-σιδηρογροθιά, που δίνει κάθε φορά, με πίστη και λεβεντιά ελληνικότατη, και την τελευταία ικμάδα της ψυχής και των σωματικών της δυνάμεων απέναντι σε εμφανώς ανώτερους αντιπάλους κι έχει καταφέρει να φτάσει εκεί από όπου ήδη έχουν αποκλειστεί ζάπλουτες ομάδες με πολλά τρόπαια στο ενεργητικό τους, κάνοντας πράξη το κυνήγι του (φαινομενικά) ανέφικτου και δίνοντας μια χαραμάδα ονείρου και πίστης στη χειμαζόμενη και γεμάτη έγνοιες πατρίδα. Η οδύνη για το χαμό ενός ανθρώπου όπως ο Φοίβος Σταυρίδης συνάντησε αναπάντεχα εκείνο το βράδυ ένα χαμόγελο πολύτιμο με ξεχωριστή συμβολική σημασία – ήταν ίσως ένας τρόπος κι αυτός να πουν η Κύπρος κι όλος ο ελληνισμός ένα τελευταίο ευχαριστήριο αντίο σε ένα αληθινά εκλεκτό τέκνο τους.

Χρήστος Αποστολόπουλος


Από το Ιστολόγιο Βλέποντας και γραφοντας, ९.३.२०१२

http://vlepontaskaigrafontas.blogspot.com/2012/03/blog-post_09.html

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

ΜΝΗΜΗ ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ

Φωτεινό παράδειγμα

Ο απρόσμενος θάνατος του Φοίβου Σταυρίδη (1938-2012) στερεί τη Λάρνακα, την Κύπρο και όλον τον ελληνισμό από έναν από τους σημαντικότερους, ανιδιοτελέστερους και ευεργετικότερους λογίους και πνευματικούς της ανθρώπους.
Επί δεκαετίες ολόκληρες «ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτέρευε» και διημέρευε για το καλό των συμπολιτών του και τη γνώση και απόλαυση όσων τον συντρόφευαν στο φιλολογικό του στέκι, ολιγογράφος αλλά καίρια ευαίσθητος και πυκνά δραστικός ποιητής, λιτός μα οξυδερκής και στερεότατος κριτικός, εκδότης λογοτεχνικών και αυτοβιογραφικών έργων σημαντικών μορφών του κυπριακού ελληνισμού, και θεμελιωτής και συνεκδότης μοναδικών και πάντα ανώτατου επιπέδου λογοτεχνικών και φιλολογικών περιοδικών, άφθαστος βιβλόφιλος και συλλέκτης, εργατικότατος και ακούραστος βιβλιογράφος μέσα και έξω από την Κύπρο, οργανωτής της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου και πολλών φορέων και εκδηλώσεων τεχνών και πολιτισμού στην πατρίδα του, την ιδιαίτερη και την ευρύτερη, με μια φράση αγαθό και πάντα αγαθοεργό «πνεύμα του τόπου» του (genius loci), ξεχώριζε πάντοτε και για τα σπανιότατα ανθρώπινα χαρίσματά του: την αταλάντευτη πίστη στη δημοκρατία, τον αστόμωτο ζήλο για την ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και την πρόοδο της Κύπρου, τη θερμή συμπαράσταση στους φίλους του και την πρόθυμη στράτευση σε κάθε δίκαιη υπόθεση, τη φιλόξενη ανοιχτοχεριά, την ευγένεια των γραπτών, του λόγου και των τρόπων, την προσήνεια μα και το λεπτό όσο και καυστικό κάποτε χιούμορ, το απροσποίητο χαμόγελο και τα σπινθηροβόλα έξυπνα μάτια πίσω από τα αχώριστα γυαλιά του.
Ευτύχησε να τον συντροφεύει μια από τις πιο αφοσιωμένες και καλόψυχες συντρόφους, ευτύχησε να δει τα παιδιά του να αναδεικνύονται κορυφές στους τομείς των επιστημών και των γραμμάτων που διάλεξαν τιμώντας και το δικό του παράδειγμα, ευτύχησε ακόμη και να ακούσει το ωραίο μικρό του όνομα να δίνεται ως σφραγίδα δωρεάς σε εγγόνια του. «Πλήρη ημερών» θα τον λέγαμε, λοιπόν, αν δεν ήταν ακόμα τόσο νέος ψυχικά και πνευματικά και αν δεν είχε να δώσει κι άλλα, πάρα πολλά μέσω της ανεξάντλητης ζωτικής του ορμής.
Ύστερα από τον θάνατο του Θεοδόση Νικολάου και του Γιάννη Κατσούρη μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια, το ζωντανό, και αμώραντο ακόμα, άλας στην Κύπρο μειώνεται ακόμη πιο πολύ. Αλλά τέτοιοι θάνατοι δεν είναι μόνο μεγάλες και οδυνηρές απώλειες. Όσο θα μένει ζωντανή η μνήμη του Φοίβου Σταυρίδη και όσο το παράδειγμα της δικής του δουλειάς και προσφοράς θα μένει φωτεινό, «λύχνος φωτίζων το παρόν και το μέλλον», τότε θα δικαιούμαστε να λέμε γι’ αυτόν όσα έγραψε κι ο καβαφικός Αχαιός για τους αγωνιστές του ημικατεχόμενου ελληνισμού του καιρού του:
Όταν θα θέλουν οι Κύπριοι να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει ο τόπος μας» θα λένε
για σε. Έτσι θαυμάσιος θα ’ναι ο έπαινός σου.–


Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Γιώργος Κεχαγιόγλου



Υπόδειγμα ήθους

Δεν είναι σχήμα λόγου ούτε υπερβολή να πούμε ότι η Κύπρος είναι πια πολύ φτωχή σε πνευματικούς ανθρώπους, από τη στιγμή που έφυγαν και ο Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004), ο Γιάννης Κατσούρης (1935-2010) και ο Φοίβος Σταυρίδης (1938-2012). Διερωτώμαι αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κανένας από τους τρεις ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών δεν έχει τιμηθεί με το αντίστοιχο «Αριστείο» της κυπριακής πολιτείας. Μήπως γιατί αυτοί δεν είχαν διαπρέψει στις κοινωνικές σχέσεις;
Αναγνωρίζουμε ότι ο Φοίβος Σταυρίδης ήταν και παραμένει αξιόλογος ποιητής, ερασιτέχνης φιλόλογος («ερασιτέχνης» με την αρχική σημασία του όρου), δεινός βιβλιόφιλος και συλλέκτης, ενημερωμένος λόγιος και βιβλιογράφος, αφοσιωμένος ερευνητής και μελετητής, εύστοχος κριτικός και προσεχτικός αναγνώστης, απαιτητικός εκδότης περιοδικών, κτλ. Όλα αυτά, όμως, αποκτούσαν νόημα και σχήμα, καθώς συνενώνονταν στο πρόσωπο ενός γλυκομίλητου, ευαίσθητου, διακριτικού αλλά και παθιασμένου ανθρώπου, που ήταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει κάθε νέο ερευνητή, που διψούσε να αναδείξει την κυπριακή γραμματεία και, το σημαντικότερο, που μας πρόσφερε απλόχερα μαθήματα ήθους, ανιδιοτέλειας και αξιοπρέπειας.
Ο Φοίβος Σταυρίδης εμφανίστηκε επίσημα στα γράμματα το 1972 με την ποιητική συλλογή Ποιήματα, για να ακολουθήσουν άλλες δυο ποιητικές συλλογές του στα επόμενα είκοσι χρόνια: Απομυθοποίηση (1978), Τρίτο πρόσωπο (1992). «Γαλήνια οικονομημένο ξεκαθάρισμα ωριμότητας» χαρακτήρισε ο Γ. Π. Σαββίδης το τελευταίο βιβλίο. Βέβαια, ο «λογιότατος φαρμακοποιός» είχε διευρύνει τα ενδιαφέροντά του κατά τη δεκαετία του 1980, όταν εξέδωσε το καλό περιοδικό Ο Κύκλος (1980-1986), με το οποίο απέβλεπε να προαγάγει κυρίως την έρευνα και τη μελέτη γύρω από θέματα του κυπριακού χώρου. Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος υπήρξε ο εμπνευστής και ενορχηστρωτής ενός δεύτερου φιλολογικού περιοδικού (Μικρο-φιλολογικά, 1997 κ.ε.).
Δεν υπάρχει εδώ περιθώριο να αναφερθούμε σε βασικά δημοσιεύματα του Φοίβου Σταυρίδη. Όμως αξίζει να μνημονευθούν τρεις τουλάχιστον ερευνητικές εργασίες του: το Ημερολόγιον του βίου μου του Σάββα Τσερκεζή (1988, 2007), η ογκωδέστατη Βιβλιογραφία κυπριακής λαϊκής ποίησης (2002), αλλά και η πολύ μεγάλη συμβολή του στην κατάρτιση της Βιβλιογραφίας κυπριακής λογοτεχνίας (2001).
Είναι πολύ δύσκολο να σκιαγραφηθούν μέσα σε λίγες αράδες το πρόσωπο και η ευγενική φυσιογνωμία ενός ξεχωριστού πνευματικού ανθρώπου, που συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Παντελή Μηχανικό και με τον Θεοδόση Νικολάου. Επανειλημμένα μιλούσε για το μεγάλο κενό που του άφησε η απουσία και των δύο· πολλές φορές έλεγε ότι του ήταν πολύ επώδυνο να αγγίξει τα χαρτιά τους, τις επιστολές ή άλλα ιδιόχειρα κείμενά τους, τα οποία φύλαγε με αγάπη και ευλάβεια στο αρχείο του.
Από το φιλολογικό στέκι του Φοίβου Σταυρίδη έχουν περάσει δεκάδες και εκατοντάδες συγγραφείς, νέοι ερευνητές, καταξιωμένοι μελετητές και πανεπιστημιακοί, όπως οι Γ. Π. Σαββίδης, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Κεχαγιόγλου κ.ά. Ο καθένας έχει να πει τα καλύτερα λόγια για το ήθος και την ευγένεια του φιλόξενου οικοδεσπότη, για τη σεμνή και διακριτική παρουσία της συντρόφου του.
Τους τελευταίους μήνες, ακόμα και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ο Φοίβος Σταυρίδης είχε μια μεγάλη έγνοια· να αφήσει κάπου το αρχείο και την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του, ώστε να είναι προσιτά σε κάθε ερευνητή. Αφού χτύπησε διάφορες πόρτες χωρίς να εισακουστεί, τελικά ο Δήμος Λάρνακας ανέλαβε να οργανώσει ένα λειτουργικό Ίδρυμα Φοίβου Σταυρίδη στη γενέθλια πόλη του συγγραφέα. Ευχόμαστε η προσπάθεια αυτή να ευοδωθεί.
Ας κλείσουμε τη σύντομη αυτή αναφορά στον Φοίβο Σταυρίδη με το ποίημά του «Ακροτελεύτιο», με το οποίο ολοκληρώνεται η τρίτη και τελευταία συλλογή του. Θα έλεγε κανείς ότι με το ευσύνοπτο αυτό ποίημα προμηνύεται ή σφραγίζεται, ανάμεσα σ’ άλλα, η ποιητική σιωπή της τελευταίας εικοσαετίας:
«Ολοένα λιγοστεύουν οι στίχοι / όπως οι επιθυμίες / όπως τα όνειρα / όπως κι οι μέρες μας / με κάθε χτύπο της καρδιάς».

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΛΑΝΟ

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α.Χ. ΓΑΛΑΝΟΥ
«ΟΥΑΙ ΔΙ’ ΟΥ ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ»*

Η Δέσποινα Κωνσταντίνου (βλ. περιοδ. Άνευ, τεύχ. 36, Άνοιξη 2010, σ. 27) πληροφορεί για ένα θεατρικό έργο Αδάμου Χρ. Γαλανού με τίτλο «Τιμητική εκδίκησις», με τη σημείωση ότι λανθάνει, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει την πηγή απ’ όπου αντλεί την πληροφορία της. Είμαι πεπεισμένος ότι το έργο «Τιμητική εκδίκησις» (1931) [βλ. Μ.Π. Μουστερή, Χρονολογική ιστορία του Κυπριακού Θεάτρου, Λεμεσός 1988, σ. 96· Γ. Κατσούρη, Το θέατρο στην Κύπρο, Α΄ (1860-1939), Λευκωσία 2005, σσ. 236 και 288] είναι ο τίτλος με τον οποίο κυκλοφορούσε χειρόγραφα και παιζόταν το έργο του Γαλανού «Ουαί δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται», προτού αυτό εκδοθεί σε βιβλίο (1934) και πάρει τον οριστικό πλέον τίτλο του. Η εκδίκηση είναι «τιμητική», γιατί αναφέρεται στην τιμή της οικογένειας της Παγώνας (αλλού Πεζούνας), την οποία πρόσβαλε ο Ζαγλούλ Αγάς. Η «Τιμητική εκδίκησις» ανεβάστηκε στην Ξυλοφάγου το 1931 (βλ. Κατσούρη, ό.π., σ. 238). Το έργο αυτό, που αποτελεί προφορική παραλλαγή του έργου «Ουαί δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται», διασώθηκε από τον ποιητάρη Α. Π. Μαππούρα σε χειρόγραφη μορφή, με τίτλο «Τραγούδι της Παγώνας και του Ζαγρούλ Αγά», και είναι έτοιμο προς έκδοση «εν καιρώ». Η υπόθεση του έργου διασώθηκε και σε δυο εν πολλοίς διαφορετικές παραδόσεις από την Ξυλοφάγου και είναι δημοσιευμένες η μια στου Π. Ευαγγέλου, Η ιστορία του χωριού μου της Ξυλοφάγου 1700-1985, [Λευκωσία 1985], σσ. 73-74 [= Ο φόνος του Τζιγκούλ Αγά (Cigul Aga)], και η άλλη στου Α. Π. Πολυδώρου, Η Ξυλοφάγου, Λευκωσία 1989, σσ. 15-17 [= Ο Τζιηγκούλ Αγάς και η οικογένεια του Δήμητρου και της Πεζούνας].

*Τα πιο πάνω ανακοίνωσα προφορικά κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Επ. Π. Ευθυμιάδη, «Ο Φαρμακοποιός και ο χωριάτης», στις 20.1.2012

Κ. Γ. Γιαγκουλλής

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Για ένα θεατρικό έργο του Α. Χ. Γαλανού

Λευκωσία, 14.10.2011
Αγαπητά Μικροφιλολογικά,

Σημειώνω κάποιες παρατηρήσεις στο κείμενο του Λεωνίδα Γαλάζη στα Μικροφιλολογικά (τχ. 30, 2011, σσ. 41-44), σχετικά με το θεατρικό έργο Ουαί δι’ ού το σκάνδαλον έρχεται (1934) του Α. Χ. Γαλανού.
Στο τέλος του κειμένου του ο Λ. Γαλάζης, αναφερόμενος στα φιλολογικά και θεατρολογικά ζητήματα που προκύπτουν από την πρώτη ανάγνωση του δράματος, σημειώνει ότι «ένα πρώτο ζήτημα αφορά την πηγή από την οποία αντλεί ο συγγραφέας την υπόθεση του δράματος» και διερωτάται «μήπως αυτή είναι μια προφορική μαρτυρία από γέροντες της εποχής για πραγματικό περιστατικό της ύστερης τουρκοκρατίας ή ένα ποιητάρικο ή άλλου είδους κείμενο».
Επί του ερωτήματος απαντώ χωρίς δισταγμό ότι η υπόθεση του δράματος βασίζεται σε πραγματικό γεγονός της ύστερης τουρκοκρατίας στο χωριό Ξυλοφάγου (επαρχία Λάρνακας). Όταν υπηρετούσα ως διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού αυτού κατά τα σχολικά έτη 1967-1969, άκουσα μια προφορική μαρτυρία για το γεγονός αυτό, όπως το έχει διασώσει η λαϊκή παράδοση, έστω και αν τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας διατηρήθηκαν στη λαϊκή μνήμη ελαφρώς διαφοροποιημένα: Ο Ζαγλούλ αγάς αναφέρεται ως Τζηγκούλ ή Ζηγκούλ αγάς, ο Μήτσιος ως Δήμητρος και η Παγώνα ως Πεζούνα.
Η οικογένεια του Δήμητρου, μετά τον φόνο του Τζηγκούλ αγά, κατόρθωσε με τη βοήθεια ενός προξενείου στη Λάρνακα να διαφύγει στο εξωτερικό. Ένα μόνο παιδί, ο Γεώργιος, επέστρεψε στην Κύπρο και ύστερα από κάποιες περιπέτειες με τις οθωμανικές αρχές νυμφεύθηκε τη Χριστίνα, την κόρη του Χατζημυτέλλα, προύχοντα της Ξυλοφάγου, αποκτώντας απογόνους.
Τις πληροφορίες για το περιστατικό και την πορεία της οικογένειας του Δήμητρου και της Πεζούνας τις έχω καταγράψει στο βιβλίο μου Η Ξυλοφάγου (Λευκωσία 1989, σσ. 15-17), όπως μου τις διηγήθηκαν κάτοικοι του χωριού.
Πρόσφατα οι Κυριάκος Εγγλέζος και Ηλίας Σπύρου, από την ίδια κοινότητα, με πληροφόρησαν ότι ο Δημήτρης (ή Δήμητρος) ήταν γραμμένος ως φορολογούμενος το 1925. Ανέτρεξα στα Κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, όπου είναι καταγραμμένα τα ονόματα των φορολογούμενων χριστιανών, και βρήκα στο Κατάστιχο υπ’ αριθμ. VI22, ανάμεσα σε άλλους φορολογουμένους της Ξυλοφάγου, και το όνομα του Δημήτρη. Η μαρτυρία αυτή μάς επιτρέπει να προσδιορίσουμε την περίοδο κατά την οποία έγινε ο φόνος του Τζηγκούλ αγά, που δεν πρέπει να ήταν πριν από το 1825.

Με εκτίμηση,
Α. Π. Πολυδώρου.

Η ταυτότητα των Κυπρίων

Η ταυτότητα των Κυπρίων
ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
Ιδεολογία, γλώσσα και ταυτότητα
Του Στέφανου Κωνσταντινίδη


Η αγγλική αποικιοκρατία αντιμετώπισε με καχυποψία την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των Κυπρίων και προσπάθησε να εισαγάγει στη θέση της ελληνικότητας μια διαφορετική ιδεολογία, αυτή του κυπριωτισμού. Η ιδεολογία αυτή καλλιεργήθηκε από πολύ νωρίς μέσα από την αγγλόφωνη εκπαίδευση, την προσπάθεια ελέγχου γενικότερα της εκπαίδευσης και τη συνεργασία με ορισμένα στοιχεία της μεταπρατικής κυπριακής αστικής τάξης. Οι προσπάθειες αυτές της αγγλικής αποικιοκρατίας εντάθηκαν μετά την εξέγερση του 1931 και ειδικά από τον Βρετανό κυβερνήτη Sir Ronald Storrs. Όπως έγραψε ο κομμουνιστής ηγέτης Πλουτής Σέρβας «βασικός του στόχος ήταν να δώσει σάρκα και οστά στο παλιό όνειρο των αποικιοκρατών, να απομακρύνει τους Κυπρίους από τον ελληνικό εθνισμό». Ο Σέρβας τονίζει επίσης πως οι ψευδαισθήσεις αυτές των Βρετανών προέρχονταν και «από τις στάσεις που παρουσίαζε η άρχουσα τάξη και τις κολακείες με τις οποίες περιέβαλλαν τον Storrs στα αστικά σαλόνια». Η προσπάθεια της βρετανικής αποικιοκρατίας απέτυχε αλλά ο κυπριωτισμός ως ιδεολογία έκανε ξανά την εμφάνισή του με την ανεξαρτησία και ιδίως μέσα στο κλίμα της καταστροφής του 1974. Η νεοκυπριακή ιδεολογία αν και υποχώρησε στις δεκαετίες που ακολούθησαν, υποβόσκει ακόμη και σήμερα. Κάποιοι διανοούμενοι από τον ελλαδικό χώρο την έχουν κατ’ επανάληψη υποδαυλίσει και έδωσαν στήριξη στα νεοκυπριακά στοιχεία. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των Αντώνη Λιάκου, Νίκου Μουζέλη, Άννας Φραγκουδάκη και άλλων. Στόχος του νεοκυπριωτισμού είναι η δημιουργία κυπριακής ταυτότητας αποκομμένης από την ελληνικότητα, με την ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε σε λύση του Κυπριακού και συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους. Για τον σκοπό αυτό κάποιοι προσπάθησαν να αναβαθμίσουν και την κυπριακή διάλεκτο σε γλώσσα. Στις μέρες μας η νεοκυπριακή ιδεολογία συντηρείται από στοιχεία της μεταπρατικής αστικής τάξης και νεοφιλελεύθερους διανοουμένους μερικοί από τους οποίους έχουν μάλιστα θητεύσει και στην Αριστερά. Στον ελλαδικό χώρο οι θεωρητικοί του νεοκυπριωτισμού προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον χώρο του σημιτικού «εκσυγχρονισμού». Η ταυτότητα όμως ενός λαού είναι το αποτέλεσμα μακρόχρονων κοινωνικών διεργασιών και δεν διαμορφώνεται εργαστηριακά σε κάποιο θερμοκήπιο.
Εξάλλου η κυπριακότητα, μια μορφή κυπριακής ιδιαιτερότητας, δεν είναι τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι η κρητικότητα, η ηπειρωτικότητα και οποιαδήποτε άλλη ελληνική τοπικότητα. Η δε κυπριακή διάλεκτος είναι μια από τις πολλαπλές ελληνικές διαλέκτους και όπως και όλες οι άλλες, τείνει να εξαφανιστεί με την ομοιογενοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Είναι όμως θεμιτή και η χρήση και η μελέτη της. Δεν απειλεί την ελληνικότητα, τη συμπληρώνει. Εκείνο που δεν είναι θεμιτό είναι η ιδεολογική της χρήση. Άλλωστε μετά τον Βασίλη Μιχαηλίδη οι περισσότεροι που την χρησιμοποίησαν στη λογοτεχνική τους παραγωγή, ακόμη και ο ίδιος ο Λιπέρτης, χρησιμοποιούν ουσιαστικά μια τεχνητή κυπριακή διάλεκτο. Οι μόνοι που χρησιμοποιούν ως ένα σημείο τη ζωντανή κυπριακή διάλεκτο είναι οι ποιητάρηδες της εποχής της Αγγλοκρατίας.
Τέλος η εκστρατεία που ξεκίνησε με αφορμή την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας των Γιώργου Κεχαγιόγλου και Λευτέρη Παπαλεοντίου και που απαξιώνει τον όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία» και κατ’ επέκταση παρόμοιους όρους όπως «Κυπριακή Ιστορία» και άλλα παραπλήσια ως υπόσκαψη της ελληνικότητας, είναι μια αντίληψη χωρίς επιστημολογικό υπόβαθρο. Εδώ αναφέρομαι μόνο στον όρο αυτό και όχι αξιολογικά στο όλον έργο. Και ο όρος Κυπριακή Λογοτεχνία τίποτε δεν αφαιρεί από την ελληνικότητα της λογοτεχνίας αυτής όπως τίποτε δεν αφαιρέθηκε από την ελληνικότητα της ποίησης του Σολωμού επειδή κατατάχτηκε στην Επτανησιακή Σχολή ή από αυτήν του Καβάφη επειδή ανήκε στην Αλεξανδρινή Λογοτεχνία. Άλλωστε το επιμέρους -Κυπριακή, Αλεξανδρινή κ.λπ.- δεν αντιμάχεται το ευρύτερο που είναι η Νεοελληνική Λογοτεχνία στην όποια ανήκουν και ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Ούτε είναι σοβαρό να λέγεται -δεν έχει επιστημολογική νομιμοποίηση- ότι ο όρος Κυπριακή Λογοτεχνία είναι ιδεολογική κατασκευή. Προσβάλλει τη νοημοσύνη και τον πατριωτισμό των πιο σημαντικών κυπρίων δημιουργών που χρησιμοποιούν τον όρο αυτό και τη μνήμη αυτών που δεν ζούνε πια και που επίσης τον χρησιμοποιούσαν χωρίς να απαξιώνουν το ελληνικό υπόβαθρό του.

*Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ε-mail stephanos.constantinides@gmail.com

ΠΗΓΗ : Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 04/03/2012

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Άννα Φραγκουδάκη
καθηγήτρια κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κινδυνεύει η κυπριακή ελληνική

Τα Νέα, 11.2.2012

Ο πλούτος από τη μακρά ιστορία της ελληνικής γλώσσας περιλαμβάνει και την κυπριακή ελληνική. Καθώς εξελίχθηκε σε συνθήκες διαφορετικές στο πέρασμα των αιώνων, έχει σήμερα η κυπριακή, σε σχέση με τη ρυθμισμένη από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη ελλαδική ελληνική, πολλές ιδιαιτερότητες στη φωνολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Είναι άλλη ελληνική. Αυτός ο γλωσσικός πλούτος κινδυνεύει να χαθεί. Στην Κύπρο συστηματικά χρησιμοποιείται σε όλες τις μορφές επίσημου λόγου η «καλαμαράδικη», σε αυτήν μιλάει και γράφει το κυπριακό κράτος, όπως και όλοι οι θεσμοί, οι επιστήμες, τα ΜΜΕ, τα σχολεία.
# Αίτιο των παραπάνω είναι ο υποβιβασμός της κυπριακής ελληνικής σε ιδίωμα ή διάλεκτο, αντί γλώσσα, αντίληψη που μόνο γλωσσική αποπτώχευση θα αποφέρει, αν τελικά καταφέρει να εξαφανίσει την κυπριακή. Η υποτίμηση έχει αίτια αμιγώς κοινωνικά. Κατά τις γλωσσικές επιστήμες, είναι εξίσου σωστή - πλούσια - ωραία κ.ο.κ. η ελληνική γλώσσα και των δύο κρατών. Και όμως η παραμικρή απόπειρα αναγνώρισης, ώστε να μη χαθεί η κυπριακή ελληνική, συναντάει έντονη πολεμική.
# Σάλο προκάλεσε πρόσφατα το νέο αναλυτικό πρόγραμμα για τη διδασκαλία της γλώσσας επειδή εισάγει μερικά κείμενα στην κυπριακή ελληνική, πράγμα που πολλοί θεωρούν εθνικά επιζήμιο. Ακόμα και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κατακρίνει σε εγκύκλιο την «προσπάθεια ώστε το γλωσσικό ιδίωμά μας να παρουσιαστεί ως Κυπριακή γλώσσα», πράγμα που ονομάζει «αποκοπή της παιδείας της Κύπρου από τον Ελληνισμό». Ποια σχέση έχει όμως με την εθνική ιδεολογία η υποτίμησης της γλώσσας;
# Είναι δυνατό με την ιστορία που έχουν να θεωρείται τόσο ανίσχυρη η ελληνικότητα των Ελληνοκυπρίων; Αλλιώς πώς είναι δυνατό να αποκαλείται εθνικά βλαβερή η ελληνική τους γλώσσα; Αν δεν ήταν η ελληνικότητα αντιληπτή σαν ανίσχυρη, γιατί να θεωρούν ότι κινδυνεύει από το ισότιμο κύρος της κυπριακής ελληνικής με την ελλαδική; Γιατί τίθεται καν θέμα ελληνικότητας σε σχέση με τη γλώσσα, εφόσον είναι γλώσσα ελληνική; Σε τι ωφελεί την ελληνικότητα της ταυτότητας η υποτίμηση της δικής της ελληνικής γλώσσας; Γιατί κάνουν τα «καλαμαράδικα» ελληνικότερη την ελληνοκυπριακή ταυτότητα;

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Κυπριακή ιδιωματική ποίηση


Για τους διαλεκτικούς μας ποιητές της Αγγλοκρατίας, τη διάλεκτο και την “Κυπριακή Λογοτεχνία”

ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ
ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

[TO KEIMENO ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΛΩΤΟΦΑΓΟΙ» (http://antonispetrides.wordpress.com]

To κείμενο αυτό θα περιστραφεί γύρω από τους τρεις κορυφαίους Κυπρίους ποιητές του ύστερου 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Λιπέρτη και τον Παύλο Λιασίδη. Λέω «γύρω» από τους ποιητές αυτούς, γιατί αντί ενός βαρετού γραμματολογικού σχεδιάσματος γεμάτου τίτλους και ημερομηνίες και αντί για φιλολογικές αναλύσεις ποιημάτων που σίγουρα θα εκτιμηθούν περισσότερο αν ακουστούν χωρίς σχολαστικές επιβαρύνσεις, θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο: να αναπτύξω κάποιες γενικότερες σκέψεις, αφενός για τη θέση των ποιητών μας στο πλαίσιο αυτό που ονομάζουμε, συμβατικά και χρηστικά, «Κυπριακή Λογοτεχνία», αφετέρου για τον ρόλο της διαλέκτου την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας. Αν οι σκέψεις μου αυτές σας φανούν σκόρπιες, συγχωρέστε με: πέρα από τη δική μου αδυναμία, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι τα ερωτήματα που θα αγγίξω είναι τα ίδια ακόμη ανοικτά (ή σκόρπια!).

Οι τρεις αυτοί ποιητές, Μιχαηλίδης, Λιπέρτης και Λιασίδης, είναι κατά μία έννοια οι κατεξοχήν «Κύπριοι» ποιητές. Ό,τι ποιοτικότερο και ό,τι διαχρονικότερο έγραψαν γράφτηκε στο τοπικό κυπριακό ιδίωμα — στην περίπτωση του Λιπέρτη, μάλιστα, σε μια γλωσσική μορφή που φαίνεται να αποτελεί αμάλγαμα λεξιλογικών στοιχείων από διάφορες περιοχές του νησιού. Επίσης, σε αντίθεση με νεώτερους ομοτέχνους τους, όπως ο Μόντης, ο Μηχανικός και ο Χαραλαμπίδης, οι τρεις αυτοί ποιητές μας δεν έλαβαν ποτέ την αναγνώριση που ίσως τους άξιζε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ή τουλάχιστον δεν πέρασαν στις «επίσημες» ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας — πολλές φορές ούτε καν ως υποσημείωση — παρά το γεγονός ότι μέρος, αν μη τι άλλο, του έργου του Μιχαηλίδη και του Λιπέρτη είναι εφάμιλλο, αν όχι κατά παρασάγγες ανώτερο, του έργου άλλων ομοειδών Ελλήνων ποιητών του 19ου αιώνα και του 20ου αιώνα.

Ομολογουμένως ποιήματα θεωρούμενα «εθνικιστικά», όπως το «Καρτερούμεν Μέραν Νύχταν» ή η «9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου», είναι πια ξένα προς την κοινή σύγχρονη νεοελληνική αισθητική, όσο κι αν διεγείρουν τους Έλληνες Κυπρίους (τουλάχιστον κάποιους από αυτούς) ή όσο κι αν οι φιλόλογοι επιχειρούν ενίοτε, σχεδόν απεγνωσμένα, ενδεχομένως ακόμη και υποσυνείδητα, να τα ευθυγραμμίσουν με σύγχρονα ιδεολογήματα, εντοπίζοντας, π.χ., την ουσία τους εμμέσως πλην σαφώς στη διάκριση μεταξύ του κακού «Τούρκου» Μουσελλίμη και του καλού «Τουρκοκύπριου» Κκιόρογλου: η διάκριση μεταξύ των δύο στην 9η Ιουλίου είναι προφανής, αλλά είναι διάκριση ανθρωπιάς και ανατροφής («με καλόν γάλαν είσαι βυζασμένος»), όχι καταγωγής — και σίγουρα δεν είναι διάκριση μεταξύ «των δικών μας» και των «άλλων» Τούρκων.

Άλλα ποιήματα, όπως η «Χιώτισσα», είναι επίσης εκτεθειμένα σε φεμινιστικές και μεταμοντέρνες αποδομήσεις: θα μπορούσε, π.χ., να ειπωθεί από όσους προσεγγίζουν τη λογοτεχνία από τη σκοπιά της φεμινιστικής θεωρίας ή του Derrida ότι πίσω από το προσωπείο της ανθρώπινης ιστορίας υποκρύπτονται διάφορα «φαλλογοκεντρικά» λεγόμενα discourses περί της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας ως φυσικών οντοτήτων, που πολλούς πλέον ενοχλούν.

Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι εν πολλοίς ιστορία του γούστου και των συρμών. Ερωτικά αριστουργήματα, πάντως, όπως η «Ανεράδα» του Μιχαηλίδη, η «Αππωμένη», «Το αερούδιν» και το «Βούττημαν Ήλιου» του Λιπέρτη, καθώς και συμπαθητικά ‘κωμειδύλλια’ όπως η «Γιαλλούρα» ή δηκτικές σάτιρες όπως οι «Καλοήροι» και το «Επήρεν πάνω του πολλά» και πάλι του τελευταίου ή τα «μυλλωμένα» του πρώτου, θα άξιζαν σίγουρα καλύτερη τύχη και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους.

Οι συγγραφείς της πιο πρόσφατης Ιστορίας της Κυπριακής Λογοτεχνίας, Γιώργος Κεχαγιόγλου και Λευτέρης Παπαλεοντίου (Λευκωσία 2010: Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, LI), αποδίδουν τη μερική έστω έκλειψη των ποιητών αυτών στο φράγμα του ιδιώματος (αυτή ήταν κάποτε και η ερμηνεία του Παλαμά, ο οποίος κατά τα άλλα είχε εκφραστεί μάλλον θετικά για τον Δημήτρη Λιπέρτη) ή/και στην απουσία κατάλληλων κριτικών και χρηστικών εκδόσεων. Το πρώτο βεβαίως ισχύει, αλλά μόνο εν μέρει: η κρητική διάλεκτος δεν αποτέλεσε ανάλογο εμπόδιο. Το δεύτερο αποτελεί μάλλον την αισιόδοξη προσέγγιση στο ζήτημα (οι εκδόσεις που ελλείπουν μπορούν πάντοτε να ετοιμαστούν!).

Η πραγματικότητα είναι ίσως λιγότερο καθησυχαστική. Ο Παλαμάς εκτιμά τον Λιπέρτη, αλλά στο κείμενο με το οποίο προλογίζει τον δεύτερο τόμο των Τζυπριώτικων Τραουθκιών παρατηρεί ταυτόχρονα, ευγενικά αλλά δηκτικά, ότι ο ποιητής αυτός φαίνεται να αγνοεί το πώς εξελίσσεται η ελληνική ποίηση την εποχή στην οποία γράφει. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ανεξαρτήτως ποιότητας, εξαιτίας της απομόνωσης της Κύπρου — απομόνωσης γεωγραφικής, πολιτικής, αλλά και παιδευτικής σε μεγάλο βαθμό — οι Κύπριοι ποιητές παρέμειναν πάντοτε ποιητές της περιφέρειας, που δεν επηρέασαν την εξέλιξη της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν δημιούργησαν (παρά μόνο ακολούθησαν) λογοτεχνικά ρεύματα (και μάλιστα με καθυστέρηση πολλές φορές) και δεν κατάφεραν να συγκινήσουν το εθνικό κέντρο παρά μόνο περιστασιακά.

Προσέξτε τι λόγια αποδίδει ο Μιχαηλίδης στον Τούρκο πασά στην 9η Ιουλίου. Ο χαρακτήρας μυκτηρίζει την αδυναμία των Κυπρίων να επαναστατήσουν, αλλά τα όσα λέει μπορούν να διαβαστούν κόντρα, και ανατρεπτικά, και ως πρώιμη διατύπωση του αξιώματος που μας πληγώνει: η Κύπρος ήταν ανέκαθεν μακριά.
Κανέναν φόον εν έχω από τους Τζιυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρτζιά ‘ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά, π’ ακούονται τζι’ οι σιύλλ’ αντάν να λάξουν,
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ποδώθθ’ έναν λιγγούριν
τζι’ ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι-σφάξουν.
Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πης καράβκια; εν έχουν, εν του αλέτριού αθρώποι.
Με τούτα ούλλα δεν μπορούν να κάμουσιν χαΐριν
[…].
Δα κάτω τούτοι εν πολλά, πολλά ξωμακρυσμένοι,
περνούν μηνάδες τζι’ εν έχουν χαπάριν που τα ξένα
τζιαι θέμι εν που την Τουρτζιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ’ εν σαν τ’ αρνιά πων χώρκα μαντρισμένα.

Ακόμη και σε περιόδους αναβράζοντος εθνικισμού, η Κύπρος και η πνευματική της παραγωγή ουσιαστικά απουσιάζουν από την ελλαδική παιδεία, παραμένει μακρινή. Η απουσία της υπήρξε εντονότερη από το 1960 και εξής και ιδιαίτερα από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν, προφανώς για λόγους που έχουν να κάνουν με την υπόρρητη πεποίθηση ότι η «κυπριακή λογοτεχνία» είναι αποκλειστική υπόθεση πια του κυπριακού κράτους.

Το τελευταίο βέβαια αντιμετώπισε και εν μέρει αντιμετωπίζει ακόμη το όλο ζήτημα μάλλον αμήχανα. Η αμηχανία του κυπριακού κράτους σχετίζεται μεταξύ άλλων και με την όλη συζήτηση για το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει τελικά «Κυπριακή Λογοτεχνία» (αν είναι δόκιμες γενικά ή όχι οι «Κυπριακές Σπουδές») ως αυτόνομο και αυτάξιο αντικείμενο μελέτης. Οι απόψεις ποικίλλουν και υποστηρίζονται με πάθος ένθεν και ένθεν, διότι το ζήτημα, αναπόφευκτα, εμπλέκεται στις συζητήσεις περί «κυπριακής ταυτότητας» και περιπλέκεται εξαιτίας αυτών.

Οι συνηθέστερες τοποθετήσεις επί του ζητήματος είναι τέσσερις και είναι όλες τους χαρακτηριστικές:
(α) η απόλυτη άρνηση, κυρίως τη δεκαετία του 1930, της ύπαρξης «Κυπριακής Λογοτεχνίας» (π.χ. από τον Νίκο Κρανιδιώτη, τον Α. Παστελλά και το σημαντικό περιοδικό Κυπριακά Γράμματα, που αντιμετώπιζε εν τέλει με σκεπτικισμό ακόμη και τη λογοτεχνική παραγωγή σε κυπριακή διάλεκτο). Οι λόγοι σχετίζονταν σαφώς με το αίτημα της Ένωσης και αποτελούσαν αντίδραση στις σπασμωδικές (εκ των υστέρων), αλλά τότε ιδιαιτέρως ενοχλητικές απόπειρες της αποικιοκρατικής διοίκησης μετά τα Οκτωβριανά να προβάλει τον «κυπριωτισμό»·

(β) η συμβιβαστική, αλλά όπως σωστά επισημαίνουν οι Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου, πρωτοφανής τάση (δεν εφαρμόζεται για καμιά άλλη λογοτεχνία παγκοσμίως) να μιλάμε όχι για «Κυπριακή Λογοτεχνία», αλλά για «Κυπριακές Λογοτεχνίες» εξισώνοντας την κυρίαρχη μορφή λογοτεχνικής έκφρασης, την ελληνόγλωσση, με τις «μειονοτικές» λογοτεχνίες του νησιού (M. Kappler, βλ. εδώ, όπου αναδημοσιεύονται και άλλες συμβολές από το αφιέρωμα στην κυπριακή λογοτεχνία του περιοδικού Hellenic Studies)·

(γ) η πιο αμφιλεγόμενη, «νεοκυπριακή» τάση να συμψηφίζονται οι λογοτεχνίες που γράφονται στις γλώσσες των διαφόρων εθνοτικών ομάδων του νησιού (κυρίως των Ελλήνων και των Τούρκων) ως παραφυάδες ενός κοινού «κυπριακού» κορμού· και τέλος:

(δ) η πρακτικότερη τάση, που αρνείται «να χαρίσει, να μοιραστεί ή να διαπραγματευτεί» τον καθιερωμένο όρο «Κυπριακή Λογοτεχνία» με τους όρους που θέτουν οι τάσεις (β) και (γ), αρνείται όμως επίσης και να αποκηρύξει ως επιστημολογικά αδόκιμη ή πολιτικά ύποπτη την ενασχόληση με την Κυπριακή Λογοτεχνία και επιμένει να εκμεταλλεύεται τον όρο ως χρήσιμο συντόμι για την απόδοση των ιδιαιτεροτήτων, ακόμη και των «αποκλίσεων», της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού από τον 12ο αιώνα και εξής (βλ. Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου 2010, 14· Κεχαγιόγλου, περιοδικό Άνευ 10, 2003· Σάββας Παύλου, «Μικροφιλολογικά 4: Σημειώσεις για την κυπριακή λογοτεχνία»).

Η πρώτη, η λεγόμενη «εθνικιστική» τάση, η υποψία πως οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα του τόπου, συμπεριλαμβανομένης της διαλεκτικής λογοτεχνίας του, αντιφάσκει με τον στόχο της εθνικής ολοκλήρωσης, είναι βεβαίως γόνος της εποχής της και μάλιστα μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Ως εκ τούτου συχνά απαξιώνεται. Παρά ταύτα, αν παραβλέψει κανείς την εθνεγερτική φόρτιση, που συγκινεί αλλά όντως δεν έχει θέση στην ιστορική επιστήμη, οι αντιρρήσεις σημαντικών λογίων όπως ο Κρανιδιώτης και ο Παστελλάς θέτουν ένα ερώτημα επιστημολογικώς καίριο σήμερα: θα μπορούσε άραγε κανείς να συλλάβει την έννοια Κυπριακή Λογοτεχνία πριν το 1960 (ή έστω πριν το 1930), παρά τα όποια, μάλλον αμέθοδα, προανακρούσματα στη χρήση του όρου, ή μήπως η έννοια αυτή αποτελεί αναδρομική προβολή της όψιμης (και κολοβής) πολιτικής ανεξαρτησίας της Κύπρου στο επίπεδο της γραμματολογίας; Με άλλα λόγια: αν υπάρχει συνειδητή και συνειδητοποιημένη Κυπριακή Λογοτεχνία, πότε πράγματι ξεκινά;

Η αντίρροπη «νεοκυπριακή» θεωρία είναι σήμερα όλο και περισσότερο του συρμού και πάλι λόγω των συγκυριών. Οι υποστηρικτές της βέβαια περισσότερο προωθούν ένα πολιτικό ζητούμενο (γι’ αυτούς ένα πολιτικό όραμα) παρά περιγράφουν ένα ιστορικο-λογοτεχνικό γεγονός: επιχειρούν (ή εύχονται) να παραχθεί ένα ιστορικο-λογοτεχνικό μόρφωμα «που δεν θα βασίζεται μόνο σε κώδικες της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, αλλά θα έχει ως αφετηρία το σύνολο των έως τώρα γλωσσών και λογοτεχνικών παραδόσεων της Κύπρου» (M. Yasin, Σύγχρονα Θέματα 68, 1998-1999). Το πρόβλημα με την προσέγγιση αυτή είναι ότι δεν έχει ακόμη υποδειχθεί πειστικά από κανέναν ποιοι θα μπορούσαν να είναι εκείνοι οι ελάχιστοι κοινοί παρονομαστές που θα προσέδιδαν συνοχή και ενότητα σε αυτού του είδους τη νοητή, πολυεθνική και πολυπολιτισμική «Κυπριακή Λογοτεχνία», ποιες θα ήταν οι γραμματολογικές απαρχές και η διαδρομή της ή έστω ποια θα ήταν η ιστορική διεργασία που θα μπορούσε να τη φέρει στο φως από δω και στο εξής. Η απλή συνύπαρξη στον ίδιο γεωγραφικό χώρο δεν φτάνει για να προκαλέσει πολιτισμικό συγκρητισμό σε βαθμό σύμφυρσης μεταξύ αλλόφυλων, αλλόγλωσσων και αλλόθρησκων εθνοτικών ομάδων: το κράτος της Ζυρίχης, ένας από τους πιθανούς καταλύτες τέτοιας σύμφυρσης, έπαψε να λειτουργεί στην πράξη από το 1963, ενώ η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία περισσότερο στηρίζεται στη διαίρεση παρά στη συγχώνευση των εθνικών ομάδων. Η εγγραφή Τουρκοκυπρίων και Αρμενίων στην Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου ή η «βολική» παράλειψη της γλώσσας συγγραφής από τον κανονισμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας επίσης δεν φτιάχνουν «Κυπριακή Λογοτεχνία». Ως έχουν τα πράγματα σήμερα αυτού του είδους η πολυεθνική και πολυπολιτισμική «κυπριακή» λογοτεχνία αποτελεί μάλλον ιδεολογική φαντασίωση ή έστω πολιτικό desideratum παρά ακριβή επιστημονικό χαρακτηρισμό του τι συμβαίνει στην Κύπρο στο επίπεδο της ιστορίας της λογοτεχνίας.

Τελικά (ή προς το παρόν) ακολουθείται ο ενδιάμεσος, πρακτικός δρόμος, τον οποίο απηχεί και η Ιστορία των Κεχαγιόγλου και Παπαλεοντίου: το γεγονός ότι από το 1960 και εντεύθεν υφίσταται ανεξάρτητο κυπριακό κράτος, στο οποίο παράγεται λογοτεχνία που μάλιστα διδάσκεται ως ξεχωριστή ενότητα στα σχολεία, αποτελεί ικανή συνθήκη αναγνώρισης της ύπαρξης και μιας «Κυπριακής Λογοτεχνίας». Και επειδή κάθε λογοτεχνία χρειάζεται την Ιστορία της, οι απαρχές της νεώτερης Κυπριακής Λογοτεχνίας, όπως και της ευρύτερης Νεοελληνικής, ανάγονται αναδρομικά στο ύστερο Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία και κείμενα όπως τα Χρονικά του Μαχαιρά ή του Βουστρωνίου, οι Ασσίζες ή τα πετραρχικά κυπριακά σονέτα θεωρούνται ιδρυτικά μιας ιδιαίτερης παράδοσης, ανεξαρτήτως του αν τα ίδια προέρχονται το καθένα από διαφορετικές παραδόσεις (ή ίσως εξαιτίας του γεγονότος αυτού: η συναλοιφή των διαφορετικών αυτών παραδόσεων αναδεικνύει την τοπικότητα).

Είναι σαφές ότι αυτού του είδους η «κυπριακή λογοτεχνία» εξαρτά την ύπαρξή της σχεδόν αποκλειστικά από την κυπριακή καταγωγή των δημιουργών της ή/και από τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου ή/και από την ιδιαίτερη κυπριακή της θεματολογία: πρόκειται δηλαδή, ουσιαστικά, για λογοτεχνία που γράφεται (κατά κανόνα) στην Κύπρο από Κυπρίους και εν πολλοίς για Κυπρίους (με αυτή την έννοια μπορεί να υπάρξει Κρητική Λογοτεχνία, Επτανησιακή Λογοτεχνία, Ηπειρώτικη Λογοτεχνία κ.ο.κ.).

Είναι αδιαμφισβήτητη η πρακτική αξία της έννοιας «κυπριακή λογοτεχνία» ως ρουμπρίκας υπό την οποία θα μελετηθεί και θα αναδειχθεί το έργο λογοτεχνών που ενδεχομένως θα «χάνονταν» (και μάλιστα αδίκως, όπως προαναφέραμε) στο πέλαγος της ευρύτερης ελληνικής εθνικής λογοτεχνίας — φτάνει βέβαια η συζήτηση να είναι πάντοτε συγκριτολογική, να τοποθετεί δηλαδή τους Κυπρίους ποιητές στο ευρύτερο εθνικό και παγκόσμιο πλαίσιο, ώστε να μην υπερδιογκώνονται ή άλλως να αλλοιώνονται τα μεγέθη.

Δεν μπορεί επίσης κανείς να αρνηθεί το γεγονός ότι κάθε τοπική εκδήλωση ενός πολιτισμικού φαινομένου χαρακτηρίζεται από αξιοπαρατήρητες ιδιαιτερότητες, όπως υπήρξε, π.χ., στην περίπτωση της Κύπρου, ειδικά στην περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε καταχρηστικώς «τριγλωσσία», δηλαδή η ταυτόχρονη παραγωγή από τον ίδιο λογοτέχνη κειμένων στην καθαρεύουσα, τη δημοτική και την κυπριακή διάλεκτο ή η επιμονή (ακόμη και η εμμονή) μιας ιδιαίτερης θεματολογίας, όπως η θεματολογία της εισβολής μετά το 1974.
Ο όρος «Κυπριακή Λογοτεχνία», λοιπόν, είναι αδιαμφισβήτητα χρήσιμος και αν χρησιμοποιείται με την κατάλληλη επιστημονική «καχ/υποψία», αν τα πράγματα τίθενται στις ορθές τους βάσεις και προβάλλονται στο κατάλληλο ιστορικό τους μέγεθος, δεν είναι ούτε ύποπτος ούτε επικίνδυνος.

Απλώς, δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποια βασικά πράγματα. Πρώτον και κύριο, ειδικά την περίοδο πριν το 1960 ή καλύτερα πριν το 1974, ορόσημο από το οποίο ξεκινά (ή ξεκινά να υποκινείται) μια διαδικασία ψυχολογικής αποστασιοποίησης της Κύπρου από το εθνικό κέντρο παράλληλα με την ενίσχυση της κρατικής οντότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η κυπριακή λογοτεχνία, δηλαδή η λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο από Έλληνες Κυπρίους, παρά τις προφανείς ιδιαιτερότητές της, δεν είναι απλά «ελληνόγλωσση», είναι πέρα για πέρα «ελληνική» — και πάλι όχι από τη σκοπιά του εθνικισμού, αλλά για καθαρά γραμματολογικούς λόγους:

(α) Όλες οι εκδηλώσεις του λογοτεχνικού φαινομένου στην Κύπρο, ιδιαίτερα από την εποχή της «εθνικής παλιγγενεσίας» και εντεύθεν, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, τόσο στο επίπεδο της τεχνοτροπίας, των ρευμάτων και της ποιητικής, όσο και στο επίπεδο της θεματολογίας, είναι απολύτως εξαρτημένες από παράλληλα φαινόμενα στον ευρύτερο ελληνικό και δη τον ελλαδικό χώρο, των οποίων αποτελούν εγχώριες εκφάνσεις, έστω και αν τα παρακολουθούν με σχετική μάλιστα διαφορά φάσης ή αν τα προσαρμόζουν στις ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού.

Ο Μιχαηλίδης, για παράδειγμα, γράφει στο πνεύμα της Αθηναϊκής Σχολής: ακόμη και έργα τόσον εξόχως κυπριακά όσο η 9η Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου δεν είναι γραμματολογικώς άσχετα με παρόμοια επικά ποιήματα, όπως η Τουρκομάχος Ελλάς του Αλέξανδρου Σούτσου, ενώ η περίφημη «Ανεράδα» απηχεί τον συμβολισμό του πρώιμου ελληνικού 20ου αιώνα. Η σατιρική του ποίηση είναι γραμμένη στο πνεύμα του Σουρή, όσο και αν εκφράζεται στην κυπριακή ντοπιολαλιά. Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τον Λιπέρτη, τον οποίο οι Κεχαγιόγλου και Παπαλεοντίου συνδέουν με αυτό που ονομάζουν «γλωσσική εκζήτηση» του Καζαντζάκη και με τον λαογραφισμό/ηθογραφισμό του Κρυστάλλη.

(β) Ακόμη και η διαλεκτική παραγωγή κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας, τουλάχιστον στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ιδεολογική της σκοπιμότητα είναι ευκρινής, εκλαμβάνεται ως εκδήλωση της ελληνικής εθνικής παράδοσης του νησιού και τεκμήριο της ελληνικότητάς του, στοιχείο δηλαδή σύνδεσης με το εθνικό κέντρο και όχι διάκρισης από αυτό. Βρισκόμαστε βεβαίως στην εποχή της άνθησης της λαογραφίας και της ιστορικής γλωσσολογίας, η οποία, στην περίπτωση της κυπριακής διαλέκτου, επιχειρεί να αναγάγει το σύγχρονο ιδίωμα, μάλλον απλουστευτικά και σίγουρα για ιδεολογικούς λόγους, απευθείας στην αρχαία αρκαδοκυπριακή.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η ποιητική «απάντηση» της Κύπρου «προς τους λέγοντας ότι δεν είναι ελληνική» (αναφέρομαι βεβαίως στο γνωστό ποιητικό μανιφέστο του Βασίλη Μιχαηλίδη) είναι γραμμένη ακριβώς σε κυπριακή διάλεκτο (Ασθενής Λύρα, 1882). Η παρακάτω αποστροφή προς την «παλιάν Βασίλισσαν» της Δύσης, την Αγγλία, την «ξακουσμένην δρακούναν», «που κρατεί το σιόβαρον» και «σιοβαρκάζει τις φυλές», άρα οφείλει να αποδώσει ιστορική δικαιοσύνη παραχωρώντας την Κύπρο στην Ελλάδα (στ. 24, 38, 39), είναι χαρακτηριστική:
απού ‘σαι κοσμογύριστη τζιαι πολλοδκιαβασμένη,
τζι απού του κόσμον την ξεβκάν* είσαι ξησκολισμένη,
ξέρεις τζι εμέν’ την μάναν μου, τζιαι ξέρεις την γενιάν μου 45
αγκάθκια τα μισίδκια μου** τζιαι ‘δε την συντυχιάν μου.
* ξεβκά = ξερκά: γνώση σοφία
** αγκάθκια < αγκαθκιάζω: παρατηρώ (παρατήρησε τη φυσιογνωμία μου, τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου)

Παρόμοια έμφαση στα «λόγια που μο’ μαθες», την παράδοση δηλαδή αλλά και τη γλώσσα, δίδεται — και πάλι σε κυπριακή διάλεκτο — στο ποίημα του Μιχαηλίδη «Η Κύπρος στην μάναν της»:
τα λόγια σου που μο’ μαθες με τζιείνα λουτουρκούμαι
τζιαι τον θεόν παρακαλώ
με τζιείνα μες τους λας λαλώ
με τζιείνα νεκαλιούμαι

Εδώ είναι η γλώσσα της λατρείας, της προσευχής, της κοινωνικής διατριβής και του θρήνου που προβάλλεται – θεμελιωδέστατα discourses μιας φυσικήςελληνικότητας (κληρονομιά της Μάνας), τα οποία στην ελληνική Κύπρο εκφράζονται, απολύτως φυσιολογικά, στα κυπριακά.

Παρομοίως, στο κείμενο με το οποίο ο Γεώργιος Α. Μαρκίδης προλογίζει τον Α΄ Τόμο των Τζυπριώτικων Τραουθκιών του Λιπέρτη, σημειώνονται με πεποίθηση τα εξής:
Τα κύματα έρχονται και παρέρχονται, μα η θάλασσα μένει [παρόμοια έκφραση θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Λιπέρτης στο «Καρτερούμεν Μέραν Νύχταν», που δημοσιεύεται στον δεύτερο τόμο των Τζυπριώτικων]. Εις την τωρινήν […] διάλεκτον του Κυπρίου χωρικού, […] παρ’ όλας τας τρομακτικάς επιδρομάς των διαφόρων κατακτητών, έμεινεν αναλλοίωτος η εθνική ψυχή […].

Από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, λοιπόν, και μέχρι την ανεξαρτησία η λογοτεχνική παραγωγή σε κυπριακή διάλεκτο συνεχίζει στους παραδοσιακούς δρόμους του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης (θυμηθείτε τα περίφημα κυπριώτικα ερωτικά σονέτα του 15ου αιώνα), στ’ αχνάρια της ακόμη παλαιότερης δημοτικής και λαϊκής παράδοσης των ακριτικών τραγουδιών, των παραλογών, των θρησκευτικών, ερωτικών και άλλων ριμάδων κ.ο.κ. Ακόμη και αυτά τα κατεξοχήν «κυπριακά» έργα, όμως, αποτελούν τοπικές παραλλαγές τύπων και τόπων που διαχέονται στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, όσο και αν πολλές φορές η κυπριακή εκδοχή ανήκει πανθομολογουμένως στις ανώτερες που κυκλοφορούν.

Η διαλεκτική παραγωγή την περίοδο αυτή δεν ανήκει πλέον αποκλειστικά στους «ποιητάρηδες» ή στους ανωνύμους λαϊκούς δημιουργούς (από την παράδοση των οποίων προέρχεται, αν και βεβαίως ξεχωρίζει, ο Παύλος Λιασίδης), δεν περιορίζεται μόνο στα θρησκευτικά θέματα ή τα ερωτικά στιχουργήματα, αλλά παραλαμβάνεται συνειδητά από δόκιμους, λογίους ποιητές και εντάσσεται πλήρως στον αγώνα για την εθνική αποκατάσταση του κυπριακού ελληνισμού.

Η λογιοσύνη του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν περιορισμένη: ο ποιητής έλαβε μικρή εγκύκλια παιδεία, δεν ήταν γλωσσομαθής και είχε ελάχιστη επαφή με ξένα λογοτεχνικά ρεύματα. Αντιθέτως, όμως, ο αστός Λιπέρτης, ο οποίος σπούδασε ξένες γλώσσες στο περιώνυμο τότε Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού και θεολογία στη μητροπολιτική Αθήνα, ενώ υπηρέτησε ως καθηγητής αγγλικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, υπήρξε λόγιος, σε βαθμό μάλιστα που κριτικοί της εποχής του, όπως ο Αντώνης Ιντιάνος και άλλοι, θεώρησαν τη σχέση του με την ύπαιθρο «μη οργανική».
Τις απόψεις αυτές του Ιντιάνου τις απορρίπτουν σήμερα κάποιοι (όπως η Νάγια Ρούσου, που θεωρεί, καθ’ υπερβολή αναμφίβολα, τον Λιπέρτη ως το κυπριακό ποιητικό ισοδύναμο του Παπαδιαμάντη), αλλά τις συμμερίζονται αντιθέτως πολλοί — συμπεριλαμβανομένων των Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου. Οι τελευταίοι εκφράζουν γενικώς απαρέσκεια για τον Λιπέρτη: του καταλογίζουν λεκτική εκζήτηση, πλαστή γλώσσα, ενοχλητικό ηθικο-διδακτισμό, ακόμη και «φαλλοκρατικές αντιλήψεις». Οι κατηγορίες αυτές πρώτα από όλα φαίνονται κυκλοτερείς: δείχνουν να προσεγγίζουν το έργο του Λιπέρτη από την ταξικώς προκατειλημμένη σκοπιά που θέλει τον αστό να στερείται εξ ορισμού την επαφή με την ύπαιθρο, και καταλήγουν να εντοπίζουν σε αυτό τις «αποδείξεις» της αρχικής υπόθεσης. Κατά πόσον η γλώσσα του Λιπέρτη είναι «πεποιημένη», αν όντως δεν απηχεί το ιδίωμα μιας συγκεκριμένης περιοχής της Κύπρου, αλλά περισσότερο «μοιάζει με ένα μωσαϊκό διάστικτο με κοινές αλλά και με σπάνιες ή κατασκευασμένες λέξεις» (296), είναι πρωτίστως κάτι που απομένει να αποδειχθεί από εξειδικευμένες γλωσσολογικές μελέτες, όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου. Ακόμη και αν ισχύει, όμως, κάτι τέτοιο λέει πολλά (και θετικά) για τη «μεταλογοτεχνικότητα» του κυπριακού ιδιώματος την περίοδο αυτή. Λεξιθηρία δεν παρατηρείται μόνο στο έργο του Καζαντζάκη και του Σικελιανού, αλλά και στο έργο του Σολωμού (ειδικά αυτού), του Ψυχάρη, του Παλαμά, των πλείστων δημοτικιστών της «μαλλιαρής» περιόδου — και ακόμη πιο πίσω, σε διαλεκτικό περιβάλλον αυτή τη φορά, στους μεγάλους της κρητικής Αναγέννησης. Ο Λιπέρτης, λοιπόν, συμβάλλει, ίσως πιο συνειδητά από ό,τι ο Μιχαηλίδης, στη μετατροπή, καλύτερα στη μεταρσίωση, της κυπριακής διαλέκτου σε λογοτεχνική και δη σε ποιητική γλώσσα. Η γλωσσική του «εκζήτηση» θα μπορούσε να ιδωθεί ως (μετα)λογοτεχνικός εκλεκτικισμός, που πέρα από τις ηθογραφικές σκοπιμότητες θέτει μεταποιητικά το ίδιο το «πρόβλημα» της κυπριακής διαλέκτου ως ποιητικής γλώσσας.